Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Διώβολον, Χριστούγεννα έρχονται:

                          Χριστούγεννα έρχονται
Τα Μαρκάτα το χωριό μου χάνονται ονόματα οικογενειών που από εκατονταετίες είχαν ριζώσει στο χωριό εξαφανίζονται, ακόμα και οι περιουσίες τους κείτονται  παρατημένες ερείπια παντού, αγριόχορτα έχουν πνίξει ότι απέμεινε,  αράχνες, κουκουβάγιες και νυφίτσες έχουν καταλάβει τα πάντα.   
Και όμως κάποτε ήταν γεμάτο κόσμο, ναι ήταν δύσκολες εποχές, πόλεμος, φτώχεια, σκοτωμοί. 
Όποιος είχε ένα γαϊδουράκι θεωρείτο πλούσιος για να ζήσουν οι οικογένειες πήγαιναν με τα πόδια στο θέματα εκεί έκαιγαν καμίνια έβγαναν κάρβουνο, και ήταν οι περισσότεροι κάτοικοι, άλλοι είχαν τίποτε χωράφια τα έσπερναν κριθάρι ή σιτάρι, ή καμιά κατσίκα για γάλα. Μετά στην πρώτη συγκομιδή ο Αντώνης ο γείτονας έφαγε ένα ολόκληρο καρβέλι ζεστοφούρνι κόντεψε να πεθάνει.
Ήταν εκεί δίπλα μας το αλώνι, εκεί μάζευαν τις θημονιές, μετά  βλέπαμε  τ’  άλογα να γυρίζουν γύρω γύρω να ποδοπατούν τα στάχυα, ακουγόταν οι φωνές των ανδρών, αυτοί όπου με το δικριάνι  πετάγανε τον ποδοπατημένο  καρπό ψηλά και ο μαΐστρος να  φυσά να ξεχωρίζει τ’ άχερα απ’ το στάρι, λες και ήταν Θεϊκή πνοή.        
Εμείς μικρά παιδιά  κοπανίζαμε στο τσιμεντένιο πάτωμα αψάνες σταριού να κατακάτσει το στάρι να το αλέσουμε στον χειρόμυλο να βράσουμε στη παδέλα  κοφτό ή πλιγούρι, ή ακόμα και στην τσερέπα και τα μουστάκια της αψάνας να κολλάνε πάνω στα γυμνά πόδια μας, σε όλο μας το σώμα, και όμως το χωριό μου ήταν γεμάτο παιδιά να τρέχουν το στεφάνι, να παίζουν πίτσι, το τοιχάκι, το στριφτό συνήθως με δεκάρες  χάλκινες όπου έγραφαν «Διώβολον  1869 Γεώργιος Βασιλεύς των Ελλήνων,» ή με πεντάρες που έγραφαν «Ελληνική Πολιτεία 1831 Καποδίστριας κυβερνήτης»  ή κέρμα της μιας δραχμής «Όθων Βασιλεύς της Ελλάδος 1832»   να παίζουν καραμπάνα με βύσαλα, τα κορίτσια να παίζου ένα λεφτό κρεμμύδι γκέο βαγκέο και δεν περνάς κυρά Μαρία δεν περνάς  περνάς… ακόμα και πενταύγουλα   και όλα μαζί τα παιδιά να τρέχουν να προλάβουν να πουν τα κάλαντα έχοντας μια χριστουγεννιάτικη κάρτα σε ένα καλάμι,   το «καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ο ορισμός σας Χριστού την θεία γέννηση να πω στα αρχοντικό σας,» (έστω κι ας ήταν μια παράγκα) κι όλα μαζί τα παιδιά να περιμένουμε τα Χριστούγεννα να μεταλάβουμε να κάνουμε χρυσό δόντι έτσι μας έλεγαν, με μια πίστη όπου η ρίζες της ήταν στου χωριού την απομόνωση και στην αθωότητα της σκέψης.
Αλλά πάλι όλα αλλάζουν όλα κινούνται τίποτε δεν είναι στάσιμο ακόμα και η ηλικία, όμως  πάντα θυμόμαστε με αγάπη τα πρώτα μας βήματα πάνω σε  τούτο τον πλανήτη, που νομίζουμε ότι είναι δικός μας που δεν είναι, αλλά ένας κόκκος άμμου στην απεραντοσύνη του σύμπαντος .
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  





3 σχόλια:

Μαριάνθη είπε...

ΚΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ!!!!

pylaros είπε...

Καλή σου εβδομάδα αγαπητή μου Μαριάνθη!!!!

Αστοριανή είπε...

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Φίλε μας!

Υιώτα-Δημήτρης