Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Θα το έχουν πει και άλλοι:



Ότι και να πω δεν περιμένω να είμαι ο πρώτος που τ’ έχει πει, θα το έχουν πει ή θα το έχουν γράψει και άλλοι.
Οπότε Σωπαίνω, ακούγοντας τον θόρυβο της  σιωπής αυτής που κατρακυλά και γκρεμίζεται στο βάθος της αιωνιότητας, αυτής που επιμένει να ξαναζεί στις μνήμες των ανθρώπων χωρίς να καταλαβαίνει ότι μοιρολογά για τον χαμένο της χρόνο.

Όσο πιο πολύ ψάχνω στ’ άδυτα
Της ανθρώπινης ψυχής, τόσο πιο
Πολύ με τρομάζουν οι ομοιότητες


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

  

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Η Λαμπρή

                                ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Την Ημέρα της Λαμπρής 16 Απριλίου 2017, όλη η οικογένεια εορτάσαμε μαζί  το Πάσχα!!!!


                              Και του χρόνου με υγεία 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Καλό Πάσχα


Σας ευχόμεθα καλό Πάσχα, Χριστός Ανέστη στους φίλους-ες αναγνώστες και αναγνώστριες του ΠΥΛΑΡΟΣ
Περίμενα πως και πως ν’ ανθίσουν οι ροδακινιές μου, σήμερα έγινε το θαύμα 11 Απριλίου 2017  από όπου και οι φωτογραφίες…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης  


Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Η Κοινωνία...

 Η Κοινωνία…
Αν μπορούσες να ξαναγεννηθείς θα ήθελες να είχες περάσει τη ζωή σου όπως αυτήν που έχεις ή διαφορετική; 
Σκέψου το καλά, ας αρχίσουμε από την κοινωνία, αυτήν που γεννήθηκες, ήταν γεμάτη, θαλπωρή, φτώχεια, αγάπη, μα κι εκδικητική, ένεκα εμφυλίου, μια αποκομμένη από τον πολιτισμό μας πάμφτωχη κοινωνία. 
Απότομα βρέθηκες σε μια θαλασσινή πειρατική κοινωνία, όχι δεν υπήρχε ξεκούραση, ούτε επαναπατρισμός, μια κοινωνία του πεζοδρομίου, γεμάτη ανθρώπινα αντικείμενα.
Μετά προσπάθησες να εξερευνήσεις τι υπάρχει πέρα απ’ τον ορίζοντα να νιώσεις τον άνθρωπο, να νιώσεις την αγάπη την θαλπωρή έζησες σε μια ξένη φτωχή κοινωνία, όπου έμαθες να σκέφτεσαι στεριανά, μια κοινωνία που την έκανες δική σου, εκεί ξανάνιωσες το καλωσόρισμα, μια κοινωνία νεανικής ανεμελιάς, για 10 χρόνια.
Σήμερα ζεις σε μια κοινωνία κερδοσκοπική που πιστεύει τόσα έχεις τόσο αξίζεις. Κι αν δεν έχεις, δεν αξίζεις τίποτα.
 Και όμως μέσα σου ο εσωτερικός σου κόσμος ζει σε μια δική του πλούσια κοινωνία που εσύ ο ίδιος δημιούργησες, αλλά είσαι καταπληκτικά μόνος, οι απ’ έξω έχουν δημιουργήσει την δική τους κοινωνία, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
 Στην Φωτογραφία: Φιλοσοφώντας, άρα τι να κρύβεται πίσω απ’ τον θαλασσινό ορίζοντα;

LikeShow more reactions
Comment

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Μια αλλιώτικη ζωή...

                                          Μπαρ ο «Άσος  Κούπα»
 
