Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Ένας σταθμός στο Πουθενά

Ιθαγενή κόρη της Γουατεμάλας υφαίνει...

Το τραίνο σφύριξε ένα συρτό ουρλιαχτό, η ατμομηχανή ξέρναγε καπνό, κόκκοι μαύρης κάπνας αιωρούνταν στον αέρα και κόλλαγαν στα ιδρωμένα πρόσωπα των ανθρώπων αυτών που ταξίδευαν. Άνθρωποι του λαού, με μπογαλάκια στην πλάτη τους, με δίχτυα φρούτα, με μπανάνες, με κοτόπουλα δεμένα από τα πόδια, άλλα σε κλουβιά τα οποία έσκουζαν λες και τους έβανες το μαχαίρι στο λαιμό, όλοι αυτοί πήγαιναν για την πρωτεύουσα, ή τους ενδιάμεσους σταθμούς. Ο χώρος στο δάπεδο του βαγονιού ήταν γεμάτος από τα συμπράγκαλα αυτά, που ανάμεσά τους πηδούσαν γυναίκες πουλώντας μαύρο καφέ με ζάχαρη ή κακάο. Οι επιβάτισσες γυναίκες είχαν δεμένα με φασκιές στην πλάτη τα μωρά τους, όταν καθόταν αν υπήρχε κάθισμα τα έφερναν μπροστά στο στήθος τους, άνοιγαν την σχισμή της μπλούζας τους και τα βύζαιναν, ώστε να σταματήσουν το κλάμα. Οι άντρες με τα πλατύγυρα ψάθινα καπέλα τους έκρυβαν το λιγοστό φώς που υπήρχε στο βαγόνι. Ακουγόταν ο ρυθμικός χτύπος της ατμομηχανής και από τα παράθυρα φαινόταν ο μαυρόασπρος καπνός που έτρεχε κι αυτός αντίθετα από το τραίνο.
Καθισμένος στριμωγμένος σ’ ένα ξύλινο παγκάκι ονειρευόμουν τον εαυτόν μου πρωταγωνιστή καουμπόικης ταινίας του περασμένου αιώνα και όλοι αυτοί οι συνταξιδιώτες μου κομπάρσοι ήμουν ο πρωταγωνιστής, περιέργως αισθανόμουν ευτυχισμένος. Το άγνωστο το απρόοπτο με ενθουσίαζε, καθώς οι συνεπιβάτες μου με κοίταζαν περίεργα έβλεπα τον εαυτόν μου να ξεχωρίζει, ίσως να με θεωρούσαν κανένα ιεροκήρυκα Ευαγγελιστή από αυτούς που αφθονούν σε αυτά τα μέρη οι οποίοι πασχίζουν να σώσουν τις ψυχές των ιθαγενών, ή ας πούμε κανένα ανθρωπολόγο, που ψάχνει για να βρει στάχτες και κόκκαλα. Κανείς δεν ήξερε ότι ο προορισμός μου ήταν ένας σταθμός στην τροπική ζούγκλα, στο μέσον του πουθενά.

Εκεί με περίμενε η Ούλντα για να ζήσουμε μακριά από το μίασμα του πολιτισμού μας, όπως οι πρωτόπλαστοι.
Ήταν αυτή η απλότητα, αυτή η ελευθερία σώματος και νου, να τα κουμαντάρεις όπως εσύ θέλεις, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την έγνοια του αύριο, αλλά να ζεις μόνο για το σήμερα, ήταν αυτό που με ενθουσίαζε. Ήταν μια καινούργια ζωή, έτσι όπως την έπλασε ο πλάστης, κάτι σαν τον κήπο της ΕΔΕΜ χωρίς τον απαγορευμένο καρπό, μα και χωρίς το φίδι. Τα μόνα που ήταν οι νυχτερίδες τη νύχτα πετούσαν γύρω μας λες και ήταν ψυχές, μετά τα όρνεα αυτά τα πουλιά έκαναν κάθετες εφορμήσεις σε οτιδήποτε κινιόταν, ένας γείτονας οπαδός μια θρησκευτικής αίρεσης μας έφερε πεσκέσι κρέας από αγριογούρουνο που είχε σκοτώσει. Α! ναι υπήρχαν και ιγουάνας αυτά τα άκακα ζώα, μας κάλεσαν σε τραπέζι την φάγαμε κοκκινιστή με ατσιότε κάτι σαν πάπρικα.
Μετά τα ψάρια της λίμνης, άφθονα, σκάβαμε στις ρίζες από μπανανιές βγάζαμε σκουληκάκια για δόλωμα, όσα ψάρια μας περίσσευαν τα κάναμε λιαστά με αλάτι. Για νερό αποβραδίς ανοίγαμε έναν λάκκο, τον σκεπάζαμε με φύλλα μπανανιάς, το πρωί ήταν γεμάτος γάργαρο τρεχούμενο νερό.
Τις νύχτες τ’ αστέρια μας έστελναν το φως τους σαν ουράνιες πυγολαμπίδες κι εγώ έβλεπα τον κόσμο μου στις θάλασσες των ματιών της.
Ο ήλιος στην αρχή της ημέρας μας θώπευε, μετά μας τσουρούφλιζε, οι φυλλωσιές των δένδρων μας προστάτευαν, τα ρυάκια μας δρόσιζαν. Οι σταγόνες της βροχής χάραζαν στα μάγουλά μας την υπογραφή μιας παντοτινής αφοσίωσης.
Η φωλιά μας ήταν ο παράδεισός μας. Αυτή η πράσινη ευτυχία είχε γεμίσει τις καρδιές μας. Πόσο καιρό κράτησε μα μόνο τρεις μήνες, μετά αποζήτησα τον πολιτισμό, την μολυσμένη ατμόσφαιρα, την ηχορύπανση, τον ηλεκτρισμό, τους ανθρώπους.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Ευχάριστη έκπληξη, στη χώρα που γεννήθηκα:

Οι Φωτογραφίες από την βράβευση του βιβλίου "Αχ Νάξερα," στο Hotel King George Plaza
o Γαβριήλ Παναγιωσούλης, ο κ. Ψυχογιός, ο κ. Π. Τρανούλης, η παρουσιάστρια... Οκτ. 2003
Στις πιο κάτω φωτογραφίες από την παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλαρο Κεφαλληνίας, Αύγουστος 2004
Ζητώ την κατανόησή σας, που καταγίνομαι στα κείμενά μου με θέματα δικής μου βιωματικής πρωτοτυπίας (originality).

Η ζωή στη Νέα Υόρκη μια τυποποιημένη ρουτίνα που σπάνια αλλάζει. Ευχαρίστησή μου το χόμπι μου, το οποίο είναι η γραφή. .
Πάντοτε έκλεβα κι ακόμα κλέβω χρόνο για να γράφω.
Έγραφα, έγραφα, έγραφα σε υπολογιστή κι αποτύπωνα σκέψεις ιδέες βιώματα συμβάντα τα τύπωνα σε σελίδες, όταν δεν μου άρεσαν μετάνιωνα, άλλαζα γνώμη, τα κοσκίνιζα, τελικά τις έσχιζα, τις πέταγα στα σκουπίδια.
Πολλές από αυτές τις σελίδες τις φύλαγα, ε! λοιπόν αυτές φύλαγα κατέληξαν σε εκδότη στην Αθήνα. Πήραν την φόρμα βιβλίου.

Έτσι έπεσα από τα σύννεφα όταν με πήραν τηλέφωνο από την Αθήνα ότι το βιβλίο μου (Αχ Νάξερα) ήταν ένα από τα καλλίτερα στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πνευματικής Εστίας Τρανούλη που το είχαν στείλει, και ίσως να έπαιρνε και βραβείο. Θα ήταν τέλη Σεπτεμβρίου 2003
Θα έπρεπε λοιπόν να ετοιμαστώ αν με φωνάξουν να ταξιδέψω. Στην αρχή δεν το πίστεψα, παραμύθια είπα, ποιος με ξέρει εμένα, όταν όμως έλαβα και πρόσκληση να παραστώ στην απονομή των Λογοτεχνικών βραβείων στο Ξενοδοχείο King George Plaza, την 19 Οκτωβρίου 2003 ώρα 6 το απόγευμα, άρχισα να το παίρνω στα σοβαρά. .
Όλα αυτά μου φαινόταν σαν παραμύθι, απίστευτα, μάλιστα θυμάμαι τους πήρα τηλέφωνο για να βεβαιωθώ και τους ρωτούσα που να είναι αυτό το ξενοδοχείο κλπ. Μα στην πλατεία Συντάγματος.

