Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Παλιές γειτονιές της Νέας Υόρκης

             Παλιές γειτονιές, Νέας Υόρκης.
                        Οι ξέμπαρκοι ναυτικοί…
Ένας δικός μας ναυτικός χόρευε Ζεϊμπέκικο, μερακλωμένος  ακούγοντας αυτά τα ευγενή  άσματα, «Ο Χάρος την πόρτα μου κτυπά, Χτύπα κι εσύ καμπάνα...»   Μετά  μια κοπελιά δεν φαινόταν και πολύ νέα  χόρευε τον χορό της κοιλιάς, κρατώντας ένα μαντήλι που το περνούσε πάνω από το κεφάλι της, το κατέβαζε  στην πλάτη, στο στήθος, μετά σταματούσε και κουνιόταν μπροστά μας. Μερικοί πέταγαν  ‘χαρτούρα’ πράσινη= δολάρια.      
Οι άντρες στα γύρω τραπέζια αναστέναζαν, νοσταλγούσαν, δάκρυζαν, ναυτικοί σκαστοί από βαπόρια, μετανάστες  που ζούσαν απ’ τα ζάρια και τ’ άλογα, τυχοδιώκτες,  ξέμπαρκοι  ναυτικοί, αποτυχημένοι φοιτητές, επιτυχημένοι μπίζνες μεν, όλοι αυτοί μαζευόταν στην 8η Λεωφόρο και 29 δρόμοι της Νέας Υόρκης. Μέσα απ’ τους καπνούς των τσιγάρων μια φωνή ακούστηκε, Ζήτω η Ελλάδα Η επιγραφή του κέντρου μονολεκτική, ένα χρώμα ροζ-πορτοκαλί με κόκκινο σε μαύρο φόντο:  «ΒΡΕΤΑΝΙΑ».
Και μετά τον χορό και το τραγούδι ερχόταν στο τραπέζι μας, τι θα πιει το κορίτσι, ρωτάγαμε με ελληνικό φιλότιμο, λέγαμε ένα ακόμα Αχ! Βαχ! Και καθόμαστε μέχρι τις μεγάλες ώρες.
Αχ αυτή η έρημη η θάλασσα, που μας έφερε,  μάλλον αυτή η αλλόκοτη πατρίδα, μια πατρίδα που δεν είχα γνωρίσει στην Ελλάδα, αλλά εδώ την γνώρισα, μου  είπαν αυτή είναι η μάνα μας Ελλάδα, την συντρόφευαν ο χορός της κοιλιάς, και τα αμάν! Αμάν!   .

Απέναντι στη γωνία το μπαρ του Κονταράτου, εκεί έπινες στα όρθια ή  σε σκαμπό, τριγύρω σου μαζευόταν κάθε καρυδιάς καρύδι που λένε, μυστικοί αστυνομικοί, πρεζάκηδες, ναυτικοί, γειτονοπούλες,  πεταλούδες την νύχτας,  παρίσταναν τις πελάτισσες του μπαρ, δεν δεχόταν συζήτηση εκτός αν σε σύστηνε κάποιος  σαν έμπιστο  φίλο. Όλοι τους περιφέρονταν σαν γύπες γύρω από τους ναυτικούς, αυτούς που είχαν άδεια  κυνηγούσαν οι γυναίκες της νύχτας, τους λαθραίους  οι μυστικοί.  

Και την άλλη μέρα  μετράγαμε πόσα μας έχουν απομείνει, ψάχναμε για μπάρκο στα γραφεία της γειτονιάς του κάτω Μπροντγουέϊ και Γουόλ Στριτ. Κτυπώντας πόρτες, οπουδήποτε έγραφε ναυτιλιακή εταιρία, προσφέροντας τον εαυτόν μας, λέγοντας στις γραμματείς ‘ψάχνω για δουλειά’ άσε που οι εταιρίες τοιχοκολλούσαν στα ξενοδοχεία του τότε, αν χρειαζόταν ναυτικούς.
Έτσι οι στιγμιαίες παρέες των φίλων ξέμπαρκων ναυτικών, χώριζαν αναλόγως τα ταξίδια των  βαποριών, για να μην ιδωθούν ποτέ πια,  άλλος πήγαινε για Ιαπωνία, άλλος για Ινδία, άλλος για Κούβα, άλλος για Ευρώπη. 
Όμως οι αναμνήσεις δεν φεύγουν, είναι εκεί γραμμένες με το ανεξίτηλο μελάνι, στο παιδικό μυαλό,  αυτό της κοινής μας προέλευσης σε μια  πάλη της επιβίωσης σε αλλότριες  ξένες χώρες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης     

  


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Ματωμένος Γάμος

                              Στιγμιότυπο μιας περασμένης ζωής.
                              Εποχή αμέσως μετά τον πόλεμο

Ματωμένος γάμος,  στην Πύλαρο,  όχι δεν αντιγράφω το θεατρικό έργο  Bodas de Sangre του  Federico García  Lorca

Στο  χωριό ετοιμαζόταν να τελέσουν και να γλεντήσουν τον γάμο που καθυστερούσε μέχρι να φύγουν  οι κατακτητές. Φεύγοντας είχαν αφήσει ολόκληρες βουνοκορφές γεμάτες πυρομαχικά, του ηττημένου Ιταλικού στρατού. Οι χωριανοί τρέξανε και γέμισαν τα σπίτια τους χειροβομβίδες, καραμπίνες μπαρούτι, ακόμη και κράνη στρατιωτών, μπαλάσκες δερμάτινες κάνανε πέδιλα. 
     
Μια Πέμπτη με είχαν καλέσει στα προικιά  (Στρώματα) στο σπίτι όπου θα γινόταν ο γάμος, κάποιος με έσπρωξε κι έπεσα  πάνω στο νυφικό στρώμα, ήταν  αυτό που θα περνούσαν οι νεόνυμφοι  την πρώτη νύχτα του γάμου.   Πάνω  στα στρώματα πέταγαν ή κέρματα ή γλυκά, εκεί πέταξαν κι εμένα για το γούρι, να αποκτήσουν σερνικό. (Έθιμο του τόπου μας)   πάντως δεν άγγιξα τίποτα, από αυτά τα άψυχα  που έριχναν οι καλεσμένοι. 
Την Κυριακή φώναξαν τον παπά στο σπίτι όπου τέλεσε το μυστήριο του γάμου. Μια που με είχαν καλέσει στα προικιά,  ήμουν και στο γάμο.
Μετά απ’ την ανταλλαγή στεφάνων το Ησαΐα χόρευε και το η γυνή να φοβάται τον άνδρα, το πάτημα του ποδιού απ’ την νύφη, θυμάμαι είχα μπει στην σάλα και παρακολουθούσα το μυστήριο,  κατά το έθιμο άρχισαν τα σμπάρα στην αυλή του σπιτιού με  αραβίδες ιταλικές, οι χειροβομβίδες, έπεφταν η μια πίσω απ την άλλη, αυτές τις πέταγαν λίγο πιο μακριά στον κήπο, ήταν αυτές οι επονομαζόμενες κουκουνάρες απομεινάρια του Ιταλικού στρατού, «οι χωρικοί τις άδειαζαν και τις χρησιμοποιούσαν για ταμπακέρα να βάνουν ταμπάκο και να στρίβουν τσιγάρο.  
Δυο  από αυτές δεν έσκασαν, έστειλαν ένα παιδί  να κάνει λάκκο και να τις χώσει, άνοιξε έναν λάκκο τις πήρε μ’ ένα φτυάρι,  τότε έσκασαν του έβγαλαν το ένα μάτι, λαβώθηκε στα χέρια,  πιτσιλιές από αίμα έβαψε την στιγμή,  η γιαγιά σχεδόν τυφλή  ούρλιαζε απ’ το κρεβάτι της, πανικός δημιουργήθηκε, όλοι φώναζαν έτρεχαν,  δεν είχαν ακόμη αρχίσει να σερβίρουν φαγητό, είδα ότι η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου, δεν μου έδινε κανένας σημασία    έφυγα χωρίς να προλάβω να φάω κάτι, μετά πήγα σπίτι κι έκλαιγα,  η θεια μου με παρηγόρησε μούκοψε μια φέτα ξερή μπομπότα, και την τηγάνισα με λάδι σε ένα παλιό μπακιρένιο τηγάνι όπου ήταν κατάμαυρο απ’ την γάνα, αυτήν που έβγαναν τα ξύλα, όπου πολλές φορές την χρησιμοποιούσαν και σαν βερνίκι για να βάψουν την βακέτα από παπούτσια όποιος τυχερός είχε.

Σήμερα  στο χωριό δεν υπάρχουν άνθρωποι, χάθηκαν, έφυγαν,  σκόρπισαν, οι παιδικές αναμνήσεις δεν πρέπει να χαθούν, είναι  μαρτυρίες, η ιστορία του τόπου μας, είναι η πηγή της οδύσσειας μας, μα και μια από τις  αιτίες της σημερινής ερημιάς… 
                                            Γαβριήλ Παναγιωσούλης 


Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Το καλοκαίρι που πέρασε.

Το  Καλοκαίρι που πέρασε!!!


Πέρασε  και τούτο τα καλοκαίρι του 2016, ένα από τα καλύτερά μας μια που είμαστε στην Ελλάδα Πύλαρος Κεφαλονιά κοντά δυο μήνες από όπου και οι φωτογραφίες. Θα μας μείνει αξέχαστο…


Την  πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη εφέτος είναι στις 5 του μηνός  εορτάζεται εδώ η Labor Day  (κάτι σαν την δική μας πρωτομαγιά)  τα σχολεία ανοίγουν την επόμενη ημέρα Τρίτη όπου μπαίνουμε πλέον σε χειμερινό ωράριο εργασίας. Τούτη την χρονιά ο καιρός κάνει τα δικά του κόλπα ένεκα του κυκλώνα που περιμένουν ότι θα περάσει ξυστά από την Νέα Υόρκη. Περιμένουν βροχή αέρα, μια χειμωνιάτικη κακοκαιρία, κάτι που κολλάει και στις ψυχές των ανθρώπων…

Για εμάς άρχισε ο Χειμώνας, (μεταφορικός)  όχι μόνο ένεκα του καιρού αλλά γιατί μας λείπει τόσο η Ελλάδα, η χώρα που γεννήθηκα, η χώρα όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, που κοκκινίζει η σταφυλή και θάλλει η ελαία…
 
Και είναι τόσο μακριά μας…

Εύχομαι και του χρόνου!!! 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης