Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Η Αξία μιας Ζωής!

Ζώντας μέσα σε έναν τροπικό παράδεισο, εκεί όπου η αξία της ζωής μετράει με πόσα πράσινα διαθέτεις.
(Η ιστορία αυτή είναι μεγάλη, για έλλειψη χώρου απλώς γράφω τα κυριότερα σημεία.)

Όπως κάθε μεσημέρι έτσι και σήμερα διάβαζα την τοπική εφημερίδα ξαπλωμένος σε μια αιώρα για πιο φρέσκο μια που η ζέστη ήταν ανυπόφορη στο τροπικό αυτό μέρος της Γουατεμάλας. Την μεσημεριάτικη ησυχία διέκοψε η επίσκεψη ενός φίλου μου νεαρού, του Έκτωρ.
Έρχομαι από τον μόλο, ένα βαπόρι της γραμμής άκουσα ότι ζητά πλήρωμα, μια και είσαι γνωστός του καπετάνιου ήθελα να του πεις δυο λέξεις για μένα, ώστε να μπαρκάρω. Πράγματι βρήκα τον καπετάνιο, του μίλησα αμέσως μπαρκάρισε λαδάς στη μηχανή ένα βαπόρι Ντήζελ μικρό γενικού εμπορίου τακτικών γραμμών χρόνο- ναυλωμένο από την United Fruit co. Πέρασε καιρός,
Ο Έκτωρ είχε την βάρδια 12-4, όταν λοιπόν κατέβηκε στη μηχανή να παραλάβει από τον λαδά της 8-12, ο οποίος ήταν κι αυτός από το ίδιο μέρος, παρατήρησε ότι κάτι δεν ήταν εντάξει. Ανέβηκε λοιπόν στο κατάστρωμα πήγε στην πρύμνη στην τραπεζαρία του πληρώματος όπου έτρωγε ο λαδάς μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα και του έκανε την παρατήρηση. Στο τραπέζι πάνω ήταν ένα ολόκληρο καρβέλι ψωμί κι ένα μαχαίρι, κάθε ένας έκοβε όσο ψωμί ήθελε. Ο Έκτωρ είπε ότι είχε να πει, γύρισε προς την πόρτα να φύγει. Ο λαδάς των 8-12 σήκωσε το μαχαίρι και το έστειλε πεταχτό στον Έκτορα. Κάποιος από το πλήρωμα φώναξε, Έκτορα φυλάξου, αυτός γύρισε να δει και το μαχαίρι τον βρήκε στο στήθος στην καρδιά. Ξεψύχησε επιτόπου. Το βαπόρι εν πλω, σημαία Λιβερίας, στο επόμενο λιμάνι θα έπιαναν μετά από τρεις μέρες, ήταν Puerto Cortez, Ονδούρας. Τον έθαψαν στο λιμάνι της Ονδούρας, παρέδωσαν το δολοφόνο στις αρχές πήγε φυλακή. Πατέρας, και μάνα του φίλου μου, έμειναν άφωνοι, ζητούσαν δίκιο εκδίκηση κι ένα αιώνιο γιατί. Εφόσον δεν υπήρχε κατήγορος στην Ονδούρα θα έμενε φυλακή 6 μήνες μετά θα τον έστελναν στην Γουατεμάλα. Όταν το βαπόρι ήρθε στη Γουατεμάλα, έβαλαν δικηγόρο έδωσαν κατάθεση οι μάρτυρες για να το χρησιμοποιήσουν όπου δει. Όταν έμαθαν την ημερομηνία αποφυλάκισης του, πατέρας και μάνα πήγαν στην αστυνομία, στο λιμεναρχείο, σε όλες τις αρμόδιες αρχές. Όλοι τους είπαν για μας δεν έχει συμβεί απολύτως τίποτα. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε όλοι μαζί στο υπουργείο εσωτερικών, να εκθέσουμε την υπόθεση. Πράγματι ξεκίνησε η μάνα, ο πατέρας, μια αδελφή κι εγώ. Στην πρωτεύουσα μια απόσταση 300 χιλιομέτρων. Πήγαμε σε ξενοδοχείο.
Το Palacio Nacional ένα επιβλητικό τριώροφο κτίριο στο κέντρο της πολιτείας, με θολωτές πόρτες και κολώνες σε στυλ Ισπανοϊταλικό με επιρροή αραβικού ρυθμού. Ανεβήκαμε τα πλατιά σκαλοπάτια, στην πόρτα μας σταμάτησαν δυο φρουροί, μας έψαξαν, μας ρώτησαν τι θέλουμε, η μάνα είπε να δούμε τον υπουργό… από το ισόγειο ξεκινούσαν δυο πλατιές κυκλικές σκάλες μια αριστερά μια δεξιά, στην μέση κήπος με λουλούδια, στους τοίχους ζωγραφιές ηρώων του κράτους. Άνθρωποι βιαστικοί με χαρτοφύλακες έτρεχαν προς όλες τις διευθύνσεις, ένας κύριος με γυαλιά που καθόταν σε ένα γραφείο μας ρώτησε:
Τι θέλετε;
Η μάνα απάντησε:
«Θέλουμε να δούμε τον υπουργό,»
«Έχετε ραντεβού;»
«Όχι, αλλά ερχόμαστε από την επαρχία, σκότωσαν τον γιο μου»…
«Περιμένετε εδώ.»
Άνοιξε μια πόρτα κι εξαφανίστηκε. Από την πόρτα βγήκε ένας στρουμπουλός κύριος με γυαλιά.
«Ποιος με ζήτησε» είπε;
Η μάνα σάστισε, έκανε κάτι να πει μπερδεύτηκε, τον λόγο ανάλαβα εγώ.
«Κύριε υπουργέ, σκότωσαν τον γιο της κι έρχεται να ζητήσει δικαιοσύνη, μάθαμε ότι ο δολοφόνος θα αφεθεί ελεύθερος από την Ονδούρα και ζητάμε όταν έρθει στη Γουατεμάλα να συλληφθεί.»
«Μα που έγινε ο φόνος;»
«Εν πλω, σε βαπόρι μέσα.»
«Δηλαδή έξω από την δικαιοδοσία του κράτους.»
«Ναι σε διεθνή νερά.»
«Το σύνταγμα της χώρας μας δεν λέει ότι μπορεί να συλλάβουμε κάποιον όταν αυτός δολοφόνησε άνθρωπο έξω από τα σύνορά μας, να πάτε στην εθνικότητα του πλοίου.»
«Μα αυτό έχει σημαία Λιβερίας.»
«Δεν ξέρω πάντως για εμάς δεν έγινε τίποτα.» Και κουνώντας το δάχτυλό του μου είπε:
«Κι εσύ να προσέχεις πως μιλάς σε έναν υπουργό.»
Κατάπληκτος έψαξα να βρω τι είχα κάνει, α ναι, χρησιμοποίησα τον ενικό σε μια μου συνδιάλεξη αντί του πληθυντικού. Αλήθεια τι έγκλημα!
Ήταν φανερό ότι δεν ήθελαν να αναμιχθούν, εξ άλλου μια παροιμία του λαού λέει: Un indio menos, un pan mas. Ένας Ιθαγενής λιγότερος, ένα ψωμί παραπάνω.
Η λέξη indio εννοεί αυτόχθονα ιθαγενή κάτοικο.
Γυρίσαμε όλοι στην πόλη του λιμανιού, φίλος με βρήκε στην πιάτσα των ταξί, έχω μήνυμα για εσένα μου είπε, θέλει να σε δει ο Σόσα ήξερα ότι ήταν μέλος μιας ακροδεξιάς οργάνωσης και σπιούνος της αστυνομίας.
«Μα καλά χαζοί είσαστε και πάτε στην κυβέρνηση για να βρείτε το δίκιο σας, τη δικαιοσύνη τη δίνω εγώ, θα μου δώσετε $500, τα μισά τώρα και τα άλλα μισά όταν θα βρεθεί πνιγμένος στο ποτάμι ο δολοφόνος.»
Τότε θα αρχίσουμε βεντέτα, είπε ο πατέρας κι όχι μόνο αυτό αλλά δεν θα ξαναφέρουμε τη ζωή του γιού μας. Σε λίγο διάστημα πέθανε ο πατέρας ίσως από τον καημό του, η μάνα τα αδέλφια ξενιτεύτηκαν, ερείπια έμειναν εκεί που υπήρχε ζωή, ο δολοφόνος γύρισε, ήταν παντρεμένος με δυο μικρά παιδιά, άνοιξε μπακάλικο κι ακόμα υπάρχει…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Πλούσιος για ένα Φεγγάρι:

Ακόμα και η Φωτό βγήκε μικρή, αλλά είναι αυθεντική
Είμαστε με το βαπόρι διπλαρωμένοι στο Veracruz México, μια εποχή κοντά στα Χριστούγεννα.
Το φορτίο εποχιακό διάφορα Χριστουγεννιάτικα παιχνίδια, ηλεκτρικές συσκευές, όλα τα αμπάρια γεμάτα αγαθά συσκευασμένα σε κιβώτια.
Βατσιμάνης (Νυκτοφύλακας) ήταν ένας ναύτης ο Αντώνης Κ. από το νησί Μήλο καλό παιδί και φίλος μου.
Τρόμαξα όταν άκουσα να μου χτυπά την πόρτα θα ήταν περίπου μετά τα μεσάνυχτα, πετάχτηκα επάνω, τι τρέχει του λέω;
Έπιασα έναν κλέφτη μέσα στο αμπάρι, του κατέσχεσα ότι είχε κλέψει, αυτός έδωσε ένα πήδημα κι έφυγε, και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Τα έχω βάλει όλα σε μια σακούλα. Για να δούμε τι είναι;
Ήταν αλυσίδες, καδένες, σαν αυτές που κρεμάνε στο λαιμό τους, με μενταγιόν ή σταυρούς. Θέλω μου λέει να με βοηθήσεις να τα κρύψω ώστε να μην τα βρουν πάνω μου.
Ναι του λέω φέρτα να τα βάλουμε στην αποθήκη τροφίμων, εκεί άνοιξα κιβώτια με κονσέρβες από ανανά, αυτά τα κιβώτια τα είχαμε πάρει (κλέψει) από τα αμπάρια το προηγούμενο ταξίδι, μια και στον γυρισμό προς Νέα Υόρκη φορτώναμε ανανάδες σε κονσέρβες. Τα πήραμε έτσι για να τρώμε.
Τα τακτικά μας ταξίδια ήταν Νέα Υόρκη, Progresο Yucatán, Coatzacoalcos, Veracruz, Tampico, και τανάπαλιν. Όλα τα λιμάνια στο Μεξικό. Σε κάθε λιμάνι ξεφορτώναμε κι από λίγα. Άρα κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος που και σε πιο λιμάνι τα έκλεψαν, αν ποτέ έψαχναν.
Το βράδυ πριν ακόμα σκοτεινιάσει, με μια αλυσίδα στην τσέπη, πήγαμε μαζί σε ένα χρυσοχοείο. Του είπαμε θέλουμε να μάθουμε αν είναι χρυσάφι; Την κοίταξε την ψηλάφισε και μας είπε κάτι που είχε τη λέξη όρο, αλλά εμείς δεν καταλάβαμε καλά. Πάντως η λέξη «oro,» όρο= χρυσάφι στα Ισπανικά ηχούσε στα αυτιά μας.
Γυρίσαμε στο βαπόρι και γελούσαν και τ’ αυτιά μας, είμαστε πλούσιοι, έχουμε χρυσάφι μου είπε, ναι λέω αλλά που θα τα πουλήσουμε; Κάναμε εξόδους στην πόλη, πιάσαμε παρέα με κορίτσια με την Judith Nocedal αλληλογραφούσα για πολλά χρόνια, από αυτήν έμαθα για τους κήπους του Xochimilco, το palacio de bellas artes κλπ… χαιρόμαστε υπολογίζοντας τι μας περιμένει, ούτε πιοτά ούτε μπαρ, πρώτη μας φορά συναντήσαμε μαγαζί στην κυριολεξία να πουλά γυναίκες, μόνο αυτό, πλήρωνες την τιμή την έπαιρνες κι έφευγες. Αχ τι φέρνει η αίσθηση του πλούτου!
Προσπαθήσαμε η εντύπωση του πλούτου να μην αλλάξει τίποτε, μόνο αισθανόμαστε μια μικρή ευφορία ότι πιάσαμε την καλή και περιμέναμε ευκαιρία να εμφανισθούμε.
Στη Νέα Υόρκη ερχόταν στο βαπόρι ένα Κεφαλλονίτης μαραγκός-επιπλοποιός ο οποίος έφτιαχνε κάτι έπιπλα για το σαλόνι, παραγγελία της γυναίκας του εφοπλιστή για να έρθει ταξίδι. Αυτόν πλησίασα και του έδωσα μάλιστα και μια αλυσίδα να μάθει την αξία της.
Μετά από δυο μέρες μου την έφερε πίσω, δεν έχει καμιά αξία είναι φαντασία ψεύτικη…
Γκρεμίστηκαν τα όνειρα, αποτέλεσμα μετά από αρκετό χρονικό διάστημα όταν πλέον είχαμε φάει όλους τους ανανάδες πήρα τις αλυσίδες και τις πέταξα στη θάλασσα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Η Τροχιά μιας σφαίρας...