Εν τέλει αποφάσισα και ταξίδεψα στην Ελλάδα, φίλος με φιλοξένησε στην Γλυφάδα. Θα συναντούσα έναν άγνωστος κόσμο δια εμένα και όχι μόνο αλλά είχα και στην καρδιά μου μια αμφιβολία, ποιος άραγε να ήταν ο τυχερός της βράβευσης; Κρατούσαν τα ονόματα μυστικά. Μπήκα λοιπόν δειλά, δειλά στην αίθουσα, του King George Plaza, εκεί συνάντησα τον εκδότη μου, κάθισα από δεξιά σε μια καρέκλα, ήρθαν και με χαιρέτισαν, μου συστηνόταν διάφορες κυρίες συγγραφείς που για πρώτη μου φορά έβλεπα, καθώς και ο κ. Τρανούλης, είχα ειδοποιήσει και μερικούς γνωστούς όπως και την κ. Βάνα Κοντομέρκου η οποία ήταν στην Αθήνα, αλλά η ένταση με σκότωνε.
Ο εκδότης μου Σωτήρης Νικολόπουλος του Β. Κυριακίδη κι αυτός δεν ήταν σίγουρος για τίποτα, καθόταν στο ακροατήριο.
Μας φώναξαν στο βάθρο ονομαστικώς πρώτος από δεξιά η αφεντιά μου, δίπλα μου ο κ. ψυχογιός εκδότης, ο κ. Τρανούλης, και μια δεσποινίς η οποία ανακοίνωνε τα καθέκαστα, αργότερα κάθισαν οι συγγραφείς κυρίες των επαίνων. Από την έντασή μου δεν θυμούμαι διάβασαν κολακευτικές κριτικές για το βιβλίο μου, γενικά ήμουν σε μια υπερένταση μέχρι που έτσι σαν αντίλαλος από το υπερπέραν έφτασε στα αυτιά μου η φωνή της δεσποινίδος:
Αλλά καλύτερα να αντιγράψω την είδηση από το Βιβλιοχαρτοπωλικό ΒΗΜΑ σελίδα 31 Οκτώβρης 2003.
Από τα 100 υποψήφια βιβλία διακρίθηκαν και προτάθηκαν πέντε και από αυτά το Α! ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ 2003 πήρε με τον τίτλο «Αχ Νάξερα…» του Γαβριήλ Παναγιωσούλη των εκδόσεων «Β. Κυριακίδης.» Βραβεύτηκε επίσης για τη μετάφραση από τα Γερμανικά της Μαρίας και Ελένης Παξινού το βιβλίο «Άλι και Νινώ» του εβραίου συγγραφέα Κουρμπάν Σαΐντ των εκδόσεων «ΨΥΧΟΓΙΟΣ». Έπαινοι δόθηκαν στα βιβλία:
«Τα απαγορευμένα θα τα λέμε τη νύχτα» της Μάγδας Πίκη. (Εκδόσεις Φυτράκη)
«Ο άγγελος της στάχτης» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου. (Εκδόσεις Κέρδος)
«Της φωτιάς και της ερημιάς» της Λιλής Μαυροκέφαλου, (Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνης)
Πολλά τα συγχαρητήρια, οι χειραψίες, τα ονόματα των παρισταμένων οι συστάσεις έπεφταν σα βροχή πάνω μου, ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι είναι τόσο δύσκολο να τα συγκρατήσεις. Βεβαίως κατόρθωσα έβγαλα ένα λογύδριο για το οποίο είχα κρατήσει σημειώσεις, κατόπιν προτροπής του εκδότη μου, τι να πω αν ποτέ υπήρχε η περίπτωση να κερδίσω το βραβείο, τους ευχαρίστησα όλους…
Με χαιρέτισε πολύς κόσμος, μάζεψα ένα σωρό συγχαρητήρια, μεταξύ άλλων ήταν και ο Νοε Παρλαβάντζας όπου με προσκάλεσε στην ΕΡΑ και μίλησα την επόμενη μέρα στο (Η φωνή της Ελλάδας) βραχέα, αισθανόμουν ότι κάτι άλλαξε στη ζωή μου, προσπαθούσα να το συνειδητοποιήσω ότι πράγματι ήμουν εγώ ο ίδιος, ο απλός άνθρωπος των λιμανιών, της θάλασσας, εν τέλει τα κατάφερα, κουρασμένος κατά τα μεσάνυχτα γύρισα σπίτι κοιμήθηκα χαρούμενος, ήμουν τόσο ενθουσιασμένος σα να έσπασα το φράγμα του ήχου, μετά από τρεις μέρες αναχώρησα για την Νέα Υόρκη, όπου η ζωή ξανάρχισε να κτυπά στον μονότονο ρυθμό της ρουτίνας, μέσα μου όμως αισθανόμουν ικανοποιημένος, για τη λάμψη μου στον ελληνικό ουρανό, φανταστείτε την τιμή «στον τόπο που γεννήθηκα» σαν διάττοντας αστέρας που ήρθε να σβήσει στην κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη. Εκεί μετά από μερικές μέρες με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη, η οικογένειά μου και φίλοι μου, μου είχαν ετοιμάσει ένα surprise party με φαγητό ποτό και χορό, εκεί αισθάνθηκαμε όλοι μας σαν μια οικογένεια, γλεντήσαμε μέχρι αργά.

Οι φωτογραφίες από την παρουσίαση του βιβλίου μου στην ΠΥΛΑΡΟ το μέρος που γεννήθηκα, Αύγουστος 2004
--------------------------------------------------------
Γλέντι στην Νέα Υόρκη Νοέμβρης 2003






Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Το Τελευταίο Αντιο:


Φωτογραφίες μιας και μοναδικής νεότητας

Τις νύχτες αφουγκραζόμουν τις κορφές των κυμάτων να γλύφουν το σκαρί, μερικά να ξεσπάνε μανιασμένα στην κουβέρτα, ο νωχελικός ρυθμός της μηχανής, το νανούρισμα του λικνίσματος του βαποριού συντρόφευε τις σκέψεις μου, που σαν τρελές ξεχυνόταν απ’ τον νου μου, γέμιζαν την καμπίνα μου, στα πιο παράλογα κι οργιαστικά όνειρα, ανυπομονούσα να φτάσουμε σε λιμάνι.
Θα έτρεχα, θα γλεντούσα, θα μεθούσα, θα έκανα παρέα με όμορφα κορίτσια, θα έφευγα από την αγκαλιά της θάλασσας να πέσω σε γυναικεία, θα χόρευα, θα χόρταινα ο νους μου αγάπη, στοργή, γυναικείο σώμα, ποτό μια αυταπάτη της ευτυχίας. Όταν ξημέρωνε γεμάτος κέφι θα γύριζα στο βαπόρι, με το μαρτύριο να μου κατατρώει τα σωθικά. Γιατί να μην μπορώ να έχει δίπλα μου τη γυναίκα;


Φτάνοντας στο μικρό λιμανάκι Wilmington, North Caroline, βγήκαμε για περίπατο παρέα, λέγαμε και συζητούσαμε να πάμε κάπου σε κάνα μπαρ να πιούμε όταν από κάπου ξεπρόβαλε ένας κύριος, άκουσε που μιλούσαμε ελληνικά.
-Έλληνες είστε παιδιά;
-Μάλιστα Έλληνες.
-Δηλαδή βαπορίσιοι,
-Ναι, μα υπάρχουν έλληνες εδώ;
-Ναι, είμαστε αρκετοί την Κυριακή έχουμε κι έναν γάμο, είστε προσκεκλημένοι, επίσης να έρθετε το βράδυ στην εκκλησία, έχουμε εσπερινό. Να εδώ πιο κάτω είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου
.
Ο Σωκράτης από την Λευκάδα απάντησε καλά ίσως να έρθουμε. Σκεφθήκαμε ίσως να γνωρίζαμε και κανένα κορίτσι. Ο καπετάν Ιωακείμ, που τον είχε αφήσει η γυναίκα του, το είχε μαράζι, ας πάμε, είπε, ας φύγουμε λίγο από την λάσπη.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά, πολλά χρόνια μπήκαμε στον οίκο του Θεού.
Καθίσαμε στη μεσαία γραμμή στο στενόμακρο παγκάκι… Μια βοή κάτι σαν ψίθυρος έφτασε στα αυτιά μας. Βαπορίσιοι θα είναι, δεν βλέπεις τα μούτρα τους; Κοιταχτήκαμε, τους κοίταζαν ύποπτα. Εμείς κοιτάζαμε αχόρταγα τις γυναικείες σιλουέτες που μπαινόβγαιναν. Ρε τι καμπύλες είναι τούτες ψιθύρισε ο Ιωακείμ κάπως δυνατά επειδή ήταν κουφός.
Σιωπή ακούστηκε μια φωνή από πίσω. Αα! ο Σωκράτης έβγαλε μια φωνή, βλέπεις εκεί στην δεξιά μεριά έχουν σε εικόνα ένα ανθρώπινο κεφάλι σε ένα δίσκο; Μα είναι του Αϊ Γιάννη, είπα.
Πω, πω τι φρίκη πάμε να φύγουμε. Φώναξε ο Ιωακείμ, πάμε να βρούμε καμιά μπάρα να πιούμε λιγάκι.
Σούσουρο δημιουργήθηκε. Ησυχία, μα δεν σέβεστε την εκκλησία; Είπε μια γυναικεία φωνή.
Ο παπάς ξερόβηξε και κοίταξε προς το μέρος τους.
Ο Σωκράτης μας τράβηξε απ’ το μανίκι.
Πάμε έξω δεν βλέπεται ότι ο Θεός αυτός είναι διαφορετικός απ’ τον δικό μας;
Πάμε σε μπαρ, ίσως βρούμε και καμιά γυναίκα, είπε ο Ιωακείμ. Καθίσαμε στον πάγκο, παραγγείλαμε μπύρες, κοιτάζαμε αχόρταγα την κοπέλα που σερβίριζε.
Τι άχαρη, τι ανάλατη που είναι η αμερικάνικη ζωής είπε ο Ιωακείμ. Η μουσική έπαιζε καουμπόικους σκοπούς
. Φέρε μας κι άλλες μπύρες είπε ο Σωκράτης, σιγά θα μεθύσεις είπα.
Από τότε που τον άφησε η γυναίκα του ο Ιωακείμ δεν μπορούσε να κάνει χωρίς γυναίκα, στα λιμάνια οι φιλενάδες του ακολουθούσαν το βαπόρι από τη στεριά, τις έφερνε στο σαλόνι μου την σύστηνε με υπερηφάνεια, από εδώ η κυρία Ιωακείμ, θα φάμε μαζί, καμάρωνε.
Την Κυριακή πήγαμε στον γάμο, το πανηγύρι έγινε στην κοινοτική αίθουσα.
Οι ηλικιωμένοι μας αγκάλιασαν, μας τράβαγαν να χορέψουμε, μας φώναζαν οι βαποριέρηδες, εμείς τα μάτια μας στα κορίτσια, δυστυχώς κανένα δεν μας έδωσε σημασία, ναυτικοί βλέπεις, άνθρωποι του υπό-κόσμου. Ήταν από ένα νησί του Αιγαίου νομίζω Ικαρία, ή Δωδεκάνησα. Πικραμένοι φύγαμε, που να πάμε που αλλού παρά στο βαπόρι μας. Με τον καιρό ο καπετάν Ιωακείμ άλλαξε βαπόρι, πήγε καπετάνιος σε άλλο, σε μια φουρτούνα στον βόρειο Ατλαντικό το βαπόρι βυθίστηκε αύτανδρο, νομίζω ήταν γεμάτο ξυλεία.
Παγώσαμε όταν το μάθαμε, ήταν καλός, λογικός άνθρωπος, στην ζωή του, του έλειπε η γυναίκα, ένα βράδυ καθώς πλέαμε στην Καραϊβική ο Σωκράτης μάζεψε κάτι γυναικεία ρούχα, από αυτά που παίρναμε δώρα για τα κορίτσια, τα έπλεξε στεφάνι, έγραψα το όνομα του, το έβαλε πάνω στην κουπαστή ώστε με το λίκνισμα του πλοίου να πέσει μόνο του στην θάλασσα και μαζί φωνάξαμε Αιωνία σου η μνήμη, φίλε μας Ιωακείμ.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Στην αρχή δημιουργήθηκε η Στεριά:


Η άγρια φύση της Κεφαλονιάς

Αυτά που έπλασαν τον χαρακτήρα μου, ένα βιωματικό υπόβαθρο της ζωής, μια πληγωμένη πηγή υποσυνείδητου, είναι η αιτία δημιουργίας του λόγου.

Τα κλαριά των δένδρων στάλαζαν υγρό, ήταν από την ομίχλη, αυτή που έβγαζε η μπούκα του Μύρτου και μας καταπλάκωνε την καρδιά. Ερχόταν από την νότια Αδριατική και περνούσε στο Ιόνιο
Οι πέτρες στους λίθινους τοίχους γεμάτες μια πράσινη γλίτσα σαν βελούδο, αυτή που κατά- κάθετε από την υγρασία. Λιγοστό το χώμα κι όπου υπήρχε ήταν άγονο. Οι πετρο-χωματένιοι δρόμοι γεμάτοι λακκούβες βρώμικου νερού. Στις άκρες τους ξεφύτρωναν οι Μαρτιάκοι με τα κίτρινα λουλουδάκια τους, μετά ερχόταν οι παπαρούνες, οι βρούβες, αυτές που εμάζωναν οι κάτοικοι και τις έτρωγαν, τι κι αν τις κατούραγαν οι σκύλοι! Το χαμομήλι άγριο ταπεινά έκανε την εμφάνισή του στις άκρες της χωματένιας αυλής. Οι αμυγδαλιές είχαν ντυθεί στα άσπρα, μια θεϊκή μυρωδιά αγνότητας ξεχυνόταν στον αέρα. Ερχόταν η άνοιξη.
Η μάνα καθάριζε το γυαλί της λάμπας από την κάπνα με ένα αδράχτι που μπροστά είχε δέσει ένα πανί, η νόνα είχε μια ρόκα με μαλλί κι έγνεθε, κάνοντας νήμα μαζεύοντας το στο αδράχτι.
Η θεια κεντούσε πετσετάκια, για το τραπεζάκι της σάλας, με κλωστές μουλινέ και η γειτόνισσα έπλεκε τσουράπια για τον άντρα της όπου ήταν στα βουνά κι έκαιγε καμίνι για κάρβουνα.
Τα μικρά παιδιά έτρεχαν στεφάνι στους χωματένιους δρόμους, τα όρνια πετούσαν, μάλλον έπλεαν στον αέρα κοιτάζοντάς μας. Τα κοράκια μάλωναν αναμεταξύ τους ψάχνοντας να βρουν κάνα ψοφίμι. Στο καναπεδάκι της εισόδου ένα αχυρένιο στρώμα εκεί πάνω του ήταν η φάτνη των ονείρων μου τα βράδια που κοιμόμουν και ήταν τόσο πολλά; Με συντρόφευε του γκιώνη η λυπητερή λαλιά. Μα εκεί στο αχυρένιο στρώμα ξάπλωνα ώρες ακίνητος από πόνους αρθριτικών με αλοιφή πετρελαίου, το μόνο που υπήρχε, έλεγε ο πατέρας φταίει το κλίμα, είναι υγρό.

Τα ποτήρια με το κοίλο χείλος στο κομοδίνο, το πιρούνι δεμένο με βαμβάκι και ποτισμένο με πράσινο οινόπνευμα, η φλόγα που κυνηγούσε τον αέρα από τα ποτήρια της βεντούζας, το δέρμα σου που φούσκωνε σαν αγιοβασιλιάτικη φούσκα, ο λιναρόσπορος ψημένος στο τηγάνι και τοποθετημένος στο στήθος σου επάνω σε ένα μάλλινο ύφασμα που από την αγριάδα γέμιζες εξανθήματα.
Ο γείτονας αυτός που έκαιγε καμίνι ήρθε πρωί, πρωί, ξύπνησε τον πατέρα τον τράβηξε έξω κι άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους. Τα μάτια του κατακόκκινα πετούσαν σπίθες, δάκρυα έτρεχαν για να τις σβήσουν.
Έκανε χειρονομίες εν τέλει φύγανε μαζί. Πήγαν να ειδοποιήσουν την οικογένεια ότι βρήκε τον Βαγγέλη σκοτωμένο, με μια τσεκουριά του είχαν ανοίξει το κεφάλι καθώς κοιμόταν στο χωράφι του για να προστατεύσει τα σπαρτά του, είχε σπείρει φακή. Τα παιδιά χαιρόταν, ευκαιρία να πάρουν τα εξαπτέρυγα θα τους έδιναν χαρτζιλίκι. Ο γάμος είχε προετοιμαστεί, τι κι αν ήταν φυματικός ο γαμπρός, η αγάπη νίκησε. Το γραμμόφωνο το είχαν κουρδίσει και περίμεναν το γλέντι, ένα γλέντι φτωχό φοβισμένο κι όχι μόνο αλλά έσπασε και το κουρδιστήρι του γραμμόφωνου. Κρίμα δεν ακούστηκε τίποτα.
Μετά πέθανε ο γαμπρός, κάψανε τα ιμάτια του για να μην κολλήσουν χτικιό οι υπόλοιποι. Ξέχωσαν κι έκλεψαν τις πατάτες μας από τον κήπο, τα κουνέλια μας χωρούσαν στις τσέπες του κλέφτη, ο παπάς έκανε λιτανείες, διάβαζε προηγιασμένες. Η κυρά Ιφιγένεια ήρθε στη μάνα μου να της ξορκίσει το μουλάρι που τεμπέλιαζε, η μάνα έβαλε τρία σπυριά χοντρό αλάτι στην άκρη της ποδιάς της, με την πιθαμή της μέτρησε την απόσταση…
Η Ακριβού γιάτρευε με ξόρκια όποιον είχε τη βεντερούγα (ραχίτιδα), η Αγγέλα γέννησε κι άλλη κόρη, έτσι είπε η μαμή, συμφορά της, τόσα θηλυκά! Βρήκαν ποντίκια στα πιθάρια με το λάδι, αυτό του αγίου. Το αντάλλαξαν με καλαμπόκι που έφερνα καΐκια απ’ το Ξηρόμερο. Κάποιος είπε ότι στην Αγγλία βρέθηκε το φάρμακο της φυματίωσης, αλλά πολύ αργά ο άνθρωπος πέθανε.
Ο δάσκαλος μας μάθαινε τον εθνικό ύμνο, το στοίχιση και ζύγιση, μας πήγαινε στην εκκλησία όπου λέγαμε το πάτερ ημών, οι αντάρτες κατέβαιναν απ’ τα βουνά, οι χωροφύλακες έβαζαν πολίτες σκοπούς έξω από το κτίριο της χωροφυλακής, κι αυτοί οι ίδιοι κοιμόταν μέσα.

Μετά ήρθε η θάλασσα

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Ειρηνικός Ωκεανός

Πλέωντας το κανάλι του Παναμά στην Πλώρη.
Όσο μου είναι δυνατόν προσπαθώ να δίνω στις ιστοριούλες μου αυθεντικές "original"στιγμές με φωτογραφίες της εποχής εκείνης, φυσικά μαυρόασπρες.

Τα Θηρία:
Από τη μεριά της θάλασσας φάνηκε ένα μονόξυλο, πλησίασε το βαπόρι ο ψαράς φώναξε ήθελε να μιλήσει με τον Mayordomo, έχω μου λέει ένα ψάρι, το θέλεις να το αγοράσεις; ακόμα και με ανταλλαγή τσιγάρων δέχομαι.
Πήγα στην κουπαστή τι είδος ψάρι; Ένας τεράστιος ροφός. Ναι βεβαίως του λέω. Το έφερε επάνω ζύγιζε 150 λίτρες. Το ξάπλωσα στην κουβέρτα. Γύρω μου μαζεύτηκε το πλήρωμα, ο Μάρκος έβγαλε τα μυωπικά γυαλιά του τα έτριψε πάνω στην ποδιά του, τα ξαναφόρεσε, ξανακοίταξε καλλίτερα το θηρίο κι αποφάνθηκε.
Όχι δεν το καθαρίζω ούτε το μαγειρεύω, αυτό είναι θεριό εξ άλλου δεν το λέει ούτε η σύμβαση.
Το κήτος κειτόταν πάνω στην κουβέρτα του βαποριού ακριβώς κάτω από το σκεπαστό όπου ήταν η σωσίβια λέμβος εκεί όπου δεν το έβλεπε ο ήλιος. Ο αποφανθείς ήταν ο μάγειρας του βαποριού ο Μάρκος Ξαγοράρης από τη Σύρο.
Ρε, του λέω εγώ είδα κι έπαθα να το αγοράσω, το πλήρωσα κι εσύ μου λες ότι δεν το μαγειρεύεις; Εν τέλει πήρα την απόφαση, άστο του λέω θα το αναλάβω εγώ. Πήρα το μαχαίρι και το έγδαρα, έκανα το κρέας του φιλέτο, μετά τα κόκκαλα και το μισό κεφάλι τα κάναμε σούπα, το άλλο μισό κεφάλι το έκανα δώρο στον εφοπλιστή όταν φτάσαμε στη Νέα Υόρκη, ο οποίος το επόμενο ταξίδι ήρθε να μου δώσει τιε ευχαριστίες του, μια σούπα υπέρ-νόστιμη
Μπροστά μας ο απέραντος Ειρηνικός, εμείς με το βαποράκι διπλαρωμένοι στον μόλο ξεφορτώναμε πραμάτεια. Η σκηνή στο λιμάνι του Cutuco, La Unión El Salvador.

Όπως είναι η συνήθεια των ναυτικών όταν το βαπόρι αγκυροβολήσει περιμένοντας την σειρά του για φόρτωση ή ξε-φόρτωση οι περισσότεροι ναυτικοί έχουν μαζί τους καθετή με αγκίστρια και ρίχνουν για ψάρεμα. Όταν ένιωθες να κινείται η καθετή στο δάχτυλό σου, καταλάβαινες ότι τσιμπάει, τράβαγες το χέρι προς τα επάνω ώστε να καρφωθεί το αγκίστρι πιο βαθιά κι έβγανες το ψάρι. Είχαμε λοιπόν φουντάρει στην Tocopilla Χιλή, νότιο ημισφαίριο.
Ο καπετάν Γεράσιμος ανθυποπλοίαρχος ένιωσε κι αυτός το τσίμπημα, αλλά η καθετή του έφευγε από τα χέρια, καταλάβαμε ότι κάτι μεγάλο είχε πιάσει, δεν πρέπει ποτέ να κοντράρεις, όταν στην τραβάει αμόλα και τράβα, αμόλα και τράβα, σιγά, σιγά την έφερε στην επιφάνεια. Τρέξαμε όλοι να δούμε, ένα τεράστιο καλαμάρι θα ήταν περίπου ένα και μισό μέτρο. Ολόκληρο θηρίο.
Αποκλείετε να το φέρουμε πάνω στο βαπόρι, θα σκιζόταν και θα έφευγε.
Κατεβάσαμε με την πρυμνιά μπίγα ένα ανοιχτό βαρέλι πετρελαίου χωρητικότητας 55 γαλονιών, του έκαναν τρύπες από κάτω ώστε να φεύγει το νερό κι έτσι φέραμε το καλαμάρι στην κουβέρτα.
Με μαχαίρι το ανοίξαμε, πήρα ένα κομμάτι και το πέταξα στο ζεστό μαντέμι της κουζίνας, δεν τρωγόταν σκληρό σαν σόλα, ο καπετάν Γεράσιμος Λουκάτος πήρε για ενθύμιο την «ραχοκοκαλιά» του αν μπορεί να λεχθεί έτσι, αυτή που μοιάζει σαν πλαστικό θα την πήγαινε στο Αργοστόλι στην Κεφαλονιά σαν θαλασσινό τρόπαιο του Ειρηνικού Ωκεανού.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης