Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Περιπέτεια στο κοιμητήριο:

.
Παραθέτω Ανθρώπινες συνήθειες
ήθη και έθιμα από άλλους τόπους,
αυτούς που έχω ζήσει και έχω λάβει μέρος
παρατηρώντας τις συνήθειες των συνανθρώπων μας,
μια και όλοι είμαστε παιδιά της ίδιας μάνας, της μητέρας γης.


Η γυναίκα του Πάντσο τον ξύπνησε νωρίς. Έβγαλε από τον κόρφο της και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα που μύριζε ιδρώτα. Το είχε φυλάξει με τόση δυσκολία από αυτά που του έπαιρνε πριν προλάβει να τα παίξει στα ζάρια.
-Σου έχω ετοιμάσει το φαγητό της πεθαμένης κόρης μας, θα πας στο κοιμητήριο να της κάνεις συντροφιά, σε περιμένει, πάρε κάτι και για σένα να φάτε μαζί. Εγώ βλέπεις δεν μπορώ να λείψω, έχω να προσέχω ένα σωρό εγγόνια από τις προκομμένες κόρες μας που τα γενούν και μου τα φέρνουν να τα προσέχω.
-Μα δεν ξέρω, δεν θυμούμαι τον τάφο της.
-Ψάξε και θα τον βρεις, είναι στην κατηφόρα κοντά στον τοίχο.
Ο Πάντσο πήρε τα λεφτά, πήρε επίσης και τη χαντζάρα (ματσέτε) βγήκε στον κεντρικό δρόμο σταμάτησε το ταξί μου, εκείνη την ημέρα έκανα δρομολόγια στον campo santo.
-Στο κοιμητήριο, είπε και κάθισε δίπλα μου στο μπροστινό κάθισμα.
Στα μισά του δρόμου το ταξί σταμάτησε απότομα, άντε έβγα να το σπρώξουμε στην άκρη μέχρι να πάω να φέρω βενζίνα, έμεινα πάλι. Είχα ξεχάσει να βάλω καύσιμα.
-Μα καλά δεν γράφει η βελόνα του καντράν;
-Πια βελόνα, τώρα θα δεις, άνοιξα το καπάκι του ντεπόζιτου κι έβαλα μέσα ένα σκουπόξυλο, να κοίτα άδειασε.
-Άφησέ με εδώ, θα συνεχίσω με τα πόδια, είπε ο Πάντσο.
Ιδρωμένος έφτασε στο νεκροταφείο, στην είσοδο συναντήθηκε με ένα μπουλούκι ναυτικούς γερμανούς μαζί με κορίτσια του μπαρ, είχαν πάει να τιμήσουν με ρούμι τον τάφο συμπατριώτη τους που είχε πεθάνει προ μηνών από το πολύ πιοτό. Αγκαλιασμένοι και γελώντας έβγαιναν προς την έξοδο όταν έπεσαν πάνω στον Πάντσο. Αυτός για να μη τον πετάξουν κάτω αγκάλιασε την προβοσκίδα ενός ελεφάντινου αγάλματος. Κοίταξε μέσα ένας πολυτελής τάφος με χρυσά γράμματα σε κάτασπρες μαρμάρινες πλάκες, έμοιαζε σαν απομίμηση του μαυσωλείου Taj Mahal, μόνο που του είχαν προστεθεί κεφαλές ελεφάντων, τάφος της γυναίκας πλούσιου ινδού μετανάστη στην πόλη του λιμανιού, ιδιοκτήτη κτηρίου κινηματογράφου.
Μοιάζει με κατοικία θεού μουρμούρισε ο Πάντσο, δεν ήξερα ότι και στο κοιμητήριο υπάρχουν κοινωνικές τάξεις.
Τον τάφο της κόρης του δεν τον θυμόταν, έψαξε στις φτωχογειτονιές, εκεί όπου δεν υπήρχαν μαρμάρινες πλάκες, είδε κάτι λιθαράκια σε φόρμα κύκλου. Αυτός πρέπει να είναι, έβγαλε τη χαντζάρα τον καθάρισε από τα αγριόχορτα. Ο σταυρός είχε πέσει σάπισε από την πολυκαιρία, δεν διακρινόταν ούτε τα γράμματα. Έψαξε την τσέπη του, δεν είχε πληρώσει το ταξί, πήγε στην είσοδο κι αγόρασε ένα αναψυκτικό, ένα κέρινο καντήλι, ένα χάρτινο στεφάνι και μια μπύρα για τον εαυτό του.
Γύρισε στον τάφο, έβαλε το στεφάνι πάνω από τον σάπιο σταυρό, άναψε το καντήλι, σερβίρισε το «φιάμπρε» ειδικό φαγητό για την ημέρα των νεκρών που είχε ετοιμάσει η γυναίκα του και τα πρόσφερε στην πεθαμένη κόρη του, μαζί με το αναψυκτικό, αυτός δε, έφερε το μπουκάλι της μπύρας στο στόμα του, ήπιε μια γουλιά, μετά σταμάτησε, ανάσανε, έβγαλε κι άναψε τσιγάρο από ένα μαύρο ταμπάκο, αυτό που κάπνιζαν οι φτωχοί, μάρκα payaso μετά άρχισε να μιλά στην κόρη του:
"Η μάνα σου κορούλα μου δεν μπόρεσε να έρθει, πρέπει να προσέχει τα εγγόνια της, η μια σου αδελφή λέει ότι ο πατέρας του παιδιού της, είναι ναυτικός, η άλλη δεν ξέρει, η άλλη χωροφύλακας".
Ήπιε την μπύρα φουμάρισε και το τσιγάρο, άφησε το φαγητό πάνω στον τάφο και πήρε το δρόμο του γυρισμού, σκεπτόμενος αν πραγματικά ήταν ο τάφος της κόρης του ή κάποιου άλλου νεκρού.
Τα λουστράκια περιφερόταν ανάμεσα στους τάφους με τα κασελάκια τους με το πρόσχημα να στιλβώσουν παπούτσια, στην πραγματικότητα για να βοηθήσουν τους νεκρούς να αποτελειώσουν το φαγητό τους. Μια και δεν υπήρχαν κοράκια.
Ήταν η 1η Νοεμβρίου ημέρα που τιμούνται οι νεκροί, ή κατά την δυτική εκκλησία η ημέρα των αγίων πάντων.


Στην φώτο το ταξί και ο οδηγός του.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

10 σχόλια:

ΑΣΤΟΡΙΑΝΗ είπε...

... Μα είναι δυνατόν, να μην υπάρχουν κοράκια σ' αυτή τη χώρα! ...όχι για να φάνε το φαγητό, μπορεί να μην ήταν εκεί, εκείνη τη στιγμή, υποθέτω...
Αυτο,
είναι όπως εμείς όταν φτιάχνουμε κόλυβα και πάμε μια σακουλίτσα και στο νεκροταφείο, σε κάποιον δικό μας...
Άλλη φορά θα σου πω τί πάθαμε τρία χρόνια πριν, στα Βαλιμήτικα.
Μόνο που εγώ δεν είχα κόλυβα, αλλά σταφύλια και σύκα!!!

Χαριτωμένη ιστορία, καθαρή μνήμη και η φωτογραφία! Ωραίο που τις κράτησες, βρε Γαβρίλη.
Αυτή κι αν έχει αξία!
Χαιρετισμούς,
Υιώτα

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Yιώτα,
Ένα μου μανιακό θα το έλεγα χόμπι ήταν και είναι να αποστηθίζω τους σταθμούς της ζωής μου στα διάφορα στάδια, με αναμνήσεις, όπως φωτογραφίες κι άλλα πολλά. Αυτό αντιπροσωπεύει και η παλαιά φωτογραφία με το ταξί μου. Πολλές φορές σταματώ και σκέφτομαι αν είμαι το ίδιο πρόσωπο που έζησα σε τόσο διαφορετικό περιβάλλον.
Τι απέμεινε;
Πλούσιες εμπειρίες που σήμερα μου φαίνονται σαν παραμύθια. Κι όμως είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

ΜΗΘΥΜΝΑΙΟS είπε...

Έχω ζήσει κι εγώ τέοιες συνήθειες των λαών της Λατινικής Αμερικής και καταλαβαίνω απόλυτα το πνεύμα σου.
Τελικά ο Πάντσο σε πλήρωσε; Έστω τη μισή διαδρομή; Αυτό δεν μας το λες...

pylaros είπε...

Άστα φίλε μου Στράτο, όχι δεν με πλήρωσε αλλά χαλάλι του, ήταν και γείτονάς μου, καλός άνθρωπος.
έτσι είναι η ζωή, δεν μπορείς πάντα να κερδίζεις...

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Γαβρίλη,
Ευτυχώς που η μεγάλη ευσπλαχνία των αγίων πάντων, δια μέσου των νεκρών, ανακούφισε έστω και για λίγο το φουκαρά τζογαδόρο και τα λουστράκια.
Και μετά λένε δε γίνονται θαύματα!
Φιλικά,
Νίκος

Ανώνυμος είπε...

Φίλε Γαβρίλη
Γιά μιά ακόμη φορά μας δίνεις τόσο καλογραμένα τα θαυμάσια λαογραφικά στοιχεία ενός λαού, μιάς χωρας. Σου το είχα πει και μιά άλλη φορά σε κάποιο παρόμοιο κείμενό σου ότι η λαογραφία αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο του πολιτισμού κάθε λαού.Συνέχισε.
Δεν έχει σημασία αν ο φίλος Βαγγέλης συνεχίζει να ξεριζώνει τα δόντια των νεκρών. Απορώ γιατί δεν έγινε οδοντογιατρός.
Νάσαι καλά
Ντένης

pylaros είπε...

Νίκο, είναι ριζωμένες συνήθειες ενός λαού, προχριστιανικές οι οποιες ανακατεύθηκαν με τις χριστιανικές κι έγινε το κράμμα των αγίων πάντων.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

pylaros είπε...

(Γιά μιά ακόμη φορά μας δίνεις τόσο καλογραμένα τα θαυμάσια λαογραφικά στοιχεία ενός λαού, μιάς χωρας. Σου το είχα πει και μιά άλλη φορά σε κάποιο παρόμοιο κείμενό σου ότι η λαογραφία αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο του πολιτισμού κάθε λαού.Συνέχισε)

Ντέννη, χαίρωμαι που κατάλαβες το νόημα (Η λαογραφία ενός λαού)
Τι άλλο να σου πω! παρά
χίλια ευχαριστώ!
Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Γαβριήλ
Μου αρέσει πάντα η απλοικότητα που περιγράφεις μιά κατάσταση που έζησες.Οι αφηγήσεις σου ειναι διδαχτικές χωρις να το δείχνουν.
Μοιάζουν σαν να ξεναγείς κάποιον σε ενα δικό σου περιβάλλον και τον αφήνεις να πηγαίνει μπροστά
Κάνεις δηλαδή τέχνη τη ζωη,χωρίς -ίσως- να το ξέρεις
Με εντυπωσιάζει επίσης η δυνατή μνήμη σου.
Αυτό δειχνει οτι αξιολογούσες τα πράγματα όταν τα ζούσες.

Σπύρος Δαρσινός

pylaros είπε...

(Κάνεις δηλαδή τέχνη τη ζωη,χωρίς -ίσως- να το ξέρεις)
Ομολογώ φίλε Σπύρο ότι όχι δεν το κατάλαβα ότι κάνω τέχνη στη ζωή επάνω.
Αλλα αφού το λες εσύ έτσι πρέπει να είναι, εσυ που για εμένα είσαι μια αυθεντία σε λογοτεχνικά και ποιητικά κείμενα.
Όσο για τη μνήμη μου φίλε όταν ζεις τα γεγονότα γράφωνται με ανεξίτηλο μελάνι στη μνήμη σου, είναι ένα κομμάτι του εαυτού σου αυτού που προυπήρχε πριν γίνεις κάτοικος ΗΠΑ.
Ευχαριστώ φίλε

Γαβριήλ