Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Άδειος Καναπές...




Ανθρώπινες συνήθειες ήθη και έθιμα από άλλους τόπους:


Η ιδέα ήτανε του Νικολά, μετά από το φαγητό στο σπίτι του, είπε:
Πάμε καμιά βόλτα να ξεσκάσουμε εμείς οι άνδρες;
Πήγαν στο Rio Rosa, ένα νυχτερινό κέντρο, η ιδιοκτήτρια γνωστή και φίλη του, μαζί είχαν κλάψει το χαμό του έλληνα φίλου της ναυτικού, ήταν αυτή που πήγε στο βαπόρι και τον τράβηξε στη στεριά, για να πνιγεί κολυμπώντας σε παραλία του Ειρηνικού, ένα κύμα τον κατάπιε. Τους σύστησε τη Ροσάριο, αυτή έφερε δυο φίλες της στο τραπέζι, χόρευαν όλοι μαζί έτσι κολλητά σα να μην υπήρχε αύριο, η ορχήστρα mariachis έπαιζε rancheras, ο Κόκκινος άρχισε να πίνει το ένα ποτό μετά το άλλο, μεθυσμένος πλέον άρχισε να φωνάζει, έπαιρνε τα ποτήρια και τα έσπαγε στην πλάτη της καρέκλας. Ο Σάββας έβγαλε το παπούτσι του και το έβαλε μπροστά στη μύτη του Κόκκινου, ο Νικολάς επενέβη νόμισε ότι θα τον χτυπούσε και του έπιασε το χέρι,
Η φιλενάδα της Ροσάριο σηκώθηκε και του έριξε ένα ποτήρι νερό στα μούτρα. Όχι ρε παιδιά του βάζω το παπούτσι στη μύτη με τη βρώμα να κάνει εμετό να συνέρθει.
Φώναξαν ταξί ο Σάββας τον συνόδεψε σπίτι, η φιλενάδα της Ροσάριο τον βλαστήμαγε που πήγε η νύχτα της χαμένη, ο Νικολάς του φώναξε η φιλία, φιλία αλλά εγώ θέλω την κόκκινη γραβάτα που σου δάνεισα.
Η Ελβίρα το κορίτσι που έμενε μαζί με τον Κόκκινο, παραξενεύτηκε που δεν την πήρε μαζί του στο δείπνο που έδινε ο Νικολάς, τους το είχε δηλώσει φαγητό και γλέντι στο σπίτι μου μόνο για άνδρες, όχι τις γυναίκες σας, ούτε φιλενάδες. Η γυναίκα που έμενε μαζί ο Νικολάς του το είχε απαγορεύσει. Πεισμωμένη η Ελβίρα ντύθηκε και βγήκε έξω, πέρασε από τη μοδίστρα κι έκανε πρόβα ένα κόκκινο φόρεμα με άσπρες πίκες με ένα πολύ μεγάλο ντεκολτέ, ήταν έτοιμο. Μετά πήγε στο σπίτι της μάνας της, εκεί την περίμενε ένας πορτογάλος από τον Σαν Βισέντε Cabo Verde, φίλος της ναυτικός που είχε γνωρίσει όταν έπαιζε μπάσκετ στην πλατεία. Είχε φέρει δώρο για όλη την οικογένεια ένα ολόκληρο ψητό γουρουνόπουλο. Προετοίμαζε γλέντι. Την κοίταξε χαρούμενος, είμαι ευτυχισμένος που ήρθες. Αυτή τον κοίταξε κάπως παράξενα χαρούμενη με τον εαυτό της, είχε τόσους θαυμαστές, αλλά δεν τον άφησε να συνεχίσει.
Πρέπει να πηγαίνω είπε, γεια σου, κατεβαίνοντας το λοφάκι πίσω από έναν κορμό δένδρου την περίμενε ο φαντάρος, είχε γυρίσει από το στρατό.