Ένα κομματάκι χωράφι εκεί πίσω από την εκκλησία της Παναγίας της κρήνης, δίπλα από τον λάκκο του νερού που ανάβλυζε από τη γη, ανήκε στην οικογένειά του παππού, ήταν αυτό που είχε κληρονομήσει από τον προ-προ πάππου του, όταν είχαν έρθει πρόσφυγες από την Πάργα όταν την πούλησαν οι Άγγλοι στον Αλή Πασά περίπου 1807. Ήταν ποτισμένο με ιδρώτα των προγόνων του, αυτών που το έλαβαν σαν πληρωμή με την υποχρέωση να καλλιεργούν τα χωράφια της πλούσιας αυτής οικογένειας στα Ποταμιανάτα.

-Η γειτόνισσά μας είχε δυο κατσίκες, από αυτές αγόραζε η μάνα λίγο γάλα, έτσι για να πίνουν τα μικρά. Ο άνδρας της γειτόνισσας μαζί με τα παιδιά του έβγαναν κάρβουνα στο βουνό.
Ο πόλεμος ήταν στο ζενίθ του, ο πατέρας μαζί με έναν άλλο χωριανό είχαν πάει να σκάψουν το χωράφι αυτό, σαν μεσημέριασε η μάνα μας είχε φύγει να τους πάει φαγητό, μπιζέλια με ψωμί σούπα. Στο σπίτι μείναμε μόνοι.
Ξάφνου ακούστηκαν πυροβολισμοί μαζεμένοι, μετά μοναχικοί. Ο κόσμος βγήκε από τα σπίτια του να δει τι τρέχει, εγώ πήγα πάνω στο ανυψωμένο αλώνι της στέρνας και κοίταγα, η γειτόνισσα βγήκε στην αυλή της κι έλεγα : ωχ! Τα παιδιά μου που νάνε άραγε;
Ο μπάρμπας μου που ήταν άρρωστος από φυματίωση κατάλαβε τον κίνδυνο, ανέβηκε στην στέρνα και με πήρε στην αγκαλιά του, με έμπασε μέσα στο σπίτι. Τι είχε συμβεί; Οι Γερμανοί ανέβαιναν από τον κάμπο προς το χωριό, το οποί ο ήταν χτισμένο στην πλαγιά του βουνού, σε υψόμετρο 200 μέτρων, τα καφενεία γεμάτα κόσμο, κάποιος τους είδε και φώναξε, έρχονται Γερμανοί, τότε όλοι τρέξανε να φύγουν, αυτό είδαν οι Γερμανοί και τους έβαλαν στις τουφεκιές
.
Ένας Γερμανός μπροστά από την εκκλησία του Αϊ Δημήτρη σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε απέναντι στα Μαρκάτα. Τα δυο χωριά αυτά τα χωρίζει ένα πλατύ αυλάκι, θα έλεγα μια χαράδρα που παλαιά θα πρέπει να ήταν ποτάμι μια και το έδαφός της είναι γεμάτο γουλιά πέτρες στρογγυλές από αυτές που γλύφει η θάλασσα. Κι όχι μόνο αλλά μια φορά κάθε τόσο σέρνει δηλαδή κατεβάζει νερό απ' τα βουνά και παίρνει σβάρνα ότι βρει μπροστά του όπως τον δρόμο κλπ…
Η σφαίρα βρήκε στην κοιλιά την γειτόνισσα, που είχε βγει στην αυλή της να δει για τα παιδιά της.
Έτρεξαν όλοι την έβαλαν στο κρεβάτι, ο τσαγκάρης του χωριού προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τους γερμανούς, έλεγαν ότι ο Γερμανός ήταν γιατρός, μαζί με τους άλλους χώθηκα κι εγώ στο δωμάτιο, όταν την ξεγύμνωναν να δουν το τραύμα, η γριά Κ… με έπιασε από το αυτί και με έβγαλε έξω. Λέγανε ότι η σφαίρα της είχε τρυπήσει το βασιλικό άντερο.
Δεν υπήρχαν ούτε φάρμακα ούτε γιατρός, έτσι πέθανε η γυναίκα.

Σήμερα έχουν απομείνει ερείπια, κουκουβάγιες λαλούν τη νύχτα, το χωράφι χέρσο, ο λάκκος του νερού άχρηστος ξεχειλίζει, χάνεται, οι άνθρωποι οι περισσότεροι σκορπισμένοι σε τσιμεντουπόλεις.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ένα λανθασμένο Αραράτ:



