Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Καλό Φθινόπωρο...


                                            Σύννεφα

Τελευταίες μέρες του Αυγούστου, μεθαύριο μπαίνει ο Σεπτέμβρης 2012, είμαι πάλι εδώ στα παλιά μου λημέρια,   εύχομαι σε όλους τους αγαπητούς μου αναγνώστες, φίλους  κι επισκέπτες του «Πύλαρος» καλό μήνα, καλό φθινόπωρο.


Έτρεχα όλο το καλοκαίρι,  τούτη τη φορά με ταξίδευαν τα σύννεφα,  μια με ανέβαζαν, μια με κατέβαζαν, μέχρι τουλίπες από  μαλλί της γριάς παρουσιαζόταν μπροστά μου, που όμως ήταν σύννεφα. Με φύσαγαν λες και ήμουν πούπουλο, που όμως δεν ήμουν, αλλά κόκκαλα και σάρκα τυλιγμένα σε ανθρώπινο δέρμα, δεμένος σε ένα κάθισμα,   ως και  πάνω απ το Λονδίνο με μετέφεραν για να δω λέει την υδρόγειο σφαίρα προς τιμή των Ολυμπιακών που καμάρωνε στο Χήθροου,  μια και ήμουν Έλληνας, που το έμαθαν όταν με ρώτησε, αυτός που ερευνούσε με τις χερούκλες του μέσα στην  χειραποσκευή μου.


Όχι  δεν μ’ έφερε στο νησί μου πελαργός, αυτά είναι για τα μικρά παιδιά, αλλά ένα σκαφίδι που έπλεε στον αφρό της θάλασσας.

Στο δρόμο μου συνάντησα και το σκαφίδι του μακαρίτη του Οδυσσέα ελλιμενισμένο στο Μεγανήσι.  


Μετά στην Πύλαρο, βρήκα την Ιθάκη μου,   έπεσα   ανάμεσα σε άγριες χαράδρες, σε ξεροπόταμα, σε  κακοτράχαλες ράχες  από απέραστα σπάρτα, γαϊδουράγκαθα, μάζες από πουρνάρια, συννεφιασμένες βουνοκορυφές,  πέτρες, κουφάρια από τραγιά, κέρατα και προφήτες.  



Του τόχα υποσχεθεί να συναντηθούμε,  παλιός συνάδελφος ναυτικός, μαζί ξεζούμισαν τα νιάτα μας οι γοργόνες,   έτσι  πήγα στο Θιάκι   να συναντηθούμε μετά από 56 χρόνια,  σαν άλλος Οδυσσέας, που όμως δεν ήμουν. Πήγα να ξαναζήσουμε νοερώς τα νιάτα μας, αυτά που σημάδεψαν οι  δυο μάγισσες.


 Κάποτε λοιπόν στην Κούβα   ήμασταν οι διαλεχτοί  είχαμε την τύχη  να μας φωνάξουν στο σπίτι τους, οι δυο καλλονές Καλυψώς, το φέραμε σαν παράσημο ανδρείας,  έτσι τα δυο ουρί μας κέρναγαν  ρούμι και λιχουδιές κι εμείς σαν μαχαραγιάδες ανταγωνιζόμαστε  ποιος θα πάρει την πιο όμορφη, μέχρι που  τις ανταλλάξαμε,   πάνε από  τότε πολλά χρόνια, οι αναμνήσεις  δεν σβήνουν, μας έμεινε  η  ικανοποίηση, ότι ήμασταν νικητές και οι δυο μας.

Σήμερα της ζωής απόμαχοι, ο κάθε ένας μας εκεί που τον έριξε η τύχη, με κοινό παρονομαστή τον χρόνο, μετράμε τις ρυτίδες.
Το βραδάκι άφησα  το Θιάκι,   πήρα το ‘Ιόνιο Πέλαγος’  ένα καραβάκι και ξαναπήγα στην Πύλαρο, 40 λεπτά ταξίδι, και μετά με ρωτούσαν οι περίεργοι της προκυμαίας αν ξέρω  τι χρώμα θα έχουν τα χιλιάρικα, αυτά των νέων δραχμών που θα εκδώσει κρυφά η κυβέρνηση.  Έμεινα από την έκπληξη, γιατί να ρωτούν σκέφθηκα, μα  υπάρχει τέτοια αστάθεια;     
Μετά σκέφτηκα το πράσινο χρώμα, αυτό που είμαι συνηθισμένος,  αλλά άστα λέω, τα μαρούλια δεν φυτρώνουν το καλοκαίρι, πρέπει να κρυώσει ο καιρός λιγάκι και μετά θα παρθούν αποφάσεις.   
Μια ζωή γεμάτη μυστήριο…    

 Γαβριήλ  Παναγιωσούλης