Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Ποιος ξέρει τι θα φέρει η αυριανή ημέρα,

Ποιος ξέρει τι θα φέρει, η αυριανή ημέρα,

Η ζωή στην πόλη του λιμανιού αυτού, ήταν γεμάτη εκπλήξεις, ποτέ δε υπήρχε αυτή η μονοτονία που σκοτώνει, που σε γεράζει στα παπούτσια σου όρθιο. Ακόμα και τα βράδια αντί να αφουγκράζεσαι την αναπνοή της νύχτας, από μακριά ακουγόταν ένας απόηχος μουσικής από ναυτικούς που γλεντούσαν σε διάφορα νυχτερινά κέντρα. Σφυρίχτρες από βαπόρια που σάλπαραν, μα και η ατμο-σφυρίχτρα του εργοστασίου των σιδηροδρόμων για να αλλάζουν βάρδιες οι λιμενεργάτες στους μόλους, μια κίνηση που δεν σταματούσε ποτέ. Η φορτοεκφόρτωση από βαγόνια στα βαπόρια συνήθως μπανάνες ή καφέ ίσχυε σε εικοσιτετράωρη βάση.

Ο καινούργιος αστυνομικός σταθμάρχης ήταν ένας λοχαγός κοντός μαυριδερός με μαλλιά όρθια σα του σκαντζόχοιρου. Ήταν ένας καθεαυτό απόγονος των Μάγια. Είχε ένα πρόσωπο βλογιοκομμένο, τα είχε βάλει με τους ταξιτζήδες κατά κάποιο λόγο τους θεωρούσε υπεύθυνους για την κυκλοφορία λαθραίων από βαπόρια, μα και για φίλους, προστάτες και μεσάζοντας γυναικών της νύχτας.
Είχε στην υπηρεσία του ένα τζιπ και γύριζε όλη τη νύχτα, σταματούσε απότομα μπροστά σου με το αυτόματο στο χέρι, σου έκανε έρευνα και μετά σε άφηνε να φύγεις. Το όνομά του Chikín, Τσικίν.

Ο καπετάν Γιώργος από την Χίο, ξεμπαρκάρισε (έδιωξε) από το βαπόρι ένα καμαρωτάκι τον Τσάρλι στο Puerto Barrios, αυτός τον πήγε στο γραφείο εργασίας και του ζήτησε την νόμιμη αποζημίωση σύμφωνα με το νόμο της Γουατεμάλας. Ο καπετάνιος αρνήθηκε, ήρθε εκεί στην πιάτσα των ταξί, με κοίταξε έτσι κάπως πονηρά και μου λέει, θέλω να με πας στην αστυνομία, μα και να μου κάνεις το διερμηνέα.
Πράγματι τον πήγα.
-Ήρθα να καταγγείλω τον Τσάρλι ότι μου κλέβει πράγματα απ’ το βαπόρι, θέλω λοιπόν να μου δώσετε μια αστυνομική συνοδεία να κάνουμε έρευνα στο σπίτι του.
Άλλο που δεν ήθελε ο Τσικίν, έβαλε στο αυτοκίνητό μου τρεις αστυνομικούς και μαζί με τον καπετάνιο πήγαμε στο σπίτι του απολυμένου ναυτικού.
Η γυναίκα του είχε ένα μωρό παιδάκι, είχε πλύνει και είχε απλώσει στον ήλιο να στεγνώσουν ρουχαλάκια του μωρού μαζί κι ένα προσόψιο με τη μάρκα του βαποριού. Ιδού η απόδειξη, είπε ο καπετάνιος, ή αναιρείς τη μήνυση για αποζημίωση ή θα σε βάλω φυλακή για κλέφτη.
Πράγματι ο Τσάρλι αναίρεσε τη μήνυση κι έτσι το βαπόρι έφυγε χωρίς να πληρώσει αποζημίωση. Είδα ότι του Τσάρλι του κακοφάνηκε το ότι εγώ κουβάλησα στο σπίτι του τους αστυνομικούς, μετά από αυτή την ιστορία απέφευγα να παίρνω πελάτες που είχαν προβλήματα με την αστυνομία ή ακόμα και με τα δικαστήρια ως διερμηνέας, μέχρι που βρέθηκε μπροστά μου ο καπετάνιος του βαποριού Σκίνος με ελληνική σημαία του Γράτσου.