Την έπιασε από το χέρι, τρόμαξε, έλα πάμε τόσο εύκολα με ξέχασες;
Όχι τώρα, πρέπει να πηγαίνω, μετά πέρασε απ’ το κατάστημα του κινέζου, σκέφτηκε τι να κάνει δώρο στον αγαπημένο της; Μια γραβάτα, μια κόκκινη γραβάτα αυτή του πάει, σκέφθηκε άρα θα το θυμηθεί ότι αύριο είναι η επέτειο που γνωριστήκαμε;
Στο γυρισμό συνάντησε τον μαύρο εκδικητή, της είπε αν μάζεψε τα λεφτά για να εξαφανίσει τον δολοφόνο του αδερφού της.
Τον κοίταξε σαν χαμένη, -όχι ακόμα του είπε.-
Έτρεξε σπίτι, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, ο Κόκκινος δεν είχε γυρίσει ακόμα, κάθισε στον καναπέ, της το είχε υποσχεθεί όταν θα τα κατάφερνε θα της έπαιρνε και κρεβάτι, για την ώρα καλός ήταν και ο καναπές, άνοιγε σαν κρεβάτι, αλλά πώς να το κάνουμε ήταν ένας καναπές, εκεί καθόταν όλοι, επισκέπτες και μη, απόκτημα με δόσεις από κάποιον παλιό γνώριμο. Ανυπόμονη τον περίμενε, άκουσε το κλειδί που προσπαθούσε να το βάλει στην κλειδαρότρυπα, τις φωνές του Σάββα, να μην ξεχάσει τη γραβάτα του Νικολά.
Σκόνταψε και έπεσε, ο Σάββας μαζί με την Ελβίρα τον βοήθησαν να μπει να ξαπλώσει.
Η απογοήτευση γέμισε την καρδιά της, είδε τα όνειρά της να διαλύονται. Πήγε από πάνω του στον καναπέ, του φώναζε για την αγάπη της, για τη ζήλια που είχε μπει στην καρδιά της σαν αγκάθι.
-Ήρθες αγάπη μου, δεν κοιμήθηκα να σε περιμένω, ξημερώνει η επέτειο της γνωριμίας μας, σου πήρα ένα μικρό δωράκι μια κόκκινη γραβάτα. Ο μονόλογος συνάντησε τους τοίχους και η ηχώ γύρισε στα αυτιά της. Ο Κόκκινος μεθυσμένος έβγαζε άναρθρες κραυγές, σκέφτηκε τον εαυτό της με οίκτο αν έκανε καλά που του έμενε πιστή. Σηκώθηκε απότομα, πέταξε την γραβάτα στα σκουπίδια, φόρεσε το κόκκινο φουστάνι με τις άσπρες πίκες, πήγε στο σπίτι της Ίρμας και της είπε να πει στον άνδρα της που δούλευε στο λιμάνι να ειδοποιήσει τον Πορτογάλο να την περιμένει αύριο βράδυ στο σπίτι της μάνας της.
Γύρισε σπίτι, ο Κόκκινος κοιμόταν,
Καλά μου έλεγε η φίλη μου η Ίρμα, η γυναίκα πρέπει πάντοτε να έχει δυο άνδρες αν δεν τα πάει καλά με τον ένα πάντα να υπάρχει ο αντικαταστάτης. Θυμήθηκε τη γυναίκα πλούσιου έλληνα ιδιοκτήτη ξενοδοχείου, είχε φίλο και τον συντηρούσε όταν θα την άφηνε ο άνδρας της θα πήγαινε μαζί του. Ο άνδρας της όταν το έμαθε δεν την χώρισε κι αυτή πήγε τον φίλο της στο δικαστήριο και του ζήταγε ότι του είχε δώσει.


Γαβριήλ

7 σχόλια:

ΜΗΘΥΜΝΑΙΟS είπε...

Καμιά φορά μου 'ρχεται και σκέπτομαι πόσες τέτοιες ιστορίες έχουν να διηγηθούν οι ναυτικοί και τι καταστάσεις έχουν περάσει.
Νομίζω, φίλε, πως βγάζοντάς τες τώρα που τις μοιράζεσαι μαζί μας, είναι σαν να τις ξαναζείς και ίσως να τις βλέπεις και μ' άλλο μάτι σίγουρα.
Αυτή την νοοτροπία των γυναικών αυτών των περιοχών την γνωρίζω, αν και δεν την ασπάζομαι.
Να 'σαι καλά και πάντα με καλή διάθεση να μας γράφεις κι άλλα τέτοια.

pylaros είπε...

Φίλε μου, βλέπω τις ιστορίες μου με το μάτι της νεότητας, τις βλέπω να αντικατοπτρίζεται μέσα από αυτές ο εαυτός μου, είναι τα σημάδια που άφησε μια διαφορετική κοινωνία, χωρίς να εννοεί ότι ασπάζομαι τα πιστεύω της. Αλλά πλούτισαν την γνώση, την ανοχή και το σέβας σε διαφορετικούς κόσμους και κουλτούρες.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Γαβριήλ,προσπάθησες να συμπηκνώσεις
πολλά σε μικρό χώρο και μπερδευτηκα λίγο με τις γρήγορες αλλαγες γεγονότων και ονομάτων.Παρ'όλα αυτά ένιωσα μέσα από τον αυθορμητισμό σου την μυρουδιά των καπηλειών.
σπύρος

Ανώνυμος είπε...

...Γαβρίλη,
Λάθος επάγγελμα "είσαι" βρε παιδί μου...
Σε πνίγουν τόσες αναμνήσεις, που έχεις γίνει πολυβόλο, για να τις προφτάσεις. Κατά τη γνώμη μου, χάνουν από τη λογοτεχνική τους χροιά... Νομίζω, δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε όλες σου τις περιπέτειες, χρειάζεται να μας δίνεις μια γεύση που θα την απολαμβάνουμε. Έχεις τα στοιχεία, λίγη ανάσα χρειάζεται. Θυμήσου πόσα συζητήσαμε στο τηλέφωνο για το προηγούμενο κείμενό σου, ιδιαίτερα για τον " παλιό καναπέ"...
Η άποψή μου, φίλε μου, διότι γνωρίζω τις δυνατότητές σου.
Υιώτα Στρατή, Ν.Υ.

pylaros είπε...

Σπύρο,
Οι τόσο γρήγορες αλλαγές γεγονότων είναι όπως τς βλέπω σήμερα που καταστάλλαξαν λιγάκι, τότε πράγματι συμβαίναν μια, μια, αλλά όταν με πιάνει αυτή εξωτερίκευση του παλιού μου εαυτού έχω τόσα πολλά, πάρα πολλά, που νομίζω ότι δεν θα προλάβω, ή ας το πούμε αλλιώς ο αυθορμητισμός της αφήγησης με πνίγει...
(ζητώ σωσίβιο)

ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή Υιώτα,
Δεν δοκίμασα να δώσω λογοτεχνική χροιά, απλώς έπρεπε να βγει από μέσα μου και βγήκε, είναι στιγμιαίο, έχει πάρα πολλές δυνατότητες, είναι πολλά τα διαφορετικά subjects τα συνθλίβω όλα μέσα σε μια σελίδα...
Αλλά είναιORIGINAL του εαυτού μου...


Όσο για το λάθος 'επάγγελμα' τώρα μόνο απολαμβάνω τις αναμνήσεις, αυτές που τότε δεν ήξερα "να γράφω" ούτε καν να κρατώ γραπτές σημειώσεις, το θεωρούσα περιττό...

ευχαριστώ

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Η Πυλαρος σουΓαβριλαρε,ακομα και να ηθελες, δεν σε καθιστα βαρετο ,τουλαχιστον σε μενα,αφ'ενος γιατι ειναι μια ανεξαντλητη αποθηκη ευχαριστων διηγησεων.Περαν τουτου,επειδη κι'εγω περασα την πρωτη φαση της ζωης μου,οργωνοντας θαλασσες,σαν σε διαβαζω,αναμιμνησκομαι,τις απιστευτες προσωπικες μου εμπειριες που κρυφοζουν στη σκεψη μ'ακομα...Λυπαμαι μονο που ως συνηθως,αργοστροφος ων,δεν εχω ακομα μαθει να τυπωνω "σχολια" οπως κανουν αλλοι, και συ ενδεχομενως το αποδιδεις σε ελλειψη ενδιαφεροντος..Εισαι σπουδαιος και εκτιμασαι.

Βαγγέλης Δ.