Εκεί στην πλώρη του βαποριού στην δεξιά μάσκα ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, τετράγωνο με ράφια στους τοίχους κι ένα πάγκο βιδωμένο στο πάτωμα. Από δεξιά είχε τρία φινιστρίνια χωρίς να τολμώ να τ’ ανοίξω, γιατί θα έμπαινε το κύμα της θάλασσας. Ήταν το μαραγκούδικο του βαποριού. Σε τούτη την περίπτωση ήταν γεμάτο κότες και κοκόρια. Κάθε πρωί τα τάιζα έπιανα ένα, ένα έξη το όλων και τα στραγγάλιζα χωρίς να χυθεί ούτε σταγόνα αίμα. Μερικά κοκόρια ήταν επιθετικά έτσι αυτά τ’ άφηνα τελευταία.
Τα έπιανα απ’ το κεφάλι, τα γύριζα στριφτά 2-3 φορές μέχρι που δεν κουνιόταν πλέον. Τα υπόλοιπα ξαφνιασμένα έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από τον πάγκο, ή πάνω στα ράφια, όταν έβλεπαν το γαντοφορεμένο χέρι του χάρου, δηλαδή το δικό μου τα κοκόρια σήκωνα τα φτερά του λαιμού τους κι ετοιμαζόταν να μου επιτεθούν. Έτσι τα πιο άγρια τα άφηνα τελευταία μέχρι να έρθει η σειρά τους. Τα μαδούσα, τα έπλενα και τα έδινα στο μάγειρα. Το σφάξιμο των πουλερικών κρατούσε εμάς στη ζωή, όσο διαρκούσε το ταξίδι μας. Φανταζόμουν τον εαυτόν μου σαν τον Πολύφημο που σκότωνε τους συντρόφους του Οδυσσέα και τον πιο γενναίο τον άφηνε τελευταίο. Πρέπει να δώσω έμφαση ότι δεν είχαμε ψυγεία και το μόνο μας φαγητό ήταν αυτές οι κότες μια φορά την ημέρα.
Ο ουρανός και η θάλασσα είχαν ενωθεί σε ένα σταχτί-μαυρο χρώμα που άσπριζε μόνο από τους αφρούς που έκαναν τα κύματα σπάζοντας τα μούτρα τους στην κουβέρτα του βαποριού. Έμοιαζαν σα σκυλιά λυσσασμένα που έβγαναν αφρούς από το στόμα τους. Εκεί στον ουρανό είχαν σχηματισθεί κάτι σύννεφα που έμοιαζαν με ανθρώπινη μορφή με μακριά γενειάδα, που κάτω από τις δυο μασχάλες του κρατούσε δυο ασκιά με τα στόμιά τους εναντίων μας φυσούσαν τη θάλασσα, τα κύματα μας χτυπούσαν από μπροστά από πίσω από δίπλα. Το βαπόρι χόρευε σαν καρυδότσουφλο. Ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του ανακάτευε τη θάλασσα με τη βοήθεια του Αίολου που του έστελνε τον αέρα. Άρα τι να τους έχουμε κάνει; Μήπως ζητούν εκδίκηση επειδή αφήσαμε την πατρίδα μας, ή μήπως ζητούν να χυθεί αίμα στο βωμό τους, μήπως θα πρέπει να κόβω το λαιμό από τις κότες αντίς να τις στραγγαλίζω; Να με πιτσιλίζει το αίμα ζεστό αχνιστό;
Το βαπόρι αγκομαχούσε πάλευε με τα θηρία, ανέβαινε σε υδάτινα βουνά κι απότομα έπεφτε στην άβυσσο, δεν ξέραμε αν θα είχε τη δύναμη να ξανανεβεί, με κάθε χτυπιά από τα κύματα τρανταζόταν ολόκληρο, έτρεμε η προπέλα ξενέρωνε, σηκωνόταν στον αέρα, γύριζε σαν τρελή. Είχαμε κλείσει και τις πόρτες του κομοδέσιου με μπουκαπόρτες, ο κάθε ένας μας βουβά σιωπηλά προσευχόταν στον δικό του θεό να μας βοηθήσει να φτάσουμε στη στεριά, να φτάσουμε σε ένα Αραράτ ν’ αφήσουμε τα κοκόρια να πετάξουν, κάναμε τάματα στους θεούς μας, να πατήσουμε χώμα, ευλογημένο να αλειφτούμε λάσπη, να γεμίσουμε σκόνη, να πατήσουμε κάτι στερεό, τότε θα γελάμε θα τρέχουμε στους δρόμους παίζοντας ανεμίζοντας το χώμα. Να κοιτάξουμε κατάματα τη ζωή, την ελπίδα, τις γυναίκες που ο κάθε ένας μας έπλαθε στη φαντασία του μια ιδεαλιστική μορφή δικής του γυναίκας, να την λατρεύει, να την πιστεύει μια μορφή αγγελική να τον καταλαβαίνει, να ανοίγει την καρδιά του, ένα λουλούδι μεθυστικό, κάτι να προσεύχεται στο όνομά της, κάτι σαν μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανθίσει να τον περιμένει.