Ο καπετάνιος ήταν Υδραίος την καταγωγή, ένας πράος χαρακτήρας, ο οποίος ήταν σαν χαμένος με την τοπική γραφειοκρατία. Του είχαν βάλει φυλακή έναν ναύτη, τον Γιάννη απ’ την Ιθάκη γιατί ο ίδιος ο καπετάνιος έκανε το λάθος να πάει στην αστυνομία να καταγγείλει μια κλοπή από τα μαγαζιά της πλώρης, νομίζοντας ότι θα έπιαναν τον κλέφτη. Η αστυνομία όμως είχε άλλη λογική, έπιασε τον νυκτοφύλακα του βαποριού «βατσιμάνη» ως υπεύθυνο και τον έβαλε φυλακή μέχρι να μαρτυρήσει ποιος έκλεψε κι όταν ήρθε η ώρα αναχώρησης ο καπετάνιος αρνήθηκε να φύγει χωρίς τον ναύτη του. Γύριζε καταϊδρωμένος από τον πράκτορα, από την αστυνομία, μέχρι που κάποιος ταξιτζής τον πήγε στον ειρηνοδίκη. Ο ειρηνοδίκης juez de paz έστειλε και με φώναξε, ήμουν στο σπίτι. Ήταν φίλος μου από παλιά, συναντηθήκαμε θα ήταν περίπου δέκα η ώρα νύχτα, είχε κατατοπισθεί για την υπόθεση.
-Θα εξηγήσεις στον καπετάνιο ότι τέτοια ώρα υπάρχει μόνο μία λύση, να αναιρέσει την κλοπή, και αν είναι διατεθειμένος να πληρώσει ταξί να φέρουμε τον γραμματέα, εσύ θα πας να βρεις και τον πταισματοδίκη juez de la primera instancia να του πεις ότι σε στέλνω εγώ να πάρουμε το εντάξει από αυτόν, διότι έχουν περάσει 3 μέρες φυλακή και η υπόθεση έχει φύγει από τα χέρια μου, να πληρώσει το πρόστιμο, υπερωρίες κλπ.
Πράγματι σε δυο ώρες ο ναύτης ήταν ελεύθερος, ο καπετάνιος δεν πίστευε τα μάτια του, το βαπόρι αναχώρησε στην ευχή του θεού, για Νέα Ορλεάνη, κοίταξα το ρολόι μου δυο και μισή τα χαράματα.
Πήγα σπίτι και κοιμήθηκα τον ύπνο του δικαίου, αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα.
Ποιος ξέρει τι θα φέρει;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

ΠΥΛΑΡΟΣ


Εφημερίς, Κεφαλληνίας Ζιζάνιον 1910

ΠΥΛΑΡΟΣ

Μέρος μ’ άγρια περνάρια’
που γεννάει παλληκάρια
και στον κόσμο τα σκορπά
και πατρίς του παπαμέντε
του καλύτερου παπά.
Έργα πολλά επιφανεί,
εκάμανε κι οι Πυλαρινοί,
εμπόρια σημαντικά κι ατμόπλοια του ναύλου
και συν αυτοίς κι η άμαξα του
Βάραγκα του Πάυλου.
***********************
Εφιμερίς, Κεφαλληνίας Ζιζάνιον 18 Ιουνίου 1905

Το ξέρω ναύτες μου χρυσοί
και στεριανοί φωστήρες,
Πως μοναχά στην ξενιτιά,
βγαίνουν σωρός οι λίρες.
Γιατί κι εγώ που έκανα,
μια δεκαριά ταξίδια,
θυμούμαι που τις μάζωνα
μέσα απ’ τα σκουπίδια.
αλλά δεν πρέπει και γι’ αυτές
παντοτινά να ζείτε
κι ωφέλιμοι στον τόπο σας,
να μην ξαναφερθείτε.
Ποτέ δεν είναι δυνατόν
εν γη να ευτυχήσει
αυτός που κάνει χρήματα
ως που να ξεψυχήσει.
Χαμάλης Θάνε μοναχά,
φέρων βαρύ στους ώμους:
Σακί για κληρονόμους.

