Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Το Πεπρωμένο!!!

Εύχομαι στους φίλους-ες, αναγνώστες-στριες, Χρόνια πολλά κι ένα ευτυχισμένο καινούργιο χρόνο 2018  
Το Πεπρωμένο…

Ήταν ένας καρδιακός μου φίλος  Θεσσαλονικιός, σαν  αξιωματικοί του βαποριού μας είχαν  καλέσει σε ρεβεγιόν  στο Lion club, πολύ savoir vivre δεν μας άρεσε με την αλλαγή του χρόνου φύγαμε για το βαπόρι,  μετά τα μεσάνυχτα   βγήκαμε πάλι στο λιμάνι, μπήκαμε  σε  κέντρο, ο κόσμος γλεντούσε χόρευε,  δυο ξένοι εμείς φαινόμαστε σαν τη μύγα μες το γάλα, πιάσαμε φιλίες  αυτός έφυγε με το βαπόρι, εγώ άφησα την καρδιά μου και ξαναγύρισα, ήταν πρωτοχρονιά…
Και όμως υπάρχει πεπρωμένο…       
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Η Αγία νύχτα, La noche Buena

                                Το σήμερα,

Αυτό που διαφέρει τους μετανάστες σε μια ξένη χώρα από τους γηγενείς είναι ότι, εμείς ως μετανάστες προσπαθούμε  ώστε οι δικές μας συνήθειες, γλώσσα και πιστεύω να συνεχίσουν να υπάρχουν στην καινούργια μας πατρίδα έτσι όπως τα διδαχθήκαμε στην χώρα που γεννηθήκαμε,  η οικογένεια είναι ο συνδετικός κρίκος.
Στην φωτογραφία,  La noche buena, η Αγία νύχτα  οικογενειακή Χριστουγεννιάτικη συγκέντρωση στο σπίτι. 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Χριστούγεννα ανά την υφήλιο

                          Χριστούγεννα ανά την υφήλιο


Χριστουγεννιάτικες μνήμες στο χωριό δεκαετία 1940
Η μπότα του κατακτητή ακουγόταν στον δρόμο, βαριά σκληρή.
Χριστός γεννάτε σήμερον  αδέλφια μου, μόνο μια μπουκιά ψωμί 
Η ελπίδα του λαού, ξέσπαγε σ’ ένα παραλήρημα θρησκευτικής  έξαρσης, γονυπετούσαν κι έκαναν μετάνοιες. Απ’ έξω απ’ την εκκλησία κόχλαζαν τα πάθη, οι σκοτωμοί,  η πείνα, η δυστυχία, η  κοινωνία μας  μικρή , ο κόσμος μας, τόσο κλειστός όσο χώραγε το μάτι σου.
Και όμως ήταν Χριστούγεννα!
                                  *
Χριστουγεννιάτικες μνήμες  Αθήνα 1949
Ένα υπόγειο παγωμένο, στην Καλλιθέα, η ιδέα ήταν της θειας μου  θα τρώγαμε κρέας, μια κονσέρβα  Αργεντινής   Corned beef, ανάψαμε την γκαζιέρα Πίτσος,  η λαδιά του τηγανιού γέμισε τα πλεμόνια μας.
Και όμως ήταν Χριστούγεννα.
                                  *

Χριστουγεννιάτικες μνήμες,  Νέα Υόρκη 1951
Ήρθε η φιλόπτωχος, κάποιας ενορίας της Νέας Υόρκης, μερικές συμπαθητικές κυρίες, μαζί τους κι ένας ιερέας,  μας μοίρασαν δωράκια γλυκά απ’ την πατρίδα, μας πούλησαν ελπίδα  ξημέρωνε Χριστούγεννα.
Με ξύπνησε θόρυβος από κλειδιά αυτά που κουδούνιζαν  στα χέρια του δεσμοφύλακα, κρύφτηκα κάτω απ τα σκεπάσματα, δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, ένας λαθραίος χωρίς φωνή.
Και όμως ήταν Χριστούγεννα,
                                  *  
Χριστουγεννιάτικες μνήμες,  αναχωρώντας την παραμονή των Χριστουγέννων 1956  απ’ το λιμάνι της Νέας Ορλεάνης για Μπαγκλαντές φορτωμένοι ρύζι απ’ τον γύρω του ακρωτηρίου της καλής Ελπίδας Νότια Αφρική, ένα ταξίδι 120 ημερών κι όμως ξημέρωναν Χριστούγεννα, κανείς μας δεν είχε διάθεση για ευχές ένεκα της επικινδυνότητας του ταξιδιού….  Απελπισμένοι πήγαμε για ύπνο αφήνοντας την τύχη μας στα χέρια του Θεού, ενός Θεού που μας έσωσε.
                                  *
Χριστουγεννιάτικες μνήμες, στο λιμάνι 1961 Σαν σκοτείνιασε ξεχυθήκαμε στους δρόμους, δεν ζητάγαμε τίποτε παρά ένα καλό λόγο μια  αγάπη, μια ανθρώπινη ζεστασιά, ένα χαμόγελο κάτι να θυμηθούμε κι εμείς ότι  ήταν Χριστούγεννα, ο λαός γλεντούσε στους δρόμους, παραμονή Χριστουγέννων, μουσική και χορός  παντού, ναυτικοί εμείς ψάχναμε για κάτι διαφορετικό μακριά από του λιμανιού τα καταγώγια.  Ανακατευθήκαμε με τους ντόπιους, ψάχναμε, μερικοί βρήκαν το  χαμόγελο, χορέψαμε, γλεντήσαμε μέχρι το πρωί. Ήταν η Αγία νύχτα,
Noche Buena.
Και όμως ήταν Χριστούγεννα


Οι λιτανείες (posadas) διαδεχόταν η μια την άλλη, όλες κουβαλούσαν το ομοίωμα του Ιησού (Él Niño) και  προσπαθούσαν να βρουν φιλοξενία να το κρύψουν σε σπίτια νοικοκυραίων, σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα. Περνούσαν απ’ έξω απ’ το σπίτι μου. Οι  γυναίκες έψαλλαν… εγώ παρακολουθούσα,  έκλεισα τα μάτια μου και είδα την φάτνη αυτή που έφτιαχνε η μάνα μου.
Ερχόταν Χριστούγεννα.

                          *
Χριστουγεννιάτικες μνήμες  2011
Σε  ένα λιμανάκι της Γουατεμάλας  στο Livingston στην καραϊβική,  περάσαμε την παραμονή Χριστουγέννων σε κέντρο ακούγοντας προς τιμή μας  τραγούδια της γλώσσας   garífuna, γρατζουνώντας την κιθάρα τους, οι κάτοικοι   είναι μίγμα απογόνων, West African, Carib, and Arawak.
Απολαύαμε την ημέρα των Χριστουγέννων περιστοιχισμένος από παιδιά και εγγόνια μας  κάνοντας  μπάνιο σε πλαζ της περιοχής.
Κι όμως ήταν Χριστούγεννα, Χριστούγεννα αναμνήσεων, Χριστούγεννα διαφορετικά, Χριστούγεννα ευτυχισμένα.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης    
    








Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Merry Christmas

Χθες 14- Δεκ. 2017 συναντηθήκαμε  φίλοι να εορτάσουμε την επίσκεψη του χειμώνα και να προετοιμαστούμε για τις Χριστουγεννιάτικες εορτές από όπου και οι φωτογραφίες
   
  
 Καλά  Χριστούγεννα 2017
       Feliz Navidad, Merry Christmas                                          
 Στη ζωή μου πέρασα πολλές  χριστουγεννιάτικες νύχτες, άλλες σε πεζοδρόμια, άλλες στο πέλαγος έγκλειστος σε πλεούμενο σκαφίδι, άλλες σε κρατητήρια, άλλες σε πρωτόγονα μέρη με συντροφιά την αγάπη, άλλες σε μεγαλουπόλεις, με συντροφιά τη μοναξιά.
Σε όλα αυτά τα μέρη έχω αφήσει χαραγμένα μονοπάτια…   Σε αυτά τα μονοπάτια νοσταλγικά τολμώ να ξανα-περπατήσω, μάρτυρές μου οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες,
Σήμερα   ξέρω ότι όλα έχουν αλλάξει, αλλά δεν ψάχνω να βρω την πηγή του αθάνατου νερού της Shangri-La  αλλά την  Χριστουγεννιάτικη νύχτα  αυτή που κάποτε, ξενύχτησα…

  Σήμερα θα στολίσουμε το Χριστουγεννιάτικο δένδρο, τότεπίσω στο χωριό  δεν το ξέραμε, δεν υπήρχε,  θα το γεμίσουμε διάφορα πολύχρωμα πακέτα με φιόγκο δεμένα για ανταλλαγή  δώρων, θα μαζευτούμε όλοι  μαζί για ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι με πλούσιο φαγητό…
Τότε μας ζέσταιναν οι αναπνοές της φάτνης των αλόγων και η κλειστή οικογενειακή θαλπωρή, σήμερα μας ζεσταίνουν τα δώρα, η περιττή ύλη, αυτή που πνίγει την αίσθηση, και δωροδοκεί την σκέψη.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης     




Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Διώβολον, Χριστούγεννα έρχονται:

                          Χριστούγεννα έρχονται
Τα Μαρκάτα το χωριό μου χάνονται ονόματα οικογενειών που από εκατονταετίες είχαν ριζώσει στο χωριό εξαφανίζονται, ακόμα και οι περιουσίες τους κείτονται  παρατημένες ερείπια παντού, αγριόχορτα έχουν πνίξει ότι απέμεινε,  αράχνες, κουκουβάγιες και νυφίτσες έχουν καταλάβει τα πάντα.   
Και όμως κάποτε ήταν γεμάτο κόσμο, ναι ήταν δύσκολες εποχές, πόλεμος, φτώχεια, σκοτωμοί. 
Όποιος είχε ένα γαϊδουράκι θεωρείτο πλούσιος για να ζήσουν οι οικογένειες πήγαιναν με τα πόδια στο θέματα εκεί έκαιγαν καμίνια έβγαναν κάρβουνο, και ήταν οι περισσότεροι κάτοικοι, άλλοι είχαν τίποτε χωράφια τα έσπερναν κριθάρι ή σιτάρι, ή καμιά κατσίκα για γάλα. Μετά στην πρώτη συγκομιδή ο Αντώνης ο γείτονας έφαγε ένα ολόκληρο καρβέλι ζεστοφούρνι κόντεψε να πεθάνει.
Ήταν εκεί δίπλα μας το αλώνι, εκεί μάζευαν τις θημονιές, μετά  βλέπαμε  τ’  άλογα να γυρίζουν γύρω γύρω να ποδοπατούν τα στάχυα, ακουγόταν οι φωνές των ανδρών, αυτοί όπου με το δικριάνι  πετάγανε τον ποδοπατημένο  καρπό ψηλά και ο μαΐστρος να  φυσά να ξεχωρίζει τ’ άχερα απ’ το στάρι, λες και ήταν Θεϊκή πνοή.        
Εμείς μικρά παιδιά  κοπανίζαμε στο τσιμεντένιο πάτωμα αψάνες σταριού να κατακάτσει το στάρι να το αλέσουμε στον χειρόμυλο να βράσουμε στη παδέλα  κοφτό ή πλιγούρι, ή ακόμα και στην τσερέπα και τα μουστάκια της αψάνας να κολλάνε πάνω στα γυμνά πόδια μας, σε όλο μας το σώμα, και όμως το χωριό μου ήταν γεμάτο παιδιά να τρέχουν το στεφάνι, να παίζουν πίτσι, το τοιχάκι, το στριφτό συνήθως με δεκάρες  χάλκινες όπου έγραφαν «Διώβολον  1869 Γεώργιος Βασιλεύς των Ελλήνων,» ή με πεντάρες που έγραφαν «Ελληνική Πολιτεία 1831 Καποδίστριας κυβερνήτης»  ή κέρμα της μιας δραχμής «Όθων Βασιλεύς της Ελλάδος 1832»   να παίζουν καραμπάνα με βύσαλα, τα κορίτσια να παίζου ένα λεφτό κρεμμύδι γκέο βαγκέο και δεν περνάς κυρά Μαρία δεν περνάς  περνάς… ακόμα και πενταύγουλα   και όλα μαζί τα παιδιά να τρέχουν να προλάβουν να πουν τα κάλαντα έχοντας μια χριστουγεννιάτικη κάρτα σε ένα καλάμι,   το «καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ο ορισμός σας Χριστού την θεία γέννηση να πω στα αρχοντικό σας,» (έστω κι ας ήταν μια παράγκα) κι όλα μαζί τα παιδιά να περιμένουμε τα Χριστούγεννα να μεταλάβουμε να κάνουμε χρυσό δόντι έτσι μας έλεγαν, με μια πίστη όπου η ρίζες της ήταν στου χωριού την απομόνωση και στην αθωότητα της σκέψης.
Αλλά πάλι όλα αλλάζουν όλα κινούνται τίποτε δεν είναι στάσιμο ακόμα και η ηλικία, όμως  πάντα θυμόμαστε με αγάπη τα πρώτα μας βήματα πάνω σε  τούτο τον πλανήτη, που νομίζουμε ότι είναι δικός μας που δεν είναι, αλλά ένας κόκκος άμμου στην απεραντοσύνη του σύμπαντος .
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  





Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Απολογισμός

                                          ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Το παρακάτω δημοσίευμα δεν είναι ψέματα, είναι η ίδια η ζωή, αυτή που πολλοί από εμάς αγνοούμε, ή μάλλον κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά σε μια πραγματικότητα,  η οποία ναι δεν έχει όνειρα…
Όσοι το διαβάσουν ίσως να το θεωρήσουν απαισιόδοξο, αλλά είναι  μια ρεαλιστική καμπή της ζωής μια σκέψη όπου γεννιέται εκ των υστέρων…   
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ, χρόνου, και πράξεων.
Τα βάνεις σε ένα κόσκινο και κοσκινίζεις, αναλύεις αυτά που μένουν, αν είναι αλεύρι μένουν πίτουρα, αν είναι πράξεις μένουν οι κακές, αν είναι λάθη, αυτά σε κυνηγούν σε όλη σου τη ζωή, αναποδογυρίζεις το κόσκινο και τα πετάς, μένουν κάτι κατακάθια, ε! αυτά είναι τα λάθη σου, τα φέρνεις στο σάκο σου, αυτόν που σου έραψε στα μέτρα σου ο χρόνος, αυτός που σε κοιτά από πέρα σου χαμογελά και σε περιμένει, δεν του ξεφεύγεις, παραδέξου το, έτσι είναι η ζωή.


Μια φορά κι ένα καιρό (έτσι αρχίζουν τα παραμύθια)  νόμιζα ότι κατείχα τον κόσμο ολόκληρο τόσο πολύ αισθανόμουν, άνετα. Είχα τέτοια εμπιστοσύνη στον εαυτόν μου, όπου μπορούσα να εγκλιματισθώ εύκολα σε ξένες κουλτούρες, έστω κι ας ήμουν αδαής  από σχολικής μορφωτικής απόψεως
Παράκλεινα από  την τυπική  ζωή  του  Έλληνα μετανάστη του   καιρό  εκείνου   όπου ο μόνος του σκοπός ήταν να κάνει χρήματα. Έκανα μια ζωή μποέμικη, «μερικοί την θεωρούσαν αλήτικη»  ήταν  όμως  με ηθικούς  φραγμούς αυτούς που μου είχαν μάθει απ’ το χωριό μου. Όλα αυτά διότι δεν άντεχα την πίεση της κοινωνίας προς απόχτηση ύλης, πλούτου. και τις τρικλοποδιές που σου φέρνει η ζωή.  Με κυνηγούσε λες και ήταν κατάρα, ο ανθρωπισμός,   η ανάγνωση, η μάθηση, η έρευνα, η περιέργεια,  ο έρωτας,   μα και η ελευθερία του ατόμου  ώστε όλα αυτά μαζί πήραν προτεραιότητα στην ζωή μου.

Σήμερα που τα χιόνια ήρθαν στα μαλλιά, σήμερα που η πλάτη αναστενάζει από το βαρύ δισάκι του χρόνου,  βλέποντας την κοινωνία δεύτερες σκέψεις έρχονται  στον νου  γιατί να παρεκλείνω  από το στόχο  του Έλληνα μετανάστη που ήταν το χρήμα, ένα που όλοι σήμερα προσκυνούν τόσο πολύ ώστε και το καλημέρα  που θα σου πει η σημερινή κοινωνία πρέπει νάχει κέρδος.  Εννοώ  την παγκόσμια, μα και αυτή που ζούμε…
Τελικά είναι αργά για αλλαγή αλλά πάλι σκέπτομαι ο άνθρωπος γεννιέται δεν φτιάχνεται, οπότε  το φιλοσοφώ περιμένοντας μια άλλη ευκαιρία ν’ αλλάξω ίσως στην επόμενη ζωή, αλλά πάλι ξέχασα, η ζωή είναι  μία και μοναδική, μετά έρχεται ο θόρυβος  της αιώνιας σιωπής, αυτόν που κάνουν οι κωπηλάτες του Αχέροντα, που και ο βαρκάρης όμως, θέλει το κέρμα για να σε περάσει απέναντι…  
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
       



Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

happy Thanksgiving day

Για άλλη μια χρονιά εορτάσαμε όλοι μαζί την ημέρα των Ευχαριστιών 23 Νοεμβρίου 2017
Στην αρχή ήταν 1+1=2+3=5+3=8+5=13
Και του χρόνου νάμαστε καλά με υγεία



                                                    Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Ο ίδιος Θεός, Διαφορετικές Δοξασίες...


 O ίδιος Θεός, διαφορετικές δοξασίες.    


Μικρός στο ιερό της εκκλησίας του χωριού μου σε ένα καμινέτο από 4 πρόκες κι ένα καπάκι με οινόπνευμα έβραζα το ζέω σε ένα μπρίκι  του καφέ όταν εφώναζε ο παπάς, μετά έβανα λιβάνι στο θυμιατό και έλεγα  το Πάτερ υμών. Μια μέρα  ξανοίχτηκα, στο θαλασσινό άπειρον εκεί όπου δεν υπάρχουν σύνορα, στο διάβα μου συνάντησα καινούργιες θρησκείες, καινούργια πιστεύω, δεν ξέρω, ίσως και τον ίδιο Θεό. 
                 *
Περπατούσα  μόνος στις μικρο-γειτονιές, όταν από κάπου κοντά ακουγόταν φωνές, μετά ρυθμικά παλαμάκια, μετά πάλι σαν να ωρύονταν άνθρωποι.
Παραξενευμένος πλησίασα και παρακολουθούσα την τελετή. Ήταν μια εκκλησία   «Πεντηκοστής» όπου όλοι φώναζαν και κινούνταν, λες και ήταν σε βαπόρι με φουρτούνα. Όλοι αυτοί ευλογούσαν  τον Θεό
Η σκηνή στο Kingston Jamaica.
                    *
 Μπροστά απ’ το άγαλμα ήταν κάγκελα κι επάνω εκεί ήταν κρεμασμένες κοριτσίστικες πλεξούδες, τάματα προς τον Βούδα, από στο αριστερό μέρος του «ναού» τεράστιες ζωγραφιές που μπροστά τους έκαιγαν δεκάδες κεριά,
Ο Βούδας καθιστός οκλαδόν με τα μακριά αυτιά του μας κοίταζε σιωπηλός  έμεινα αποσβολωμένος κοιτάζοντας τις ζωγραφιές μερικές τρομακτικές. Γυναίκες ερχόταν ένωναν τις παλάμες τους και με κοίταζαν  περίεργα.
Βγήκα φόρεσα τα παπούτσια μου που είχα αφήσει στα σκαλιά και βιάστηκα να φύγω. Η σκηνή στην Βιρμανία Μyanmar.
                    *     
Με  τραβούσε συχνά στον καθεδρικό ναό του Αγίου Λουδοβίκου, φόραγε στο κεφάλι της ένα κεντητό μαύρο μαντήλι, με το που μπαίναμε μου έλεγε αυτή να βρέξω τα δάχτυλα μου από μια γούρνα νερό που ήταν στην δεξιά μεριά της εισόδου, να κάνω το σημείο του σταυρού, μ’ έπαιρνε μαζί της και γονατίζαμε σε κάτι στασίδια, αυτή κάτι ψιθύριζε, εγώ απλώς κοίταγα τα αγάλματα.
Η σκηνή στην Νέα Ορλεάνη.
                    *
Με  είχαν πάρει ακλούθα ένα σωρό πιτσιρίκια, για να τ’ αποφύγω μπήκα σε μια αυλή όπου στο βάθος ήταν ένα πράσινο τέμενος, η πόρτα ανοιχτή, μπήκα μέσα, μια θάλασσα ασπροφορεμένων ανδρών  γονυπετείς προσευχόταν, κάποιος δεν ξέρω από πού ήρθε δίπλα μου και μου έδειξε τον δρόμο να φύγω, μάλιστα μάλωσε και τα πιτσιρίκα που έφυγαν. Η σκηνή στο Chittagong Bangladesh
                    *
Ο ιεροκήρυκας μούδωσε μια βίβλο ανέβηκε στην έδρα του φώναξε να ανοίξουμε το βιβλίο  στην τάδε σελίδα κι άρχισε την κατήχηση. Ήταν οπαδοί της Χριστιανικής Επιστήμης ιδρύτρια τους η  Mary Baker Eddy Christian Science η Σκηνή στο Νησί Έλλις Νέα Υόρκη.
                    *
Η Ούρσουλα περνούσε απ’ έξω απ’ την πόρτα  και φώναζε να πάμε στην εκκλησία, ήταν εκεί κοντά, πήγαινε με δυο μικρά παιδάκια  και άρχιζαν τις ψαλμωδίες εν χορδής και οργάνεις κάτι σαν Gospel Music. Έλεγα πάντα ευχαριστώ δεν έχω καιρό. Μια μέρα γοερές κλάψες ακούστηκαν στην γειτονιά απ τα παιδιά της, τους είχε βάλει καυτερή πιπεριά στα χείλη γιατί μαρτύρησαν στον πατέρα τους ότι η μάνα είχε γκόμενο τον πάστορα…
                    *
Μια Κυριακή περπατούσα  στο Fort Tryon Park της Νέας Υόρκης όπου μερικοί πιστοί του His  Divine Grace Bhaktivedanta S. Prabhupada με ξυρισμένο κεφάλι και μια αλογοουρά στην μέση με ένα ντέφι χόρευαν, Ινδουιστές krsna όπου πίστευαν στην μετενσάρκωση  είχαν μάλιστα μαζί τους και μια νεαρά Ελληνίδα με την οποία συζητήσαμε καθισμένοι στο παγκάκι, μάλιστα μου δώρισε κι ένα βιβλίο Life Comes from Life
                    *   
  Η Αμέλια με πήρε απ’  το χέρι περήφανη για την γνωριμία της και με πήγε στην εκκλησιά της με σύστησε στον Ιερέα αυτός έβγαλε ένα επιφώνημα.
Ω! Μα αυτός είναι σχισματικός της είπε. Η σκηνή στο λιμάνι του Niquero Cuba.
                    *
Τελικά θυμήθηκα και τον παπά του χωριού μου όπου έκανε λιτανείες εποχή ξηρασίας παρακαλώντας την Παναγία να βρέξει, λέγανε ότι παρακολουθούσε την αλλαγή φεγγαριού οπότε υπήρχε η πιθανότητα να βρέξει.
                    *             
Όλοι αυτοί προσευχόταν σε μια ανωτέρα δύναμη που την ονομάζουν Θεό, ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο… Άρα να ήταν ο ίδιος Θεός; 

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης 


  

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Oi Αναμάρτητοι

                                  Οι Αναμάρτητοι:


Το κορίτσι και τ’ αγόρι προχωρούσαν αγκαλιασμένοι στη ζούγκλα με οδηγό τους τ’ αχνάρια του  μονοπατιού  που είχαν αφήσει τα τεράστια ξανθά μερμήγκια, αυτά που ξεγύμνωναν τα δένδρα από τα φύλλα τους. Στα χέρια τους κρατούσαν χατζάρες «ματσέτες» κι άνοιγαν δρόμο στην πυκνή βλάστηση. Σε κάθε τους βήμα με το θρόισμα των θάμνων σηκωνόταν κουνούπια σα σύννεφο κι επιτίθεντο.
Για προστασία είχαν δέσει στην πλάτη τους μακριά άδεια τσουβάλια,  έψαχναν για ξερόκλαδα   να ανάψουν φωτιά στην καλύβα τους  που ήταν φτιαγμένη από κορμούς δένδρων. Η σκεπή ήταν πλεγμένη από φύλλα φοίνικα. Αλλά  πράμα παράξενο μερμήγκια δεν φαινόταν πουθενά.
-Μπορεί να τα έφαγαν οι ιθαγενείς, είπε το  κορίτσι.
Ένα τεράστιο δένδρο γεμάτο καρπούς φάνηκε μπροστά τους.
-Για κοίτα ένα αρτόδενδρο, είπε το αγόρι,
-Αυτό δεν είναι αρτόδενδρο αλλά το στοιχειωμένο δένδρο, λέγεται χίκαρα,   τα φρούτα του μοιάζουν σαν κολοκύθες αλλά στην πραγματικότητα είναι νεκροκεφαλές ντυμένες, είπε το κορίτσι…
-Είναι ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την παράδοση των ιθαγενών Μάγια, ξανά είπε το κορίτσι. Εάν  κόψει το φρούτο γυναίκα μένει έγκυος.
-Καλύτερα  να γυρίσουμε είπε το αγόρι, που είχε αρχίσει να φοβάται.

Η ζέστη ήταν φοβερή, σταμάτησαν να βουτήξουν στο μικρό ποταμάκι, ψάρεψαν με δόλωμα από σκουληκάκια που έβγαλαν από το χώμα, περόνιασαν τα ψάρια  σε σχοινί από ρίζες ‘bejucos’  αυτές που φυτρώνουν  ανάποδα που κρέμονται απ’ τα ψηλά κλαριά των δένδρων. Πήγαν στην καλύβα τους
  Άναψαν φωτιά τα ξερά-κλαδιά έψησαν τα ψάρια, έστω κι ας είχαν μια μυρωδιά βρεγμένης γης. 
Τα υπόλοιπα τα αλάτισαν και τα άπλωσαν στον ήλιο να ξεραθούν. 
Κοιμήθηκαν στην καλύβα τους αγκαλιά, κουκουλώθηκαν με την κουνουπιέρα, οι νυχτερίδες πετούσαν γύρω τους, τα ποντίκια χάθηκαν από τον φόβο. 
Τι δύναμη έχει η έλξη, το  εσύ κι εγώ, η αγάπη, η καταπράσινη  φύση, η ξεγνοιασιά, η ελευθερία,   έτσι όπως οι πρωτόπλαστοι, τι όμορφα που έφτιαξε ο Θεός τον κόσμο, μα και την  σκέψη της ελπίδας  για αύριο:  έχει  ο Θεός!
Κι όλα αυτά πριν την αμαρτία!
Αφού δεν δοκίμασαν να κόψουν τον απαγορευμένο καρπό. 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 


Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Της Ναυτικής Ζωής

                                      Της  ναυτικής  ζωής…  


Το πρωινό καλημέρισμα με τη λέξη σκάντζα, ήταν η ρουτίνα, αμέσως  ο καφές στη γέφυρα, προσέχαμε και για τις κατσαρίδες, οι αφιλότιμες είχαν το ίδιο χρώμα, η προθέρμανση της κουζίνας, τα ψαρόλαδο στην κουβέρτα, το ματσακόνι ο θόρυβος από τα βίντσια στα λιμάνια, οι μπουκαπόρτες αραδιασμένες στην κουβέρτα πάνω από τα μεντζανιά οι μουσαμάδες, η αρματωσιά της μαγκιόρας, οι αλάδωτες μπαστέκες, τα συρματόσχοινα μπλεκόταν στα πόδια μας.
   Ο καθαρισμός της φασίνας να την δένω με ιβιλάϊ και να την πετώ στη θάλασσα.   

Μετά η γρίνια για το φαγητό, πάντοτε δεν ήταν ευχαριστημένοι, κάτι θα εύρισκαν, οι φουρτούνες το τραβέτσομα, το μπότζι, τα σίδερα βαλμένα στην κουζίνα σε τετραγωνικά διαστήματα, το άνοιγμα των ποδιών για να μην κατρακυλήσουμε, και ο θόρυβος κάθε κύματος που χτυπούσε την πλώρη, ανασηκωνόταν κι έπεφτε πάλι στην ράχη του, κάνοντας ένα δαιμονισμένο θόρυβο. Το κατάστρωμα γέμιζε τόνους νερό, έτρεχε από τα μπούνια λες και ήταν οι πηγές της νεότητας.  Κι εμείς καρτερικά κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο, σα να θέλαμε να πάρουμε θάρρος από τα βλέμματά μας, σα να λέγαμε υπάρχει και στεριά, κάποτε θα φθάσουμε αγάντα…
Όλα αυτά τα συμβάντα ήταν ο πηλός του δημιουργού που έπλαθε τον χαρακτήρα μας, εμάς των εφήβων, μάλλον ο μισός πηλός, ο άλλος μισός ήταν οι γυναίκες στα λιμάνια.  Είναι αυτές που μας έπλασαν που μέσα τους μας έδωσαν την αυταπάτη ότι είμαστε συνάνθρωποι, άντρες, είναι αυτές βλέπαμε και μας έβλεπαν σαν αντικείμενα.
Με την Ρίτα περπατήσαμε στο λιμάνι του Αμβούργου, μου εξηγούσε  την παράδοση που είχαν ότι κάθε πλοίο που μπαίνει στο λιμάνι παιανίζει ο εθνικός ύπνος της σημαίας του πλοίου. Ήταν τόσο άνθρωπος ώστε το πρωί με συνόδευε να με πάει στο βαπόρι μου.
Με την μικρή  Τζαμαϊκανή στο Kingston, πίναμε μπύρα  Red Stripe, επισκεφθήκαμε τα γραφεία της εφημερίδας  Daily Cleaner, μετά τα γραφεία της εταιρίας παραγωγής Ρούμι   Appleton Estate, μας έδειξαν  φωτογραφίες με βαρέλια που έδιναν παλαιά στα πλοία με την επιγραφή Crew Rum  η μικρή μου φιλενάδα πάντα με συνόδευε ως την πύλη του λιμανιού ποτέ δεν με άφησε μόνο, βλέπεις οι δρόμοι ήταν επικίνδυνοι.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

   

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μια στιγμή του Σήμερα...

                                                          Μια στιγμή του σήμερα.
Άνοιξα τα μάτια μου, κοίταξα γύρω μου θυμήθηκα το όνειρο, φώναξα,
-Μάνα είδα ένα όνειρο σαν παραμύθι!
-Αχ παιδί μου μην πιστεύεις στα όνειρα, η ζωή δεν είναι παραμύθι.
Μα είναι ποτέ δυνατόν, έτριψα τα μάτια μου και αργο-ξύπνησα για ακόμα μια φορά. κοίταξα γύρω μου, ήταν το σήμερα, το ραδιόφωνο τόχα ξεχάσει ανοικτό έπαιζε κάποιο βαρύ ζεϊμπέκικο, από τον σταθμό Ντέρτι, ο ήλιος σαν κλέφτης έμπαινε από τις χαραμάδες του παραθύρου, η καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου σήμαινε, διερωτήθηκα γιατί; Ή κάποια εορτή ή κάποιος θάνατος σκέφθηκα.
Εκεί στον περίγυρο της εκκλησίας είναι και το μνήμα αυτής που με γαλούχησε, αυτής που φώναξα στο όνειρό μου, αυτής που μούλεγε ότι η ζωή δεν είναι παραμύθι, είχα υποσχεθεί θα πήγαινα να γονατίσω από πάνω της νάπαιρνα μαζί μου λίγο χώμα, από αυτό που την σκέπασε, ποτέ δεν είχα καιρό. Στην επίσκεψή μου στον ναό σε μια πανήγυρη, της έδωσα μια φευγαλέα ματιά, πάνω της άνθιζαν δυο νυχτολούλουδα δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε για ένα γιατί άργησες;
Μάνα συγχώρα με, δεν τόθελα, να φύγω...
Έφυγα.
-Θάρθω αύριο σκέφθηκα, αλλά και αυτό (το αύριο) με κατατρέχει, σαν κατάρα, πάντοτε είναι σήμερα…
-Ξύπνησε και το ταίρι μου, φτιάξαμε καφέ,
-Τι θα κάνουμε σήμερα μούπε;
Έψαξα στην τσέπη μου βρήκα το κλειδί του ενοικιασμένου αυτοκινήτου, έβαλα μπροστά και πήγαμε για κολύμπι στα πετροβότσαλα της Αγίας Ευφημίας.
-Θεέ μου, πόσες διαφορετικές ζωές, χωράνε στον λαβύρινθο της σκέψης κάθε ανθρώπου, ξεκινώντας απ’ τα γεννοφάσκια, μέχρι το σήμερα, ένα χρονικό διάστημα τόσο μεγάλο στον ανθρώπινο νου, μα και σαν λάμψη αστραπής στο σύμπαν εκεί όπου χάνεται ο χρόνος.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

28 Οκτωβρίου 1940

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940
 Κοιμήθηκα δύο το πρωί διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα απ’ το τηλέφωνο  με ξύπνησε: «έχουμε πόλεμο» Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει:
 Λόγια του Γιώργου Σεφέρη


Το αφήγημα «Στο άλογό μου» γράφτηκε στο χωριό Κούδεσι το 1941 και πρωτοδημοσιεύτηκε στον  τόμο «Το Θαύμα της Αλβανίας απ' τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας» του Ξένου Ξενίτα το 1945.
Του Πολέμου (απόσπασμα)
Κείνο το χειμώνα σαλαγούσα ένα φορτωμένο μουλάρι στους κατσικόδρομους της παραλιακής Αλβανίας. Λένε πως το ζώο με πήγαινε και με κυβερνούσε. Το ίδιο μου κάνει.
Νύχτωνε. Από τα χαράματα περπατούσα κάτω από τη βροχή. Ούτε στιγμή δεν είχα βρει έν' απάγκιο. Ούτε κάτι να φάω. Μασούσα πού και πού κανένα φυλλαράκι ελιάς. Μέσα σε μιαν αδειανή ιταλική χειροβομβίδα από 'κείνες που ανοίγαμε με μια φουρκέτα -πού βρίσκαμε τέτοιο είδος;- κάνοντές τες ταμπακέρες, φύλαγα μερικά τσιγάρα μα δεν είχα σπίρτα. Δεν συναντούσα ψυχή. Τα περισσότερα μουλάρια της μονάδας μου είχαν χωθεί ίσαμε το κεφάλι στη λάσπη μιας κατηφοριάς. Τα πιο άξια είχανε φθάσει σ' ένα μοναστήρι ερειπωμένο πέρ' από το Δέλβινο και ξεκουράζονταν. Δεν ήξερα πού πήγαινα. Πόσο θα βαστούσα. Αν γλιστρούσα κι έπεφτα δεν θα ξανασηκωνόμουνα. Το ίδιο και το μουλάρι. Οι κατεβασιές από τους χειμάρρους όλο και θέριευαν. Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν τη φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό - στη στεριά είναι κάτι που 'χει μέσα του μπαμπεσιά. Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό, μέσα στη λάσπη. Ξαφνικά κουτρήσαμε και οι δυο πάνω σε κάτι που θα 'πρεπε να 'ταν τοίχος. Το χαλινάρι ξέφυγε από τα χέρια μου. Το μουλάρι, ελεύθερο, γύρισε δεξιά και πήγε σύρριζα. Ακολουθούσα ακουμπώντας το χέρι μου στα λιθάρια ενός τοίχου που δεν ήταν χτισμένος -μιας ξερολιθιάς- ώσπου είδα το ζώο να δρασκελάει το κάτω μέρος μιας ξύλινης πόρτας και να γονατίζει στη μέση μιας αυλής έτσι, καθώς ήταν φορτωμένο. Μια μυρωδιά κοπριάς και άχυρου είχε πιλοτάρει προς τα 'κεί το μουλάρι. Στάθηκα προσπαθώντας να ξεχωρίσω γύρω μου. Είδα ένα χαμηλό σκοτεινό σπίτι στο βάθος. Προχώρησα, βρήκα την πόρτα και χτύπησα. Ξαναχτύπησα, τίποτα. Ξαρματώθηκα και τον γκρα και χτύπησα κάνα - δυο δυνατές με τον υποκόπανο. Άκουσα μια βαριά φωνή από μέσα:
- Τι ζητάς τέτοιαν ώρα; Άμε καλιά σου...
Απόσπασμα
Νίκος Καββαδίας


Ο πατέρας ακουμπούσε στο σύρμα της αυλής, αυτό που η μάνα μας άπλωνε τα ρούχα να στεγνώσουν, συζητούσε με τα αδέλφια του, με την νόνα μου.
Θα έχουμε πόλεμο ως  φαίνεται…
Οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν τρελά χαρμόσυνα, νικά ο στρατός μας στο μέτωπο.
Εμείς μικρά παιδάκια τρέχαμε χαρούμενα λες και ήταν γιορτή…     
Τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο σε κάθε στόμα:
Ο ενθουσιασμός των κατοίκων άναψε σαν την φλόγα σε προσάναμμα θρούμπης, δεν πρόλαβε να δώσει φωτιά να κάμει θράκα, να ψήσουν σφαχτά και να γλεντήσουν όπου πλάκωσαν τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής, μαζί τους κουβαλούσαν την πείνα και την δυστυχία.
Τα  πρώτα χρόνια κατοχής πέθαναν τα δυο αδέλφια του πατέρα μου  φυματικά μαζί και η νόνα, ήρθε ο κλίβανος από το Αργοστόλι να απολυμάνει το σπίτι των χτικιασμένων, στα ιμάτιά τους έβαλαν φωτιά,   εμείς που απομείναμε,  μέσα στην σκοτοδίνη του πολέμου, μέσα στην φτώχεια και τις αρρώστιες    χάσαμε την παιδική μας ηλικία μας την έκλεψαν…
Μετά ήρθε η θάλασσα

Γαβριήλ Παναγιωσούλης             




Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Halloween

                                                 Halloween Day
                                               El Dia de las Brujas
H εορτή του Halloween που εορτάζεται εδώ στις 31 Οκτωβρίου είναι μια ειδωλολατρική εορτή που έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ρώμη παρομοιάζοντάς την με την αρχαία Ρωμαϊκή εορτή Feralia τιμώντας το πέρασμα των νεκρών ή με την Κελτική Samhain.
Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να εγκλιματισθώ με την ιδέα αυτή πάντοτε με βρίσκει αντίθετο αλλά οι κάτοικοι της χώρας τούτης την εορτάζουν με μεγάλη φανφάρα ντυμένοι από νεκροθάφτες μέχρι μάγισσες κι άλλα φρικιαστικά πράγματα γυρίζοντας από πόρτα σε πόρτα λέγοντας τρικ ο τρικ, περιμένοντας να τους φιλέψεις ζαχαρωτά
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

If you think Halloween is an American holiday, you would be wrong. Europeans definitely celebrate Halloween. In fact, if you dig far enough through the annals of pagan history, it would seem that the whole Halloween thing seems to have its roots in the Old World. The results of combining the ancient Roman Feralia, commemorating the passing of the dead, with the Celtic Samhain, make it seem like Halloween as we know it today could have moved from Europe to the U.S. with Irish immigrants.
While Halloween has a long history among Catholics in both Ireland and the United States, some Christians—including, in recent years, some Catholics—have come to believe that Halloween is a pagan or even satanic holiday in which Christians should not take part.
Information from the internet

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

H Βρύση...





                                                           Η βρύση

 Η ρονιά από την βρύση έτρεχε αργά, αργά, νωχελικά, το νερό παγωμένο, κάθε πρωί έβρεχα τα τρία δάχτυλά μου κι ένιβα τα μούτρα μου, έτριβα και τα μάτια μου, το σχολείο με περίμενε όπου νάναι θα χτύπαγε και η καμπάνα του Αγίου Δημητρίου.
Η βρύση κρεμόταν σε ένα καρφί πάνω από τον νεροχύτη της κουζίνας, όπου ήταν χτισμένος κάτω από ένα παράθυρο και είχε μια τρύπα για να βγαίνουν τα απόνερα, εκεί δίπλα στο κηπάκι μας. Την νύχτα Ιταλοί κατακτητές  φαντάροι μες το σκοτάδι πηδούσαν στο κηπάκι αυτό μας χτυπούσαν το τζάμι του παραθύρου ο πατέρας το άνοιγε μας έφερνα μακαρόνια με ανταλλαγή κρασί, αυτό που φρόντιζε ο πατέρας να έχει, εμείς τα παιδιά (3 μικρά αδέλφια) χαρά μεγάλη άλλη μια μέρα θα υπήρχε κατσαρόλα στο τραπέζι. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχουμε κολατσιό αν υπήρχε τίποτα τσάι, ή ένα κομμάτι σταφιδόψωμο, ή βάζαμε στην τσέπη μας φακή με σταφίδες ανακατεμένη και την μασούσαμε στον δρόμο για το σχολείο. Πολλές φορές είχαμε και λαχανόζουμο που είχε περισσέψει αποβραδίς το πίναμε με λάδι για πρωινό, θυμάμαι η μάνα μου μας έδινε και από μια κουταλιά ελαιόλαδο. Δίπλα στην βρύση υπήρχε χώρος και για το σαπούνι είναι αυτό που φτιάχναμε σπίτι με μούργα από λάδι στάχτη και ποτάσα.
Σήμερα βλέποντας την βρύση να κρέμεται παραγκωνισμένη άχρηστη ξανάρθαν όλα στο νου μου σε ένα ασπρόμαυρο φόντο μιας παιδικής αθωότητας, αυτής που χάθηκε στα πολύχρωμα φώτα του πολιτισμού μας…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Άραγε γιατί;

                                                    Άραγε γιατί;

Είχε νυχτώσει, πέρασα από την πλατεία τα παγκάκια ήταν άδεια, διάλεξα ένα και κάθισα δίπλα από το δρόμο. Στη μέση ένα κυκλικό κουβούκλιο όπου έπαιζε η ορχήστρα του δήμου, κάθε Κυριακή βράδυ. Απέναντι το πράσινο κτίριο του κυβερνείου, ένας τυφεκιοφόρος σκοπός στην πόρτα, εκεί τελείωνε και ο δρόμος μετά ήταν η θάλασσα, από αριστερά ήταν η σιδηροδρομική γραμμή όπου πήγαινε στον λιμενοβραχίονα, εκεί που ήταν αραγμένο το βαπόρι μου. Δίπλα μου ανυψώνονταν δένδρα φοίνικες σε φόρμα κυκλική. Τα κορίτσια της νύχτας πέρναγαν από εκεί για να κόψουν δρόμο από ένα μονοπατάκι όπου οδηγούσε στο μπαρ η γαλάζια θάλασσα που ήταν ακριβώς πίσω από το ξενοδοχείο του βορρά αυτό που ήταν απέναντι απ’ το κυβερνείο.
Σκέφτηκα στη ζωή μου σε πόσες πλατείες έχω κάτσει μοναχός κάνοντας όνειρα, ρίχνοντας νοσταλγικές σκέψεις, μάλλον αποζητώντας κάτι τι το απρόοπτο κάτι τι που δεν ερχόταν, κάτι τι που δεν αγοράζεται, αρχίζοντας από την Κούβα, την Κόστα Ρίκα, την Ονδούρας, το Βερακρούζ του Μεξικού, το Central Park στη Νέα Υόρκη, το café du monde στην Γαλλική συνοικία της Νέας Ορλεάνης, και τώρα εδώ σε τούτη την χώρα. Η ζωή του ναυτικού τόσο αφιλόξενη, σκληρή, ωμή!
Σηκώθηκα.
Πήρα το δρόμο για το βαπόρι, δεν μίλησα κανενός, εξ’ άλλου τι να πω;
Γυναίκες υπήρχαν ένα σωρό, ήταν ακατανόητο γιατί να θέλω εκείνη; Ποιος θα με καταλάβαινε; Αφού ούτε ο ίδιος δεν μπορούσα να καταλάβω τον εαυτόν μου;
Μια μοναξιά που η θάλασσα την έκανε ακόμη πιο λυπητερή, το πέλαγος άνοιγε την πληγή και της έριχνε αλάτι, μια μοναξιά που δεν έχει αντίδοτο, μια μοναξιά που σκοτώνει. Μόνο ο χρόνος αυτός είναι ο γιατρός, αλλά κι αυτός τόσο αργός λες και βαδίζει σαν κοχλίας, δεν βιάζεται να φύγει, αν αντέξεις έως τότε θα σε γιάνει. Πήρα απόφαση πρέπει να ξεχάσω.
Ξανά στο λιμάνι, πήγα με φίλους σε μπαρ, διασκέδαση, στον δρόμο είδα κάποια που της έμοιαζε, ταράχτηκα, ήταν βράδυ, μπήκε με παρέα σε κινηματογράφο, περίμενα, περίμενα να τελειώσει, όταν βγήκε έπεσα πάνω της. Όχι δεν ήταν εκείνη…
Τότε κατάλαβα ότι δεν είχα ξεχάσει.
Άρα γιατί;
Μετά άλλαξα βαπόρι πήγα ταξίδια μακριά στον Ινδικό Ωκεανό, γνώρισα καινούργιους ανθρώπους.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Ένας Μικρός Θεός:

                                         Όλοι οι άνθρωποι μοιάζουμε


                                            Ένας μικρός Θεός
Να σταματήσεις στο παιδικό νοσοκομείο είπε ο ένας επιβάτης. Η μάνα που καθόταν δίπλα μου άνοιξε την πόρτα, περίμενε μου είπε, μαζί της κατέβηκε και ο παπατζής που καθόταν στο πίσω κάθισμα. Μια  καλόγρια με ένα πεταλουδί άσπρο καπέλο τους άνοιξε την πόρτα του νοσοκομείου,  έφεραν χαρτιά της μάνας.
-Υπόγραψε κυρά μου,  είπε η καλόγρια
-Μα δεν ξέρω γράμματα, είπε η μάνα
-Τότε ας υπογράψει ο πατέρας,
 -Μα αυτός δεν είναι ο πατέρας του,
Η καλόγρια θύμωσε,
-Πάρε το χαρτί αυτό και πήγαινε στο διπλανό σπιτάκι, Anfiteatro γράφει στην πόρτα  θα το δώσεις  στον φύλακα κι αυτός θα σου δώσει το φέρετρο  του παιδιού σου.  
Ο παπατζής έβαλε την τράπουλα στην τσέπη του, σήκωσε στην αγκαλιά του το μικρό άσπρο φέρετρο και το απόθεσε στο Πορτμπαγκάζ του ταξί, δίπλα έβαλαν το πανέρι με τα καθρεφτάκια, αυτό με τα τηγανιτά ψάρια κι από πάνω το σκέπασαν με το πανέρι του παπατζή.
Η μάνα κάθισε δίπλα μου έκλαιγε, οι άλλοι στο πισινό κάθισμα κουβέντιαζαν.
-Αν έφερνες το παιδί νωρίτερα, ίσως να γλύτωνε, είπε αυτός που πούλαγε τα ψάρια.
-Αν ερχόταν ο γιατρός, είπε η μάνα.
-Αν είχαμε λεφτά είπε αυτός που πούλαγε τα καθρεφτάκια.
-Τα πολλά αν δεν ωφελούν είπε ο παπατζής, θα σας ρίξω τα χαρτιά να δούμε τι του έγραφε η τύχη. Ανακάτεψε την τράπουλα;
-Τράβα  ένα χαρτί,  είπε της μάνας
-Ο άσσος μπαστούνι, το χαρτί του θανάτου, μα είναι φανερό ήταν θέλημα Θεού έτσι να γίνει. Αν είχα το πανέρι μου εδώ θα σας έλεγα από τι ακριβώς πέθανε το παιδί. Το ξανθό λουστράκι τους κοίταζε όλους με ανοιχτό τον στόμα, εντύπωση του έκανε ο παπατζής τα τόσα πολλά που ήξερε, δηλαδή μπορεί να ήταν κι ένας μικρός Θεός, γυρίζοντας προς εμένα μου ψιθύρισε.
-Εγώ μόνο για το ξενύχτι έρχομαι, να φάω κάτι ότι μου δώσουν.
Είχε πια βραδιάσει όταν φτάσαμε στο χωριό, η τροπική ζέστη ανυπόφορη, άνοιξα το πορτμπαγκάζ  ένας από τους άνδρες πήρε στον ώμο του το μικρό άσπρο φέρετρο, οι άλλοι ακολουθούσαν, η μάνα έμεινε τελευταία.
Οι ντόπιοι έκαναν γύρω μου έναν κύκλο μου είπαν να κάτσω για το ξενύχτι, κόσμος μαζεύτηκε, είχαν φέρει  ρούμι,  μαύρο καφέ, και αρκετά κομποσκοίνια για τις γυναίκες που θα έψαλλαν το Άβε Μαρία… έβαλαν το φέρετρο πάνω σε δυο καρέκλες, το πάτωμα της καλύβας τους χωματένιο,  η σκεπή από φύλλα φοινικιάς,    η τελετή έτοιμη ν’ αρχίσει.  Από σέβας κάθισα καμιά ώρα  μετά έβαλα πλώρη για το λιμάνι, για τα γνωστά μου μέρη.  Το  ξανθό λουστράκι αυτό που μου γυάλιζε το ταξί με ακολούθησε, πάντα είχε και το κασελάκι για να γυαλίζει παπούτσια μόνο που τούτη τη φορά οι επιβάτες δεν φορούσαν παπούτσια,  στον γυρισμό πέρασα απ’ το Μπαρ  Μόντε Κάρλο, άφησα το λουστράκι να γυαλίζει τα παπούτσια των ναυτικών, οι ναυτικοί γλεντούσαν, ο Γιάννης απ’ το Θιάκι με φώναξε  να με κεράσει,  όχι του είπα, άλλη φορά.      

Γαβριήλ Παναγιωσούλης