Αντί αυτού είμαστε τραβερσωμένοι για 21 μέρες στον Ινδικό Ωκεανό, στο υγρό στοιχείο, μουσκεμένοι γεμάτοι αρμύρα μέχρι που κατά λάθος καθίσαμε σε ύφαλο σε ένα λανθασμένο Αραράτ, στο νησί Σοκότρα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Εντυπώσεις:

Στην φώτο: πηγαίνοντας βόλτα στο πάρκο πιάσαμε μια άκακη Ιγουάνα, πρώτη μας φορά την βλέπαμε, νομίσαμε ότι ήταν θηρίο, την δέσαμε και την φέραμε στο βαπόρι, σαν λάφυρο...

Εντυπώσεις που γράφονται στο παιδικό μυαλό με ανεξίτηλο μελάνι.
Η ζέστη αφόρητος, το βαπόρι διπλαρωμένο στο μόλο ξεφόρτωνε σωλήνες για πετρελαιοπηγές. Το τζιπ των αστυνομικών, τώρα μπορεί να ήταν και του λιμεναρχείου ή του τελωνείου δεν ξέρω, σταματούσε εκεί απέναντι από την σκάλα του βαποριού, ένας με πράσινη στολή και πηλίκιο ψηλό φασιστικό, ανέβαινε πάνω πήγαινε στο δωμάτιο του καπετάνιου, ο άλλος καθόταν στο τιμόνι και περίμενε. Σε λιγάκι κατέβαινε με μια τσάντα γεμάτη πραμάτεια, αυτό γινόταν κάθε μέρα, πολλές φορές την ημέρα. Η σκηνή στο λιμάνι του Μαρακαΐμπο της Βενεζουέλας. Το βαπόρι ήταν χρόνο-ναυλωμένο στην εταιρία Venezolana de Navegación. Όλοι είχαν να λένε, προπαντός οι αξιωματικοί ότι ο καπετάνιος κάνει κοντραμπάντο με ουίσκι. Εδώ που τα λέμε όχι ότι τους πείραζε αλλά ζήλευαν. Όταν ήρθε η ημέρα της αναχώρησης, έλειπε ο δεύτερος μηχανικός δεν ήταν στο δωμάτιό του, κατά κάποιον περίεργο τρόπο είχε εξαφανισθεί, ήταν οικογενειάρχης άνθρωπος ο Κώστας Κ. από τον Πειραιά. Στο κεφαλόσκαλο είχε αναρτηθεί ο πίνακας αναχώρησης 5 το απόγευμα. Θα πήγαινε για La Guaira επίνειο του Καράκας να αφήσει κι εκεί μερικό εμπόρευμα.
Σαν ήρθε μεσημέρι και δεν φάνηκε πουθενά, ο υποπλοίαρχος ένας έλληνας της Αγγλίας ο οποίος είχε αλλάξει το επώνυμό του σε Captain Henderson φορούσε πάντα στολή και γαλόνια αποφάσισε να πάει στην αστυνομία να δηλώσει την εξαφάνιση του έλληνα.
Ω! του θαύματος, ο Πειραιώτης ήταν φυλακή, αφού πλήρωσε κάποιο πρόστιμο αφέθηκε ελεύθερος, τρέξαμε όλοι να μάθουμε τι έγκλημα είχε κάνει για να πάει φυλακή.
Απλούστατα είπε: Καθόμουν στην κουπαστή κι έβλεπα τους τελωνειακούς να μεταφέρον κοντραμπάντο που τους πουλούσε ο καπετάνιος.
Τους είπα ξέρω τι κουβαλάτε μέσα στις τσάντες σας. Ο τελωνειακός δεν είπε τίποτα, όταν όμως κατέβηκε στο έδαφος έκανε νόημα του δεύτερου μηχανικού να κατέβει να του πει κάτι. Με το που πάτησε στο έδαφος τον μπαγλάρωσαν στο τζιπ και κατευθείαν στο κρατητήριο. Κανένας από εμάς δεν είδε την σκηνή, η κυβέρνηση του Pérez Jiménez ήταν δικτατορική δεν τολμούσες να μιλήσεις
.