Από το αρχείο του Ε. Ανδρεοσάτου, Natick Mass
***********************
Μάζεμα αμυγδάλων, (είδε φωτογραφία)

Ένα καλωσόρισμα της Πυλάρου με ότι απέμεινε, απ’ το πατρικό μου κήπο, μετά από χρόνια ξενιτιάς, ξανασυναντώντας τα έρημα χέρσα πετροχώραφα, αυτά που κάποτε καλλιεργούσαμε, με μόχθο και ιδρώτα, με αγάπη και ελπίδα κι αυτά μας ανταπέδιδαν μια φτωχική σοδειά, που όμως δεν ήταν αρκετή για να χορτάσει τα παιδιά που μεγάλωναν στα πέτρινα αυτά χρόνια, της ανέχειας και του πολέμου.
Έτσι απρόσκλητη μπαίνει η ξενιτιά, σαν η μόνη λύση, στρογγυλοκάθεται σε αθώες, παιδικές, ιερές μνήμες, που σιγά, σιγά σβήνουν και χάνονται στην θαμπάδα της ομίχλης που αφήνει ο χρόνος.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Η Τέχνη Της Σιωπής

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Το σκοτάδι ήταν πυκνό μόλις και μετά βίας το φως της κολόνα του δρόμου το έσπαγε και φώτιζε το δρόμο σα να ήταν ακτίνες από ιστό αράχνης, όπου θόλωναν τα μάτια σου μέχρι να διακρίνεις το παράλληλο χαντάκι και να μην πέσεις μέσα, εσύ ή το αυτοκίνητο, ήταν ένα φως φθοριούχο, αρρωστιάρικο, γεμάτο από έντομα των τροπικών. Που και που ακουγόταν απ’ το χαντάκι φωνές βατράχων που έμοιαζαν σα να πνιγόταν μπουκωμένοι στο βάλτο κυνηγώντας έντομα ανάμεσα στα παιχνίδια τους.
-Ο Μίκης ακόμη δεν είχε άδεια οδηγού και οι γνώσεις του στο αυτοκίνητο ήταν οριακές. Έτσι χρησιμοποιούσε οδηγό για το ταξί του.
Ώρα τρεις τα χαράματα.
Δεν ήξερε αν ήταν αλήθεια, αυτά που του έλεγε ο οδηγός του, μύριζε πιοτό, φαινόταν μεθυσμένος, του έφερε το αυτοκίνητό του και ψέλλιζε λες και φοβόταν μην τον ακούσουν πάρα εκεί, ότι τρακάρισε, μπορεί να χτύπησε κανένα άνθρωπο, ή και κανένα αδέσποτο σκύλο, από τους τόσους πολλούς που κυκλοφορούν γύρω στην αγορά. Το βέβαιο ήταν ότι είχε τρακάρει το αυτοκίνητο με ένα απαλό αντικείμενο όπου έσταζε αίμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις αποφεύγεις την εξακρίβωση γεγονότων και κάνεις την πάπια όπως κάνει ολόκληρος ο λαός. Το αυτοκίνητο είχε ένα μικρό βαθούλωμα στο καπό, εκεί φαίνεται ότι χτύπησε το κεφάλι του ανθρώπου, αν ήταν άνθρωπος, ή το του σκύλου, αν ήταν σκύλος, λίγο αίμα στον προφυλακτήρα και τίποτε άλλο.


Για να μην έχουν μπλεξίματα βιάστηκαν να φύγουν από την πόλη του λιμανιού πριν ξημερώσει, πριν ανακαλύψουν το πτώμα που δεν ήξεραν αν ήταν πτώμα, ή απλώς ένας λαβωμένος ζωντανός άνθρωπος, ή ακόμα ένας αδέσποτος σκύλος. Αποφάσισαν για να επισκευάσουν το αυτοκίνητο να πάνε στην πρωτεύουσα, μια απόσταση 300 χιλιομέτρων. Φθάνοντας βάλανε το αυτοκίνητο σε γκαράζ, θα πάρει τρεις ημέρες να επιδιορθωθεί, τους είπαν, νοίκιασαν ένα δωμάτιο σε ένα φτηνό πανδοχείο, και πέρναγαν την ώρα τους, ο οδηγός μοιρολατρικός περιμένοντας στο γυρισμό να τον συλλάβει η αστυνομία, αν πραγματικά το θύμα ήταν άνθρωπος, ο δε Μίκης, ευχόταν όλη αυτή η υπόθεση να ήταν, ιστορία για σκύλους.
-Θα έπρεπε να κάνουν και οικονομία, μακριά από τη βάση τους, έτσι για φαγητό εκεί δίπλα από την αγορά των 18 δρόμων υπήρχαν πολλά υπαίθρια φαγάδικα, μια κούπα ζουμί από κόκκαλα με χόρτα και ρύζι αν την έτρωγες όρθιος στοίχιζε 0.25, αν καθόσουν σε καρέκλα και τραπέζι 0.50, μπήκανε λοιπόν στην ουρά όρθιοι, αφού τρώγανε τον ζωμό περπατάγανε στην πόλη μέχρι να βραδιάσει, μετά όλη νύχτα ο οδηγός του έλεγε παραμύθια για στοιχειά και για νεράιδες που έβλεπε στο χωριό του, γι’ αυτό φοβόταν τα φαντάσματα, έτσι παράτησε το κρύο κλίμα του χωριού του και ήρθε να δουλέψει στα τροπικό αυτό λιμάνι, όπου από την πολύ ζέστη το έριξε στην μπύρα και στο πιοτό. Από την πολύ κουβέντα, από τα παραμύθια και οι δυο μείνανε με την εντύπωση και την ευχή, ότι αυτό που τρακάρισε τη νύχτα ήταν ένας αδέσποτος σκύλος.
-Όταν το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο πήρανε το δρόμο του γυρισμού, τους έπιασε η νύχτα, έτσι όπως καβαλήσανε το σαμάρι του δρόμου για να πληρώσουνε τα διόδια, εκεί πάνω τους έσβησε η μηχανή. Η μπαταρία νεκρή, ήρθαν μερικοί αστυνομικοί και τους έσπρωξαν προς τα πίσω να τους βγάλουν στην άκρη ώστε να αφήσουνε ελεύθερο το δρόμο. Έβαλαν τα χέρια τους στο καπό και κόλλησαν μπογιά που δεν είχε στεγνώσει ακόμα μετά από το βάψιμο.
Δικαιολογηθήκαν όπως, όπως, φτάνοντας στο λιμάνι πήγαν ο κάθε ένας στο σπίτι του.
Τίποτα, κανένα νέο δεν κυκλοφορούσε στην πιάτσα, κανένας δεν έλεγε τίποτα. Μια μαφιόζικη σιωπή επικρατούσε σε όλη την πολιτεία του λιμανιού.
Μετά από λίγες μέρες ο ίδιος οδηγός οδηγούσε ταξί ένα αμερικάνικο Ράμπλερ ενός φίλου από τα Τζαμάικα. Αυτός σηκωνόταν τη νύχτα και παρακολουθούσε τον οδηγό του, όταν ένα βράδυ τον είδε μεθυσμένο σε μπαρ, τον έπιασε απ’ το λαιμό και άθελά του τον έπνιξε, εκεί μπροστά στα μάτια γυναικών, ναυτικών και κάθε λογής υποκείμενα της νύχτας.
Έγινε η κηδεία του οδηγού, ο Μίκης πήγε να συλλυπηθεί τους οικείους του, το σπίτι γεμάτο κόσμο. Γνώρισε τη γυναίκα και τα παιδιά του. Τον δολοφόνο τον έπιασαν, πήγε φυλακή, είχε όμως έναν αδελφό στο κόμμα της κυβέρνησης ο οποίος τον βοήθησε, τώρα το πώς κατόρθωσε και βρέθηκε μετανάστης στις ΗΠΑ είναι ένα αίνιγμα.
Έτσι τελείωσε, η ζωή του οδηγού, ο οποίος όπως μαθεύτηκε, είχε εκμυστηρευτεί σε άλλον ταξιτζή με υπερηφάνεια ότι είχε σκοτώσει άνθρωπο, ότι αυτός που τρακάρισε ήταν ένας άνθρωπος, ένας εργάτης του λιμανιού που βρέθηκε νεκρός τα χαράματα στη μέση του δρόμου που περνούσε από την αγορά.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη,

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Παιχνίδια της Ζωής

Τρίτωσε το κακό.