Μια κόκκινη επιγραφή φώτιζε το σκοτάδι Μπαρ ο «Άσος Κούπα,»  ήταν ένα τρίγωνο όπου συναντιόταν τρεις  δρόμοι πριν  γίνουν ένας για να περάσουν το γεφύρι.  Και η κατασκευή αυτή είχε την φόρμα τριγώνου. Το μπαρ ήταν χρωματισμένο πράσινο αν και τα βράδια δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις το χρώμα μια που ήταν σκοτάδι.
Ο Ιβάν ο τελωνειακός κάθισε δίπλα μου στο μπροστινό κάθισμα του ταξί  φαινόταν μεθυσμένος, τράβα  μου είπε για τον Άσσο. Τον ήξερα δούλευε στο λιμάνι ως εκτελωνιστής ήταν πάντα μεθυσμένος και τα βράδια γύριζε από μπαρ σε μπαρ ζητώντας να βρει κάτι τι το καινούργιο. Όταν μάθαινε ότι καινούργια πιτσιρίκα είχε βγει στην πιάτσα έτρεχε από πίσω εδώ είχε να κάνει  με στρατιώτες από την παρακείμενη βάση. Όλοι τρέχανε από πίσω, ακόμα και η κινέζα ιδιοκτήτρια ρεστοράν και ξενοδοχείο το σχολίαζε, ήταν όμορφη,
Της πρόσφερα δουλειά, αυτή όμως δεν θέλησε τα παράτησε όλα και πήγε στο μπαρ.
Της αρέσει η ζωή της νύχτας, ήταν μια αδυνατούλα μικρή, πολύ μικρή και άπειρη. Τον παράτησα στην πόρτα κι έφυγα ένεκα που όπου σύχναζαν στρατιώτες ήταν επικίνδυνο, να τα βάνεις μαζί τους.
Πέρασα το γεφυράκι,  αποκάτω αναδινόταν μια βρώμα από εκεί που ήταν  η πλανόδια αγορά, ένεκα της ζέστης,  ήταν βράδυ και ήταν κλειστή...
Ήταν  το ίδιο γεφυράκι όπου πριν από καιρό ένας ταξιτζής παρέσυρε  κάποιον μεθυσμένο που είχε βγει απ’ το μπαρ Άσος  Κούπα  και στεκόταν  σαν κολόνα στη μέση του δρόμου. Τον τρακάρισε από πίσω, τον πέταξε  πάνω στο καπό ο σοφέρ έστριψε αριστερά το σώμα έπεσε στην άσφαλτο εκεί έμεινε ακίνητο.  Σαν ξημέρωσε  ψάχνανε να βρούνε πως σκοτώθηκε ο άνθρωπος.
Εν τω μεταξύ ο σοφέρ ένα βράδυ πούπινε  παρέα και κερνούσε  τις κοπέλες σε μπαρ,  είχε το ίδιο τέλος, ο ιδιοκτήτης του ταξί ένα καινούργιο χρώματος μπλε   Rambler που δούλευε γι’  αυτόν    τον έπιασε απ’    τον λαιμό τον έσφιξε λίγο παραπάνω και το έπνιξε, είπε ότι ήταν λάθος του, αλλά έφυγε απ’ την ζωή.  Σήμερα ο τότε ιδιοκτήτης ταξί  βρίσκεται στην Νέα Υόρκη.
Πήγα στο ξενύχτι, ήξερα τον γιο του καλό παιδί,  κατά βάθος ήταν καλός άνθρωπος αλλά το ποτό τον κατέστρεψε.  
Εκεί δίπλα ήταν και η Μάρτα μια κοπελιά όπου έκανε θελήματα της γειτονιάς  την τράβηξε ο Σέργιο ένας απ’ την Χιλή  με υποσχέσεις και με πολύχρωμες κορδέλες   την έμπασε σε μπαρ, έφυγε από την λάσπη της φτώχειας και μπήκε στην λευκή λάσπη της σάρκας.
Μετά φάνηκε η γυναίκα του Λεονάρδο Ιταλού μετανάστη με τις δυο κόρες της ντυμένες κυριακάτικα, μπήκαν στο ταξί μου να τις πάω στην εκκλησία στην λειτουργιά των 10, θα λειτουργούσε σήμερα  Πάτερ  Περούτσι  «από την Ιταλία» φίλος της οικογενείας.    
Ο κινηματογράφος RITZ  έπαιζε το φιλμ το «Το  σκουπίδι» La basura  με την ζωή Λάσκαρη, μου μήνυσε ο ειρηνοδίκης ‘φίλος μου’ της πόλης και μου το σύστησε να πάω να το δω … 
O δικαστής (ανώτερος απ’ τον ειρηνοδίκη)  De la primera instancia  έπαιζε μπιλιάρδο στο Ριτζ  όταν του ψιθύρισα ότι χρειάζομαι μια γνώμη του, να μου δώσει το ΟΚ,  με είχε στείλει ο ειρηνοδίκης μια που ήταν περασμένη η ώρα, νύχτα  και έπρεπε να βγει από την φυλακή ένας Έλληνας ναυτικός από την Ιθάκη από το βαπόρι ΣΙΦΝΟΣ του Γράτσου, πριν την αναχώρηση του πλοίου που ήταν τα μεσάνυκτα.  
Μετά από μια τέτοια μέρα πήγα σπίτι, ξάπλωσα στην βεράντα σε μια αιώρα κι άφησα τον τροπικό άνεμο να με χαϊδεύει,  έκλεισα τα μάτια μου ακούγοντας τις σφυριξές βαποριών αυτών που άφηναν το λιμάνι, μαζί τους πήραν και τον Γιάννη, τον Έλληνα ναυτικό ελεύθερο πια από την Ιθάκη. 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης     



Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Συνάντηση φίλων...

  Μια φιλική προθέρμανση  ανάμεσα σε φίλους, με κρασάκι και μεζέδες Πέμπτη βράδυ 23 Μαρτίου 2017 για να ευχηθούμε το Ζήτω η 25 Μαρτίου 1821…


Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Τα Κόκκινα Τσαρούχια,

                                   Τα κόκκινα Τσαρούχια:

Είχα   δυο τσαρούχια κόκκινα με μαύρες φούντες.  Η μάνα μου, τα είχε φυλάξει στο κατζέλο του κομμού,  μου είχε υποσχεθεί θα μου έραπτε  φουστανέλα, μαζί με τα τσαρούχια είχε έρθει κι ένα γιλεκάκι κόκκινο με κίτρινα κεντήματα σελάχι το λέγανε. Ήταν ενός γυαλιστερό κόκκινο χρώματος, κάθε μέρα τα χάιδευα  την μαύρη φούντα περιμένοντας την ευλογημένη μέρα.   Όλα για την  25η  Μαρτίου.
Στο σχολείο κάναμε πρόβες, μου είχαν δώσει ένα ποίημα κι εγώ με στόμφο ανέβαινα στο βάθρο και ξελαρυγγιαζόμουν: θα πρέπει να ήμουν ή Δευτέρα ή Τρίτη Δημοτικού:


25 Μαρτίου:
Λεβέντισσα αστραπόμορφη,
Κι ευτυχισμένη μέρα
Που από δάφνες και μυρτιές
Γεμίζεις τον αέρα.
……………………………………
Όμως ποτέ δεν  έφτασε  αυτή η ευλογημένη στιγμή. Αρρώστησα, δεν φόρεσα ποτέ τα τσαρούχια ούτε την φουστανέλα, έμειναν στη μνήμη σαν ένα όνειρο σαν κάτι που ξεφυτρώνει από ένα σεληνιακό τοπίο γεμάτο ομίχλη μπροστά πάνε τα τσαρούχια, μετά το γιλεκάκι με τα χρυσά κεντήματα, μετά ο άβγαλτος εαυτός μου,  από πίσω ακολουθούσαν η μορφή της μάνας και του πατέρα. 
 Ήρθε  ο πόλεμος, φωτιά και λάβρα έπεσε απ’ τον ουρανό και  σκέπασε τα πάντα. Πέρασαν  πολλά χρόνια, η στάχτη των καμένων κατακάθισε στις ψυχές μας, σε κάθε επέτειο πρώτα υπήρχε η έγνοια αν έχουμε να φάμε, μετά τα υπόλοιπα. Στην Αθήνα  ούτε για το τραμ δεν υπήρχαν, έτσι βρέθηκα σε ένα σκαφίδι πλέοντας τους ωκεανούς, μετά από περιπέτειες  έφτασα στον Ειρηνικό Ωκεανό βγήκα στο Λος Άντζελες, πήγα στην  Σάντα Μόνικα. Ήταν Κυριακή βράδυ 12 Μαρτίου 1951.  Τώρα πια  στη Νέα Υόρκη ξαναπερνούν απ’ τον νου μου οι τότε εικόνες,  τα κόκκινα τσαρούχια,  η καλοθύμητη αυτή μέρα 25η Μαρτίου,  ξανάρχεται στο νου μου, ο πόλεμος,  η Σάντα Μόνικα, οι άνθρωποι του τότε, τι κρίμα έφυγαν για τον άλλο κόσμο όσοι με αγαπούσαν,   έμειναν οι ψίθυροι από τα κύματα της θάλασσας να με νανουρίζουν, μόνο που αυτά δεν είναι κύματα αλλά στεριανές φωνές να τρέξω να προλάβω να συνεχίσω την παράδοση της φυλής μας, αυτή που είχε αρχίσει απ’  τα Μαρκάτα Κεφαλονιάς, αυτή   που έχασα τόσα χρόνια αυτή που μου άφησαν ο πατέρας και η μάνα, την πίστη μας  για την ημέρα αυτή που δεν πρόλαβα να φορέσω τα κόκκινα τσαρούχια.
Όμως  όλα αυτά ξαναζωντάνεψαν στα παιδιά μου, και στα παιδιά των, εδώ στην Νέα Υόρκη, έστω  κι αν εγώ τα παρακολουθώ σαν θεατής… ένεκα ηλικίας…

Τα κόκκινα τσαρούχια μου χάθηκαν τάφαγε η κατοχή, τα θυμήθηκα  διαβάζοντας ότι ο Πάπας Φραντσίσκο αρνήθηκε να φορέσει (εις ένδειξη ταπεινότητας ίσως) τις κόκκινες παντούφλες αυτές που δεν είχαν μαύρη φούντα αλλά χρυσά σιρίτια  διότι πώς να το κάνουμε θα ήταν αποφόρια του Βενέδικτου, (Τι σου είναι κι αυτός  ο Πάπας)  μου ξανάρθε στον νου τα δικά μου κόκκινα τσαρούχια αυτά που δεν πρόλαβα να θαραπαώ!
Θα μου πείτε τε τι σχέση έχει ο Πάπας  καμία, απλούστατα ήταν και τα δυο κόκκινου χρώματος, το ένα το τσαρούχι εννοούσε λεβεντιά ελευθερία και οι παντούφλες υποταγή σε ένα καθιερωμένο στάτους…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης     

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Η Παράδοση:

 Η παράδοση:

Μου μήνυσε ότι  θέλει να με δει, της είπα όχι, ήταν τότε που ο ιδρώτας κατέβαινε από το μέτωπό, έμπαινε στα μάτια κι έτσουζε, τά’κλεισα σε μια ξαπλώστρα σε ένα παγκάκι, στης κουπαστής, το σκεπαστό της πρύμης.  Παγκάκι   που άφησε σημάδια της σανίδας στο πρόσωπο λες και ήταν κάγκελα φυλακής. Ξάπλωσα  μ’ ένα σώμα αποχαυνωμένο από τη ζέστη, ένα σώμα  όπου τόγλυφε το αεράκι εξατμίζοντας τον ιδρώτα, έτσι   το σώμα άρχιζε να δροσίζεται έπαιρνε ανάσα. Θόρυβος  ακούστηκε, είχαν αναστατώσει το βαπόρι, ένας Κεφαλλονίτης με είδε που κοιμόμουν,    φώναζε τ’ όνομά μου:

Τόξερα  πως θάσουνα εδώ, το βαπόρι ολόκληρο σε ψάχνει,   ξύπνησα, το σώμα   ξαναζωντάνεψε κι άρχισε να ψάχνει να βρει   εκείνη που της είχε πει το όχι, αυτή που είχε  ξεσηκώσει το βαπόρι.
Βγαίνοντας από την πύλη αυτή είδε τις γραμμές απ’  το παγκάκι που αλύσωναν το πρόσωπό μου έβαλε το χέρι της και τις χάιδεψε ήταν η παράδοση του ναυτικού στης στεριάς τα καρδιοχτύπια.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  



Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Η Μοναξιά σε ένα σύγχρονο κόσμο

                                    H Μοναξιά σε ένα σύγχρονο κόσμο.

Χάθηκε το ενδιαφέρον,  το πνεύμα έπαψε να τον παρακινεί, έχασε και την περιέργειά του, το βλέμμα του απλανές, ούτε που σκέφτεται να γυρίσει σελίδα, έμεινε μια χούφτα κόκαλα, τυλιγμένα σε ανθρώπινο πετσί. Η καρέκλα  του κομπιούτερ τον γέμισε ρόζους, ούτε το τηλέφωνο  κουδουνίζει, έξω καταχνιά, μαυρίλα συννεφιά, περιμένουν χιόνι   παγωνιά, η υγρασία του δίνει στα νεύρα κι αυτά τα ρημάδια τα κόκκαλα πονούν, το τσουκάλι βράζει φασολάδα, μαζί της χαράζει η ελπίδα, η ελπίδα της νιότης, αυτή  που  φέρνει η μνήμη. 

Γύρω του υπάρχει η σιωπή, αυτή που τρέχει σαν ποτάμι στην άβυσσο της αιωνιότητας.
Όμως αυτός  ακούει τον παφλασμό της, ο χρόνος του κρατά συντροφιά,  ανυπομονεί να φύγει από κοντά του, χωρίς  να καταλαβαίνει ότι με αυτό συντομεύει το μονοπάτι της ζωής του.

Μάταια ζητά μια ζεστή αναπνοή, νάχει τα γούστα του, ένα χάδι, ένα καλό λόγο, αισθάνεται ικανός για απολογία, λες και είναι ο  Σωκράτης, όμως δεν έφταιξε σε τίποτα,  ούτε μπορεί  να λύσει το μυστήριο της σχετικότητας δεν  είναι ο Αϊνστάιν,  ούτε  μπορεί να ζήσει σαν υπαρξιστής δεν   είναι ο Πολ Σαστρέ, ούτε ο  Αλμπερτ  Καμύ από τ’  Αλγέρι.
Είναι ένας απλός άνθρωπος.


Αντί αυτών γεμίζει με μια ψυχική   μοναξιά, ανοίγει τον υπολογιστή, τίποτα, κανένας, κανένα  μήνυμα, καμιά επιστολή, αισθάνεται αχρείαστος, άχρηστος, όλοι τον προσπερνούν, φυτεύουν τα τριαντάφυλλά τους σε άλλους κήπους.
 Η  σανιδένια μυρωδιά πεύκου της καρέκλας τον  μεταφέρει στην λευτεριά άλλων εποχών,  σήμερα τον πνίγει, το μπλε τριαντάφυλλο που έψαχνε τόσα χρόνια μαράθηκε, έπεσαν τα φύλλα του, έπαψε να ευωδιάζει,  το διαδίκτυο απρόσωπο, του λείπει η άχνα μιας  ανθρώπινης αναπνοής δίπλα του,  τι κι αν τα χρόνια διάβηκαν, η ψυχή δεν γερνά ποτέ.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Καλό σας Μήνα Μάρτη.

                                            Καλό σας Μήνα Μάρτη

Μια παροιμία στην Αγγλική γλώσσα λέει ο (Μάρτης  μας έρχεται σαν λιοντάρι και φεύγει σαν αρνάκι.)  Έτσι μας ήρθε και ο σημερινός.

 Χθες ήταν χαρά Θεού σήμερα ο άνεμος σφυρίζει απ’ τα σύρματα του ηλεκτρικού των τηλεφώνων  λες και είσαι σε καράβι μέσα  φουρτούνα, αύριο θα χιονίσει, αλλά ότι και να κάνει που θα πάει θάρθει και η Άνοιξη αυτή που όλοι περιμένουμε  να ανθίσουμε κι εμείς όχι σαν φιόρα αλλά  με ένα χαμόγελο στα χείλη, με μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

                                                 Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Καθαρής Δευτέρας συμβάντα


Τα ματσετάκια του βενέτικο σπάγκου που αγοράζαμε  ήταν ισχνά λες και αγόραζες κλωστές μουλινέ για κέντημα, δεν ξέρω γιατί, μετά βρίσκαμε κερί αυτό που έβγαναν οι μέλισσες και τον κερώναμε για να αντέχει. Μύριζε κερήθρα χωρίς μέλι,  αν είχαμε λεφτά αγοράζαμε ακόμα ένα ματσετάκι, και μετά άλλο ένα τα κομπιάζαμε και τα μαζεύαμε σταυρωτά σε ένα ξύλο στη καλούμα, πηγαίναμε στην κρήνη περιοχή Πυλάρου να βρούμε κάνα καλάμι να το ανοίξουμε να φτιάξουμε τρία καλάμια του ίδιο μεγέθους να τα τρυπήσουμε στην μέση με μια πρόκα όπου θα ήταν και το κέντρο.
Μετράγαμε την απόσταση να είναι η ίδια ανάμεσα στον κύκλο τα δέναμε με σπάγκο, πηγαίναμε στα Μακρυώτικα  στου Πετράτου το μαγαζί, (Ντρίλου)  για μια κόλα χαρτί για  *φύσουνα, σκεπάζαμε τον κύκλο διπλώναμε το χαρτί γύρω απ’ τον σπάγκο, και το κολλάγαμε  με μελίγκρα από κορμό αμυγδαλιάς  ή με αλεύρι και νερό, μετράγαμε τα κομπάσα, φτιάχναμε και δέναμε την ουρά και ήταν έτοιμος. Αν είχαμε αρκετό χαρτί φτιάχναμε και τριζόνια και τα κολλάγαμε γύρω, γύρω, έτσι όταν τον πετούσαμε ακουγόταν ένας θόρυβος, ένα συνεχές θρόισμα, κάτι που έκανε εμάς τα παιδιά να αισθανόμαστε  περήφανα  λες και κατασκευάσαμε το πρώτο αεροπλάνο. 
Περιμέναμε το απομεσήμερο που άρχιζε να φυσά ο Μαΐστρος, αυτός που έβγαζε η μπούκα του Μύρτου και απλώναμε τον φύσουνα, δεν υπήρχε μπροστά μας τίποτε εκτός από τις κορφές των δένδρων, που και πού καμιά περγουλιά, μια που δεν υπήρχαν στον δρόμου κολώνες με σύρματα αφού δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Θυμάμαι ο Μαϊστρος ήταν ένας συνεχής απογευματινός άνεμος όπου έδενα τον φύσουνα πάνω στο δαχτυλίδι της στέρνα και πήγαινα περίπατο καμαρώνοντας για το επίτευγμά μου.
Μια φτωχή απλή ζωή, τα καλοκαίρια σαν σκοτείνιαζε  πηγαίναμε στο αλώνι της ανυψωμένης  στέρνας, ο πατέρας η μάνα κι εμείς τα παιδιά αυτοί καθόταν στο δαχτυλίδι κι εμείς ξαπλωμένοι στις ζεστές πέτρινες πλάκες,  μια απόλυτος ησυχία επικρατούσε, σε ένα βαθύ σκοτάδι τα αστέρια το  τρυπούσαν  σαν κόσκινο,  πιστεύαμε ότι ο θεός άναβε  σπίρτα για να βοηθά εμάς να μην χάσουμε το διάβα μας.
Και ξέραμε ότι δεν ήταν  σπίρτα του Ελληνικού μονοπωλίου, τα είχε πλακώσει η σκλαβιά και είχαν εξαφανισθεί,   αλλά σκάτουλες ιταλικές αυτά τα ονομαζόμενα κέρινα όπου άναβαν οπουδήποτε, τα κουτιά από την μια μεριά είχαν ζωγραφισμένο το λιονταράκι της Βενετίας, αυτά τα είχαμε όσο διατηρείτο η Ιταλική κατοχή.   Μετά ήρθε ο πυριόβολας, η χύμα μπαρούτι από τα ιταλικά λάφυρα η των κανονιών ήταν μαύρη σαν μακαρόνια χοντρά και άλλη σαν ξανθές πλάκες, αυτές τις χρησιμοποιήσαμε και σαν προσάναμμά.
Μέσα στο σπίτι πάντα αφήναμε ένα λυχνάρι αναμμένο και ένα κούτσουρο στην χόβολη για να ανάψουμε φωτιά την επόμενη μέρα. Με  το που περνούσε η ώρα πηγαίναμε όλοι για ύπνο, η μάνα άναβε το καντήλι κι έσβηνε τον λύχνο, η μόνη μας στενοχώρια, η μόνη μας σκοτούρα που θα βρεθεί κάτι να μαγειρέψουμε, σκάβαμε για ρίζες ήταν κάτι άσπρες ρίζες  ασκολίμπρια τα λέγαμε, όμως δεν θυμάμαι πως ήταν το φυτό νομίζω έμοιαζε με γαϊδουράγκαθο, αλλά δεν παίρνω όρκο. Όταν κονομάγαμε κανένα κάβολε το μαγείρευε η μάνα με πολύ ζουμί, βάζαμε λάδι και λεμόνι κι αν είχαμε  ψωμί ή μπομπότα ήταν η αμβροσία μας.
    
Και όλα αυτά στην αρχή της άνοιξης σε μια εποχή όπου οι αμυγδαλιές είχαν ντυθεί νυφούλες και σκόρπιζαν το άρωμά τους γύρω στους ανθρώπους περιμένοντας να βασιλέψει η σωφροσύνη, ακόμα και οι μέλισσες ζουζούνιζαν γύρω τους χαρούμενες, ερχόταν η άνοιξη και μαζί η Ελπίδα.
Μόνο οι άνθρωποι μένανε κλεισμένοι στα σπίτια και με διαταγή σκέπαζαν τα βράδια τα παραθυρόφυλλα να μην ξεφύγει καμιά ακτίνα φωτός,   για να μην κάνουν ανταγωνισμό  στα άστρα αυτά που άναβε ο Θεός στο στερέωμα του ουρανού.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  
Φύσουνας=Αητός 


    

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Το πρώτο μου Καρναβάλι.

                                                  Το πρώτο μου Καρναβάλι…

Κάποτε στην ζωή μου  ήμουν νεαρός,  περπατώντας στις νύχτες της Αβάνας Κούβα, τα βήματα μου με έφεραν στο κέντρο της πόλης ακριβώς στην πλατεία όπου στο βάθος φάνταζε επιβλητικό το κτήριο του Καπιτωλίου. Τα  πεζοδρόμια στην απέναντι πλευρά ήταν κατειλημμένα από δυο κέντρα όπου στην φάτσα τους είχαν εγκαταστήσει ορχήστρα με παραδοσιακές κουβανέζικες φορεσιές κι έπαιζαν ρυθμικούς τροπικούς σκοπούς,  ως επί το πλείστων ρούμπα και  cha,cha,cha, que rico   vacilón  μπροστά τα τραπεζάκια   ήταν γεμάτα Αμερικανούς τουρίστες.  τους παρατήρησα όλους με κοντά παντελονάκια και κάτι πλαδαρές σάρκες να κρέμονται απ’ τα γυμνά μπράτσα των κυριών. Δεν  μου καλάρεσε η σκηνή, έψαχνα να βρω κάτι ντόπιο, όχι της μαζικής εκμετάλλευσης ή της νοοτροπίας του μπουλουκιού. Περπατούσα  εκεί  πιο κάτω  από δεξιά υπήρχε η πλατεία με το άγαλμα του απελευθερωτή της Κούβας José Martí   Χοσέ    Μαρτί απέναnτι ήταν το ξενοδοχείο της Αγγλίας από εκεί άρχιζε κα η πλατιά λεωφόρος Del Prado   Δελ Πραδο, όπου κατέληγε στην παραλία.
Ψάχνοντας για κάτι το  αυθεντικό στην δεξιά μεριά του δρόμου μια επιγραφή τράβηξε την προσοχή μου Cafeteria  Crystal τα γράμματα σε ένα μπλε-γαλάζιο χρώμα.  Για να μπεις έπρεπε να κατεβείς τρία  σκαλοπάτια ήταν ένα ημιυπόγειο κατάστημα.
Κατέβηκα, τραπεζάκια μερικά άδεια άλλα με ζευγαράκια μουσική του jukebox και στο βάθος από δεξιά μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν μια απέραντη αίθουσα βαπτισμένη σε ένα άπλετο φως φθοριούχας λάμπας, λάθος μου ήταν καθρέφτες.   
Μου άρεσε τόσο ώστε βγήκα αμέσως έξω πήγα να βρω φίλους συνάδελφους ναυτικούς να πάμε εκεί να θυμηθούμε την πατρίδα, βρήκα τον Μανιάτη,
Έλα του λέω βρήκα ένα όμορφο μέρος κατεβαίνω πρώτος τα τρία σκαλάκια προχωρώ δεξιά στο βάθος και τρακάρω πάνω σε έναν τοίχο από καθρέφτες.
Τάχασα κοκκίνισα τι να πω ότι δεν το είχα προσέξει.
Οι λιγοστοί θαμώνες άρχισαν να γελούν, σε ένα τραπεζάκι καθόταν δυο νεαρές υπάρξεις, μας χαμογέλασαν, πιάσαμε συζήτηση, μας ρώτησαν  από που ήμασταν κάτσαμε στο τραπεζάκι τους, παραγγείλαμε ποτά  μας συστήθηκαν   θεια και μια ανιψιά,  ήταν η αρχή, της γνωριμίας μας, πρέπει να παραδεχθώ ότι ο Μανιάτης ανέλαβε την πρωτοβουλία της πειθώ, σαν πιο μικρός εγώ μου έλαχε να κάνω  παρέα με την ανιψιά, Κάρμεν το όνομά της μια κούκλα κι  ο Μανιάτης με την θεια, ήμασταν και οι δυο μας χαρούμενοι, παραγγείλαμε ποτό ron  bacardi με κόκα κόλα και λεμόνι πράσινο     cubalibre, όλοι μαζί η παρέα ξεχυθήκαμε στους δρόμους όπου ο λαός γλεντούσε ήταν Καρναβάλι.  Μπροστά πήγαινα οι μουσικοί,  χορεύτριες, από πίσω ακολουθούσε μια λαοθάλασσα όπου λικνιζόταν σύμφωνα με τον ρυθμό της ορχήστρας Ρούμπα και Κόνγκα, ήταν οι περίφημες “Comparsas”  κομπάρσας, κι εμείς χαρούμενοι ζευγαρωμένοι λικνιζόμασταν λες και ήμασταν στο βαπόρι όπου  έκανε μπότζι, όμως  δεν ήταν βαπόρι αλλά ένα αποκριάτικο ξεφάντωμα,  εμείς καμαρώναμε  πρωτάρηδες[G1]  με την παρουσία γυναικών είχαμε ξετρελαθεί νομίζαμε ότι ήμασταν  στον ουρανό  γεμάτο ουρί του παραδείσου.
 Κατά τις 11:30 τα μεσάνυχτα βλέπουμε αστυνομικούς να μπαίνουν μπροστά και να σταματούν την μουσική, μας είπαν διαλυθείτε έγινε πραξικόπημα, ο κόσμος άρχισε να διαλύεται,   ανεβήκαμε στο πεζοδρόμιο  αστυνομικοί  μας είπαν κατά λέξη γυρίστε στο βαπόρι σας, και τα κορίτσια λέω; Τι θα γίνουμε;
Βρε άστες  αυτές  πάμε να φύγουμε λέει ο Μανιάτης.
Τι είχε συμβεί ο «Fulgencio Batista»  Μπατίστας είχε έρθει απ’ το Μαϊάμι, με πραξικόπημα  κατέλαβε την κυβέρνηση του Carlos Prios Socaras.
Ήταν 10 Μαρτίου 1952
Τι άδοξο τέλος είχε το πρώτο μου καρναβάλι…  αλλά μετά ήρθαν κι άλλα κάθε ένα με διαφορετικό γούστο.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Happy Valentine's Day

Εύχομαι σε όλους αναγνώστες, επισκέπτες   του ΠΥΛΑΡΟΣ  
             Happy Valentines Day
14 Φεβρουαρίου, είναι η ημέρα των ερωτευμένων, ή κατά τον 
δυτικό πολιτισμό 
η ημέρα που εορτάζουn-με τον Άγιο Βαλεντίνο.
Όλα τα πράγματα στην ζωή σου  εργάζεσαι για να τα αποκτήσεις,
το υλικό κέρδος, τα λούσα, ακόμα και  τις αγάπες.
Ο έρωτας δεν σε ρωτά, έρχεται μόνος του και θρονιάζεται
στην καρδιά σου, σε μια βαριά βελούδινη πολυθρόνα, 
που τα πόδια της στηρίζονται στο αριστερό 
μέρος του στήθους σου.
Για να ισορροπήσεις πρέπει να τον καταφέρεις  να φύγει,
 ή αν όχι  να  δώσει την θέση του στο πρόσωπο που 
ενέπνευσε τέτοιο σκλαβωμένο  αίσθημα ώστε να πάψει 
να κοχλάζει η λάβα, έτοιμη να εκραγεί.

Διαλέγεις και παίρνεις αν είσαι δυνατός φεύγεις, αν όχι υποτάσσεσαι 
στο μοιραίο. 
Και να φανταστείς ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει ποτέ 
τους τέτοιο ηφαιστειογενές αίσθημα. 
Δεν ξέρω, ίσως  θα τους κατάρτιζα στους τυχερούς…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  







Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Για να μην Ξεχνιόμαστε:

                                  Για να μην ξεχνιόμαστε:

Ημέρα της Υπαπαντής 2 Φεβρουαρίου 2017  μια καλοθύμητη μέρα, φίλοι της Παρέας  συγκεντρωθήκαμεστην Αστόρια  σε μια Ελληνική ατμόσφαιρα, όπου κουτσοπίνοντας και συζητώντας λύσαμε όλα τα προβλήματα του κόσμου.
Ετοιμαζόμαστε για την επόμενη συνάντηση…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης   



Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Το Γράμμα!

Σε όλη μου την ζωή έχω ταξιδέψει με καράβια πολλά χρόνια, με αεροπλάνα πολλές φορές. Με αυτοκίνητο κάθε μέρα, αλλά μια φορά ταξίδεψα και με τραίνο, από όπου και η ιστορία που σας παραθέτω πιο κάτω:

                   Το Γράμμα! -
Έλα ήλιε μου πούσε σπουδαγμένος να μου διαβάσεις τι μου λέει τούτο εδώ το  γράμμα.
-Είναι   από το Λος Άντζελες της Αμερικής,  λέει άμα βρεθεί γαμβρός να παντρευτείς  αυτός σου έχει  στην άκρη την προίκα σου να σου την στείλει:
 -Πόσα λέει  γιε μου;
-Εδώ λέει 500.00 κανονικά σύμφωνα με την αριθμητική διαβάζοντας τα μηδενικά από δεξιά προς τ’ αριστερά,  πρέπει να λέει πενήντα χιλιάδες. Αλλά με προβληματίζει κι αυτή η τελεία.
-Πω, πω λεφτά!!
Με φίλεψε ένα κομμάτι ξερή μπομπότα τηγανισμένη σε ελαιόλαδο που έμοιαζε με παντεσπάνι, ζήτησα να πιώ νερό «το θεώρησε τιμή της» άνοιξε τα αρμάρι και μούφερε ένα ποτήρι γυάλινο τόσο φτενό, «αυτό που φύλαγε για επισκέπτες ή σπουδαία πρόσωπα»,  όπου καθώς το δάγκωσα έσπασε, φοβήθηκα,  έφτυσα και την μπομπότα.
-Μην  το μολογήσεις σε κανέναν για το γράμμα, μούπε.
Την καληνύχτισα κι έφυγα.
Στο χωριό βασίλευα η αναρχία κυνηγούσαν τους ανθρώπους  λες και ήταν λύκοι…
Η τύχη τάφερε να συναντηθούμε στο Λος Άντζελες, εγώ θαλασσοβρεγμένος,  παιδί αμούστακο, αυτός φερμένος στην Αμερική προπολεμικά.  Ήταν μια Κυριακή 12 Μαρτίου το 1951, έφθασα στο λιμάνι αυτό προερχόμενος από Βέλγιο με βαπόρι φορτωμένοι παλιοσίδερα.      Συναντηθήκαμε σπίτι του αφού πήρα ταξί  κατά τις 7 το βράδυ καθίσαμε να φάμε αρνί γκιουβέτσι μούπε ότι τόφτιαξε προς τιμή μου, για να με καλωσορίσει. Έκατσα  μαζί του στην Σάντα Μόνικα  μέχρι τέλος του μήνα με πήγε στην Αγιά Σοφιά, στα διάφορα στούντιο του Χόλυγουντ όπου είδα στα πεζοδρόμια ή αυλές των στούντιο ονόματα αστέρων εντοιχισμένα ανάγλυφα
 Ήταν ο άνθρωπος που είχε στείλει το γράμμα.
Έτσι μια πρωταπριλιά πήρα το τραίνο από Λος Άντζελες για Νέα Υόρκη, ήταν Κυριακή.  
    
 Πάνε  πολλά χρόνια από τότε, ήταν η  4η Απριλίου ταξίδευα σ’ ένα τραίνο για 72 ώρες. Είχα ένα ρολόι του χεριού το είχα αγοράσει απ’ το Ρίο Της Βραζιλίας και ήμουν τόσο ανήσυχος και νευρικός αν και αμούστακο παιδάκι που κάθε λίγο και λιγάκι το κούρδιζα μέχρι που το έσπασα. Η διπλανή μου μια κοντούλα γυναίκα μου τόλεγε μην το κουρδίζεις τόσο θα το σπάσεις. Όχι δεν ήξερα την γλώσσα  εκτός από μερικές ολίγες λέξεις, όμως ήμουν τόσο αποχαυνωμένος από αυτά που συμβαίνανε  γύρω μου ώστε δεν είχα ησυχία, κοίταξα την μηχανή τα βαγόνια του τραίνου έγραφε  Santa Fe,   El Capitán  κι εγώ επιβάτης λες και ήταν το orient express που όμως δεν ήταν αλλά ένα τραίνο που με έφερνε στο Σικάγο.  Εκεί  αλλάξαμε σταθμό στο La sale station  κι από εκεί μας μετέφεραν σε άλλο τραίνο της New York Central όπου φθάσαμε στο    Grand Central Station, της Νέας Υόρκης,   ήταν μέρα Τετάρτη, 4 Απριλίου 1951.    
Αλλά πάλι το τραίνο δεν έμοιαζε με καράβι, ταξίδευα  τρία  εικοσιτετράωρα  κοιτώνας απ’ το παράθυρο, στην αρχή έβλεπα πράσινους κάμπους με πορτοκαλιές, μετά  αχανές εκτάσεις και με τα μάτια της φαντασίας μου αποτύπωνα το  Wild West   που κάποτε έβλεπα στις καουμπόικες μαυρόασπρες  ταινίες.
Μόνο έλειπαν οι ινδιάνοι! 
Ήταν ένας χρόνος  όπου διαμόρφωσε κατά κάποιον τρόπο το ποιος είμαι σήμερα, (την τύχη μου)

Θυμούμαι την αθωότητα του τότε όχι μόνο την δική μου, μα και αυτών που άφησα πίσω στην Ελλάδα, αυτών που χάθηκαν, αυτών που βασιζόταν πάνω μου, αυτών που με κατευόδωσαν με τόση αγάπη, αυτών που   δεν ξαναείδα ποτέ, αυτών που γελάστηκαν στις προσδοκίες των.

Σήμερα το φιλοσοφώ και σκέπτομαι την συνεχή  μετακίνησή  μου καβάλα στης  θάλασσας την αγκαλιά, μα και σε στεριά, σε μέρη άγνωστα, σε ζούγκλες και τσιμεντουπόλεις σε πρωτόγονες κοινωνίες μα και σε αυτές που σε θωρούσαν αφ’ υψηλού, λες και ήταν η μαντάμ Σουσού,  (του ψαθά)  για πολλά, πολλά χρόνια.    

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης     


Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Το Μαγεμένο Αρτόδενδρο

                                          Το μαγεμένο  Αρτόδενδρο

Το κορίτσι και τ’ αγόρι προχωρούσαν αγκαλιασμένοι στη ζούγκλα με οδηγό τους τ’ αχνάρια του  μονοπατιού  που είχαν αφήσει τα τεράστια ξανθά μερμήγκια, αυτά που ξεγύμνωναν τα δένδρα από τα φύλλα τους. Στα χέρια τους κρατούσαν  «ματσέτες» κι άνοιγαν δρόμο στην πυκνή βλάστηση. Σε κάθε τους βήμα με το θρόισμα των θάμνων σηκωνόταν κουνούπια σα σύννεφο κι επιτίθεντο.
Για προστασία είχαν δέσει στην πλάτη τους μακριά άδεια τσουβάλια,  έψαχναν για ξερόκλαδα   να ανάψουν φωτιά στην καλύβα τους  που ήταν φτιαγμένη από κορμούς δένδρων. Η σκεπή ήταν πλεγμένη από φύλλα φοίνικα. Αλλά  πράμα παράξενο μερμήγκια δεν φαινόταν πουθενά.
-Μπορεί να τα έφαγαν οι ιθαγενείς, είπε το  κορίτσι.
Ένα τεράστιο δένδρο γεμάτο καρπούς φάνηκε μπροστά τους.
-Για κοίτα ένα αρτόδενδρο, είπε το αγόρι,
-Αυτό δεν είναι αρτόδενδρο αλλά το στοιχειωμένο δένδρο, λέγεται χίκαρα,   τα φρούτα του μοιάζουν σαν κολοκύθες αλλά στην πραγματικότητα είναι νεκροκεφαλές, είπε το κορίτσι…
-Είναι ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την παράδοση των ιθαγενών Μάγια, ξανά είπε το κορίτσι. Εάν το κόψει γυναίκα φυτρώνουν μέσα της οι σπόροι του και μένει έγκυος…
-Καλύτερα  να γυρίσουμε είπε το αγόρι, που είχε αρχίσει να φοβάται.
Μου θύμισε τον εαυτόν μου παιδάκι. 
Έτσι όπως πήγαινα στο χωράφι ακόμα δεν είχε ξημερώσει καβάλα στο γαϊδουράκι πέρασα μπροστά από το εκκλησάκι του Αγίου Νικόλα, αυτό που ήταν απέναντι από τον δημόσιο δρόμο στα ξερά τοποθεσία της Πυλάρου.
Ένα μνήμα ανοιχτό κι ένας καλόγηρος μαυροσκούφης κατέβαινε   μέσα, τρόμαξα,  έμεινα πάνω στο σαμάρι απολιθωμένος, ο γάιδαρος άρχισε να κλωτσά με πέταξε ψηλά και μετά έπεσα στο χώμα, άρχισα να φωνάζω το γαϊδουράκι τόβαλε στα πόδια κι εξαφανίστηκε.
Μου είπαν ότι θα ήταν η οργή του θεού, δεν ξέρω,   αλλά μέχρι σήμερα επιμένω ότι το είδα.
Πέρασαν τα χρόνια, γύρισα πάλι στο χωριό, ξάπλωσα  πάνω σε ένα παλιό στρώμα του καναπέ, αλλά ένα σιγανό πήγαινε έλα δεν με άφηνε να κοιμηθώ, μόνος μου στο έρημο σπίτι σε αυτό που κάποτε γεννήθηκα, άνοιξα τα μάτια μου γύρω από το φως είχαν μαζευτεί ένα σωρό σαύρες κι έτρωγαν τα ζωύφια της νύχτας…
Κατάλαβα ήταν η παρέα μου, ήταν αυτές που ήρθαν να με συναντήσουν χαρούμενες για τον γυρισμό μου…
Μετά ήρθε μια αράχνη, άρχισε να υφαίνει τον ιστό της στην γωνιά της πόρτας μην ξέροντας ότι με το που θα άνοιγα την πόρτα θα γκρεμιζόταν όλοι οι κόποι της.    
Ξημέρωσε ακούστηκε η σφυρίχτρα του αγροτικού απ’ το Ληξούρι, έτρεξα να προλάβω να προμηθευτώ τα ζαρζαβατικά μου, φρούτα μα και κρασί άσπρο βοστιλίδι  απ’ τους πλανόδιους Ληξουριώτες που καθημερινά περνούσαν απ’ το χωριό.+ 
  

Γύρισα την σελίδα, σήμερα  βρίσκουμε, στη Νέα Υόρκη απ’  το παράθυρό μου βλέπω το χιόνι και  μου θυμίζει  τη μια, μα και δυο μα και τρεις διαφορετικές ζωές,  αυτές που  έγραψαν την ιστορία μου στην κεφαλή  μου επάνω, την ξύνω κι έρχονται στο φως εικόνες του τότε, λες και πέφτει  αστροπελέκι.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

To Σπίτι μου το Πατρικό:


Το σπίτι μου το Πατρικό:
Διαβάτης πέρασε φίλος, μούστειλε τις φωτογραφίες, από τα Μαρκάτα Πυλάρου, σήμερα 8 του Γενάρη 2017
Το κοιτάζω με καμάρι, το κοιτάζω και δακρύζω, το κοιτάζω και δεν το πιστεύω, είναι  το σπίτι που γεννήθηκα, λευκοντυμένο στο χιόνι, άρα γιατί;  Ποιον  να περιμένει μήπως εμένα; Ή μήπως ετοιμάζει κάποια κρυφή γιορτή και δεν μου το λέει;
Μα και η λεμονιά  μου στην κάτω δεξιά γωνία γεμάτη κίτρινα λεμόνια κι αυτή με περιμένει.
Δάκρυα μούρθαν στα μάτια κι ένα αιώνιο γιατί, είμαι τόσο μακριά του, άρα ποιος να φταίει;
Μια φωνή μου λέει:   
Μην το  ψάχνεις, μην ανακατεύεις το γιατί, αν το βρεις, θα είναι μια απίστευτη τραγωδία, αυτή που ζήσαμε όλοι μας τα πέτρινα χρόνια…

Και όμως είναι ο μαγνήτης μου, η νοσταλγία μου, η ζωή μου,  είναι το μέρος που πρωτάνοιξα τα μάτια μου, αυτό πρωτάκουσε την πρώτη μου λέξη μάνα…
Εδώ πάει και το Ποίημα του Γ. Δροσίνη
Ξένε που μόνος κι έρημος σε ξένους τόπους τρέχεις,
Πες μου ποιος είναι ο τόπος σου και πια πατρίδα έχεις;             
Γαβριήλ Παναγιωσούλης