Η Βενεζουέλα του καιρού εκείνου για τους ναυτικούς ήταν ακριβό μέρος, το δολάριο δεν είχε αξία αν το συγκρίνουμε με τα άλλα κράτη. Τα βράδια έβγαινα στην πολιτεία και περπατούσα μαζί με άλλους, συναντήσαμε αρκετούς έλληνες μετανάστες οι περισσότεροι είχαν ένα μικρό κατάστημα φαγητών στην αγορά, άλλος ήτανε τσαγκάρης, άλλος είχε ένα μεγάλο εστιατόριο το ΑΛΦΑ πάνω στο δρόμο προς το delicias όπου πήγαιναν οι ντόπιοι για κολύμπι.
Για μας τους ναυτικούς κανένα σπέσιαλ τα καμπαρέ τα είχαν μακριά έπρεπε να πάρεις ταξί. Όλες οι γυναίκες αλλοδαπές, αλλά οι ιστορίες αυτές δεν γράφονται.
Πιάναμε πολλά λιμάνια, σε κάθε λιμάνι ξεφορτώναμε εμπορεύματα, στο La Guaira, Puerto la Cruz, Puerto Cabello, Cumaná, Cuanta, Carupano. Στο λιμάνι της La Guaira ήρθαν κι επισκέφτηκαν το βαπόρι δυο έλληνες κεφαλλονίτες από τη Σάμη, μας έλεγαν ότι πήγαιναν στα χωριά στο εσωτερικό και πουλούσαν ρούχα.
Στο Puerto Cabello, οι τελωνειακοί μπήκαν έτσι απότομα στο βαπόρι. Διέταξαν έρευνα στα δωμάτιά του πληρώματος για λαθραία. Ότι ρούχα είχαμε καινούργια ακόμη κι εσώρουχα μας τα κατάσχεσαν. Τα πήραν κι έφυγαν. Ο ασυρματιστής του πλοίου ήταν κουβανός, τον πήραμε μαζί για διερμηνέα και πήγαμε να διαμαρτυρηθούμε για τα ρούχα μας, δεν βαριέσαι χαμένος κόπος, μας έδιωξαν.

Στo Cumaná ένα άλλο μικρό λιμανάκι υπήρχε μια οικογένεια ελλήνων από ένα νησί του αιγαίου, είχαν ένα μικρό κατάστημα ρούχων Tienda Atenas.
Είχαν λοιπόν μια κόρη, όταν άκουσαν βαπόρι ελληνικό ήρθαν μέσα οι άνθρωποι γεμάτη νοσταλγία, ένας κεφαλλονίτης ναύτης ο Στέλιος, χωρίς να ξέρω τίποτα μου λέει ότι τα κανόνισε αν θέλω να παντρευτώ το κορίτσι… θα είμαστε της ίδιας ηλικίας. Όχι ρε παιδί μου δεν σκέπτομαι τέτοιο πράγμα του είπα.
Η ζωή και περιπέτειές μου στη Βενεζουέλα δεν κράτησαν πολύ μόλις ένα χρόνο, μετά αλλάξαμε ρότα.
Πάντοτε νοσταλγώ την αθωότητα της νιότης, τα περασμένα που έστω και τώρα ακόμη βάζουν ένα κόκκο αλατιού στην χωρίς εκπλήξεις τυποποιημένη ώριμη ζωή μου.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Ο Άγνωστος

Το βαπόρι "Αίνος" τον πήρε μαζί του, στην αγκαλιά της γαλάζιας θάλασσας, στην αγκαλιά της ελευθερίας. Κούβα 1952
Σαν λουλούδι που μαραίνεται και πέφτει, είναι το μονοπάτι της ζωής σου. Άλλος το ποδοπατεί, άλλος σκύβει, νοσταλγικά το παίρνει, το μυρίζει και θυμάται το δικό του μονοπάτι.

Σπάνια η ζωή μας επηρεάζεται από ένα άγνωστο άνθρωπο ο οποίος έτσι απότομα, χωρίς να τον περιμένεις βγαίνει και αλλάζει τον ρου ενός πεπρωμένου.
Ο άνθρωπος αυτός Κεφαλλονίτης, καταγωγή εκ Πυλάρου γεννημένος στο Αργοστόλι, ζώντας στην Αμερική και συγκεκριμένα στα Φιλαδέλφεια, άνθρωπος της πιάτσας, λέγανε ότι είχε χαρτοπαικτική λέσχη σε αυτή την πόλη, παντρεμένος με την κόρη του διευθυντή της αστυνομίας, αφού μάζεψε αρκετό χρήμα, αποφάσισε να αγοράσει ένα βαπόρι.
Βρήκε τον Καπετάν Λ. από την Πύλαρο και αγόρασε το βαπόρι στο όνομά του, ένα μικρό χαβουζάδικο, κουβαλούσε κάρβουνο ή σιδηρομετάλλευμα. Το ονόμασε Μαρκέλλα το όνομα της γυναίκας του.
Εν τω μεταξύ πεθαίνει η γυναίκα του, τότε αυτός μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, εκεί αγοράζει κι άλλο βαπόρι το "Αίνος."