Τέσσερεις οργανοπαίκτες χτύπαγαν τα μακρινά ξυλάκια με σφαιρίδια στην άκρη τους πάνω στα πλήκτρα σε ένα τυπικό ξυλόφωνο των Μάγια, λεγόμενο Marimba που έπαιζε χαρούμενους σκοπούς. Ένας από τους οργανοπαίκτες ήταν φίλος μου, την ημέρα δούλευε σε κουρείο, σε αυτόν παρέδινα το κεφάλι μου για καλλωπισμό.
Τα κέντρο γεμάτο, η Μαρίνα παντρεμένη με έναν έλληνα ναυτικό από την Πάρο με πλησίασε:
-Χορεύουμε είπε;
Άφησα το πιοτό μου στο τραπέζι και σηκώθηκα.
Ξέρεις μου λέει έχουμε συνεννοηθεί ο άνδρας μου κι εγώ αυτός στα βαπόρια κι εγώ εδώ να δουλέψουμε για λίγο ακόμα και μετά να πάμε στην Αμερική.
-Τι λες έρχεσαι να κοιμηθούμε μαζί απόψε;
Κοίταξα γύρω μου, ο καπετάν Αλέκος ένας Θεσσαλονικιός, της έκανε γλυκά μάτια από το απέναντι τραπεζάκι.
-Δεν παίρνεις καλύτερα τον καπετάνιο, αυτός έχει πιο πολλά λεφτά.
Με παράτησε και κάθισε μαζί με τη φιλενάδα της την Μπέλαγράσια κι άρχισαν το κουτσομπολιό. Στο κέντρο μπήκαν ο Νίκος ανθυποπλοίαρχος του βαποριού και η φίλη του Μπλάνκα, μια αγγλόφωνη περίπου 25 ετών από το νησί Roatán της Ονδούρας, φίλοι μου και οι δυο, κάθισαν στο τραπέζι μου, μάλιστα με κέρασαν cubalibre και πιάσαμε τη συζήτηση.
Η Μπλάνκα είχε ενοικιάσει ένα δωμάτιο για όσες μέρες το βαπόρι ήταν στο λιμάνι. Με την Μπλάνκα είχαμε τέτοια φιλία ώστε πολλές φορές μου έλεγε στα Ισπανικά τα μυστικά που κάνει στο κορμί της για να γίνεται ποιο ελκυστική στον ανθυποπλοίαρχο. Στο δωμάτιο αυτό πέρναγαν τις νύχτες τους, όταν το βαπόρι, έφευγε η Μπλάνκα γύριζε στο σπίτι με τη μάνα της.
Αυτό συνεχιζόταν για αρκετό καιρό, μέχρι που το παλικάρι έτσι απότομα το έστειλαν από τη Νέα Ορλεάνη στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα μετά από λίγο καιρό αυτοκτόνησε, η δε Μπλάνκα έπιασε καινούργιο φίλο, ναυτικός κι αυτός, τον Έκτωρ τον οποίο για κακή της τύχη δολοφόνησαν εν πλω σε ελληνικό βαπόρι.
Μαζί με την Μπλάνκα πήγαμε και διαμαρτυρήθηκε εναντίων του δολοφόνου στην αστυνομία, στις αρχές, στο Λιμενάρχη ζητώντας δικαιοσύνη. Αυτός ο δολοφόνος είχε μέσον, ποιο πολλούς γνωστούς, έτσι έκατσε φυλακή μόνο έξη μήνες, η δε Μπλάνκα κατέληξε φιλενάδα με έναν ναύτη του λιμεναρχείου, εκεί ήρθε και το τέλος της σκοτώθηκε σε δυστύχημα καβαλώντας τη μοτοσυκλέτα του.
Τώρα θα μου πεις μήπως το ρουν της ζωής είναι προδιαγραμμένο; υπάρχει πεπρωμένο, ή ας το πούμε αλλιώς το κακό πρέπει να τριτώσει;
Αυτό το αφήνω στη γνώμη σας, να πείτε ότι σκέφτεστε, ή ότι πιστεύετε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

Εντυπώσεις από Καναδά,

Εντυπώσεις από Καναδά με το πλοίο # 1

Όταν ήμουνα μικρός είχα μια παθολογική αγάπη για τον Καναδά, ονειρευόμουν κάποτε να μείνω στη στεριά, ούτε κι εγώ ξέρω πως προέκυψε αυτή μου η αγάπη, ίσως από τη διαμονή ενός μηνός στο λιμάνι του Αγίου Στεφάνου, στην επαρχία New Brunswick, από όπου απέκτησα άριστες εντυπώσεις, απελευθερωμένος από την καχυποψία των αρχών του γειτονικού κράτους της απέναντι όχθης, όπου έβλεπαν κάθε νεαρό σαν επίδοξο δραπέτη.
Ήμουνα πλήρωμα ενός μικρού βαποριού 3500 τόνων, το οποίο πήγαινε στα μικρά λιμανάκια της υφηλίου εκεί που δεν χώραγαν τα μεγάλα πλοία. Είχαμε λοιπόν φτάσει σε αυτό το μικρό λιμανάκι φορτωμένοι ένα ελαφρύ χώμα από το Κουρασάο, Ολλανδικές Αντίλλες. Μπήκαμε σε ένα στενό κανάλι σαν ποτάμι, στην δεξιά καναδική όχθη ήταν η μοναδική αποβάθρα, εκεί πλευρίσαμε κι έφεραν εργάτες, νεαρούς μαθητές να ξεφορτώσουν. Από την αριστερή όχθη ήταν το State of Maine των ΗΠΑ. Φθάσαμε στην καρδιά του καλοκαιριού 1 Ιουλίου. Η παλίρροια στο μέρος αυτό ήταν μεγάλη, τα νερά έφευγαν και το βαπόρι καθόταν στην λάσπη, αν ήθελες θα μπορούσες να περπατήσεις δίπλα του, εκεί που έκαναν βόλτα και οι γλάροι. Αφού τελείωσε το φορτίο άρχισαν πάλι να φορτώνουν λιπάσματα σε σακιά για την Καρθαγένη, Κολομβίας. Το παράξενο είναι ότι όταν γύριζε η παλίρροια το βαπόρι δεν έπλεε αλλά καθόταν σφηνωμένο στο βυθό. Αυτό που είχε συμβεί ήταν ότι κόλλησε σα βεντούζα, έτσι αφού τελείωσε η φόρτωση περιμέναμε μια φορά κάθε 12 ώρες που γύριζε η παλίρροια, βάζαμε την μηχανή στο φουλ άδικος κόπος. Το κενό της βεντούζας δεν άφηνε το βαπόρι να επιπλεύσει. Εν τω μεταξύ εμείς είχαμε πιάσει φιλίες με τον κόσμο απ’ την πολιτειούλα αυτή, ένα αγνό περιβάλλον, μέχρι που μας πήγαν να επισκεφτούμε καταυλισμό ινδιάνων όπου ζούσαν σε καλύβες από δέρμα ζώων… Κάθε 12 ώρες ερχόταν οι φίλοι μας να μας αποχαιρετίσουν και να λύσουν τους κάβους, όμως αδίκως διότι το πλοίο έμενε σφηνωμένο.
Πέρασα μια χαρούμενη νεανική ζωή 29 ημερών αξέχαστη, με όνειρα, με γνωριμίες κοριτσιών με, με, με,
Στις 29 Ιουλίου ήρθε ένα καναδικό ρυμουλκό και μας τράβηξε, το βαπόρι ξεκόλλησε έτσι αναχωρήσαμε για το πέλαγος.

Εντυπώσεις από Καναδά με το πλοίο # 2

Το κρύο ήταν τσουχτερό, μας περόνιαζε μέχρι τα κόκκαλα, το βαπόρι αγκομαχούσε ανεβαίνοντας το ποτάμι του Αγίου Λαυρεντίου, έπρεπε να προλάβουμε να φθάσουμε στο Μόντρεαλ πριν παγώσει.
Ήταν μια εποχή πριν ανοίξουν οι μεγάλες λίμνες.
Ένα μικρό φορτηγό βαπόρι 5000 τόνων ήταν σχεδόν άδειο, τα φτερά της προπέλας ξεχώριζαν στην επιφάνεια του νερού κι ακουγόταν ο ρυθμικός κρότος καθώς βιδωνόταν στο νερό. Τα δρομολόγια ήταν τακτικής γραμμής ανάμεσα Montreal, Trois Rivieres, Quebec, Bagotville, Port Alfred, Βοστόνη και νότιο Αμερική Κολομβία, μετά περνώντας το κανάλι του Παναμά μέχρι Ισημερινό και Περού. Φορτία γενικό εμπόρευμα, “general cargo” από κάθε λιμάνι φόρτωναν και ξεφόρτωναν πραμάτειες.
Ο πάγος είχε αρχίσει να πλέει στην επιφάνεια του ποταμού. Ακριβώς έξω από το Κεμπέκ υπήρχε ένα πιο συμπαγές στρώμα πάγου, η ταχύτητα του βαποριού δεν επέτρεπε να εναντιωθεί, έτσι το στρώμα πάγου άρχισε να σπρώχνει το βαπόρι προς τα πίσω.
Ο πιλότος και ο καπετάνιος φουντάρισαν και τις δυο άγκυρες, πράγματι το βαπόρι σταμάτησε το κατρακύλισμα. Αμήχανοι στεκόμαστε κοιτάζοντας όταν βάρκα με τις αρχές του τόπου ήρθαν πάνω στο βαπόρι. Αποφάνθηκαν οι άγκυρες έχουν πιάσει πάνω σε υπόγεια καλώδια και πρέπει να κόψουμε τις καδένες. Έτσι έγινε, ρυμουλκά μας έπιασαν και μας πήγαν στην άκρη-όχθη έξω από το λιμάνι του Κεμπέκ όπου δέσαμε κάβους. Το κρύο ανυπόφορο, ο πάγος στην κουβέρτα θα είχε πάχος πάνω από ένα πόδι.
Τα βίντσια γύριζαν σιγά, σιγά, στο ρελαντί για να μην παγώσουν και σπάσουν οι σωλήνες, θυμάμαι ο λοστρόμος και οι ναύτες ερχόταν κάθε λίγο και λιγάκι κι έμπαιναν στην «γραδελάδα» του «στόκολου» εκεί μες τη μαυρίλα της κάπνας αγκάλιαζαν τους βρώμικους σωλήνες για να ζεστάνουν τα χέρια τους, δάκρυα από το κρύο, έτρεχαν από τα μάτια τους.
Πρέπει να δώσω έμφαση ότι η μηχανή του βαποριού δεν μπορούσε να εργαστεί διότι ο πάγος είχε φράξει την είσοδο «αναρρόφηση» του νερού στην «κοντέσα» οπότε δεν κυκλοφορούσε νερό για να κρυώνει. Η λειτουργία της «κοντέσας» είναι κάτι σαν το ψυγείο του αυτοκινήτου, με την μόνη διαφορά ότι το νερό μπαίνει και βγαίνει από και προς τη θάλασσα.
Δεμένοι στην όχθη περιμέναμε, οπότε την δεύτερη νύχτα κατά τις 4 τα ξημερώματα ακούστηκε ένα τρομερό τράνταγμα σε όλο το βαπόρι, ο Βατσιμάνης έτρεξε σε όλες τις πόρτες των δωματίων χτυπώντας, φωνάζοντας σηκωθείτε όλοι επάνω, κίνδυνος, πεταχτήκαμε με τα εσώρουχα στην κουβέρτα πάνω στον πάγο, ο καπετάνιος ένας γέρο- Κεφαλλονίτης στη γέφυρα άρχισε τις σφυριξιές με μια βραχνή ατμο-σφυρίχτρα. Τι είχε συμβεί ένα κομμάτι πάγου μας τρακάρισε στην πλώρη, κόπηκαν οι κάβοι και το βαπόρι ακυβέρνητο κατρακυλούσε μαζί με τον πάγο. Η μηχανή νεκρή.
Ήρθαν ρυμουλκά μας έπιασαν και μας πήγαν τούτη τη φορά μέσα στο λιμάνι του Κεμπέκ. Καθίσαμε συνολικά 11 μέρες, φορτο-εκφόρτωσαν τα εμπορεύματα, μετά έπρεπε να πάμε σε δεξαμενή καθότι είχαν στραβώσει από τον πάγο τα φτερά της προπέλας. Έτσι βάλαμε πλώρη για Χάλιφαξ. Μπροστά μας πήγε ένα καναδικό παγοθραυστικό, αμέσως μετά ακολουθούσε ένα νεότευκτο σουηδικό αυτά με τις τρεις κορώνες στην τσιμινιέρα και μετά το βαπόρι μας. Αφού έσπαγαν τον πάγο η μηχανή μπόρεσε να αναρροφήσει νερό και κουτσά, κουτσά, βγήκαμε από τον Άγιο Λαυρέντιο…
Αυτό το κρύο μου έμεινε αξέχαστο, 11 ολόκληρα μερόνυχτα, προσευχόμαστε στον θεό να μας βοηθήσει να φύγουμε, κάτι που επιτεύχθηκε με τη βοήθεια παγοθραυστικού.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

Ενσταντανέ από Νέα Υόρκη







Ενσταντανέ από τη Νέα Υόρκη.
Φίλοι μου, παραθέτω μερικές φωτογραφίες από μια φιλική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στην Αστόρια Νέας Υόρκης, η οποία άρχισε με μια γνωριμία μέσω διαδικτύου, από Βενεζουέλα και Αθήνα, η οικογένεια Δουκάκη, επισκέφθηκε μέσω Βοστόνης τη Νέα Υόρκη. Ο Στράτος η σύζυγος του Αλεξάνδρα, ο υιός του Αλέξανδρος. Από τη Νέα Υόρκη η συγγραφέας Υιώτα Στρατή με τον Σύζυγο της Δημήτρη και ο υποφαινόμενος Γαβριήλ Παναγιωσούλης με την σύζυγό του Ορτένσια. Δαμάσαμε τον χρόνο μας ώστε να μπορέσουμε να βρεθούμε σε μια συνάντηση γεμάτη ζεστασιά φιλική ατμόσφαιρα και ειλικρίνεια. Τέτοιες συναντήσεις συσφίγγουν τους διαδικτυακούς χειριστές, ανοίγοντας καινούργιους ορίζοντες σε ένα κόσμο όπου κάθε μέρα που περνά γεννιούνται νέες φιλίες, νέες γνωριμίες και ο κάθε ένας μας αισθάνεται σα να κατάκτησε το σύμπαν κι έφερε τον κόσμο ολόκληρο στην παλάμη του.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

En la foto, la Sra. Hortensia Panagiosouli da la bienvenida con un brindis a la familia Stratou Doukaki que llegó desde Grecia, y a los Sres. Yiota y Dimitri Strati, de Nueva York.


Πρώτη φωτογραφία, Η Ορτένσια Παναγιωσούλη καλωσορίζει στη Νέα Υόρκη με ένα εβίβα τους αγαπητούς μας φίλους, Στράτο, Αλεξάνδρα, Αλέξανδρο Δουκάκη, από Ελλάδα. Υιώτα και Δημήτρη Στρατή από Νέα Υόρκη.




Δεύτερη φωτογραφία, Ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης, η Υιώτα Στρατή, ο Στράτος Δουκάκης.




Τρίτη φωτογραφία, Ορτένσια και Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Στράτος και Αλεξάνδρα Δουκάκη, Υιώτα και Δημήτρης Στρατής