Ο Μάκης ήταν φυλακισμένος όχι γιατί ήταν εγκληματίας, αλλά διότι είχε μένει παράνομα στο κράτος αυτό από βαπόρι, τον είχαν ζαλίσει τα πλούσια λόγια, οι υποσχέσεις δεν ζητούσε τίποτα μόνο ένα μεροκάματο. Αυτό, τίποτε άλλο. Πίσω στην Ελλάδα, περίμεναν πολλά στόματα, μια μπουκιά ψωμί...
Τα κρατητήρια τα επισκεπτόταν αρκετοί έλληνες νόμιμοι που αντιπροσώπευαν ναυτιλιακές εταιρίες, για να διαλέξουν πληρώματα από τους κρατούμενους έλληνες ναυτικούς στο φημισμένο νησί Ellis Island και ήταν πολλοί εκατοντάδες… οι αντιπρόσωποι ερχόταν με ένα τουπέ λες και εξουσίαζαν τη ζωή σου, λες κι έβγαιναν στις ακτές να αγοράσου σκλάβους.
Αλήθεια τι διαφορά ανάμεσα νόμιμος με σκαστός, έλληνες και οι δυο!
Ο Μάκης μην έχοντας διαβατήριο ούτε ναυτικό φυλλάδιο (του το είχαν κατασχέσει ένεκα δραπετεύσεως από βαπόρι) εκτός από μια ταυτότητα χωροφυλακής του χωριού του, οι αντιπρόσωποι των ναυτιλιακών εταιριών τον έδιωχναν, έτσι περνούσε ο καιρός, πέρασε 120 μέρες κλεισμένος έως που φάνηκε αυτός ο άνθρωπος. Όχι δεν τον γνώριζε, αλλά καταγόταν από το ίδιο χωριό της Κεφαλονιάς, κάποιος γνωστός, του είπε την ιστορία του. Όπως είπα πιο πάνω ήταν άνθρωπος του λαού, της πιάτσας, γνώριζε από δυσκολίες από ανάγκες.
Ενδιαφέρθηκε, έβαλε δικηγόρο τον πήρε στο βαπόρι του και αναχώρησαν για Κούβα.
Οι δε αρχές των ΗΠΑ του ζήτησαν ένα πιστοποιητικό από το προξενικό λιμεναρχείο Νέας Υόρκης, ότι πράγματι ήταν και θα εξακολουθήσει να είναι ναυτικός. Επειδή του είχαν απαγορεύσει την έξοδο στην στεριά πήγε ο καπετάνιος ο Ιωακείμ Φωτόπουλος από την Ιθάκη ο οποίος πνίγηκε στον βόρειο Ατλαντικό όταν άλλαξε βαπόρι. Ο λιμενάρχης του μήνυσε ότι πρώτη του φορά συνάντησε έναν τόσο νέο με βεβαρυμμένο μητρώο, (ένεκα δραπετεύσεως)… Ο καλός λόγος του λιμενάρχη τον γέμισε πικρία.
Ήταν η εποχή που όλα τα κράτη κλείνανε τις πόρτες τους στους έχοντας ελληνικά χαρτιά.
Εργάστηκε για δώδεκα χρόνια σε διάφορα βαπόρια, ώσπου, έμεινε στη στεριά- Guatemala.
Πέρασαν τα χρόνια, πολλά χρόνια, από όταν τον πρωτογνώρισε, μια μέρα λαβαίνει ειδοποίηση αν ήθελε να μεταναστεύσει από την Γουατεμάλα στις ΗΠΑ, θα του σύστηνε τον ίδιο δικηγόρο.
Έτσι κι έγινε. Ο άγνωστος άνθρωπος ξαναπαντρεύτηκε μετακόμισε στην Ελλάδα, Κηφισιά όπου πέθανε
.

Στης ζωής το μονοπάτι, ο άνεμος σε ανεμίζει σαν ξερόφυλλο κι όταν πέσεις με σκούπα σε προετοιμάζουν για σκουπίδι, έως ένας άγνωστος θα θυμηθεί ότι κι αυτός κάποτε ήταν σαν το ξερόφυλλο, ότι κι εσύ άνθρωπος είσαι.

Con respeto le mando a su memoria un eterno y sincero agradecimiento por todo lo que él hizo por mí, por su apoyo a las dificultades que encontré tratando de caminar por el sendero del mundo, éste que escribió mi destino.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη