Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Λογοτεχνική εκδήλωση

Ο κύριος Μάκης Τζιλιάνος απαγγέλει
Η κυρία Υίωτα Στρατή Απαγγέλει

Η κυρία Άσπα Παπακωνσταντίου- Τριγώνη απαγγέλει


Η κυρία Βάνα Κοντομέρκου απαγγέλει



Υπάρχει μια ειρηνική θα έλεγα απραξία στο internet, στα BLOG μας, λοιπόν για να μην μας πάρει ύπνος είπα να ταράξω λιγάκι τα λιμνάζοντα ύδατα με την ακόλουθη ανακοίνωση:

Την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου, η Ιόνιος Πολιτιστική Ομοσπονδία και ο η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Αμερικής παρουσίασαν έργα ελληνο-αμερικανών συγγραφέων αυτών που γράφουν στην ελληνική γλώσσα. Η εκδήλωση αν πάρουμε ως παράδειγμα προηγούμενες εκδηλώσεις είχε αρκετή επιτυχία.
Η αίθουσα της Λημνιακής λέσχη «Ήφαιστος» ήταν γεμάτη.
Συντονιστής ο Λογοτέχνης Μάκης Τζιλιάνος,
Παραθέτω τα ονόματα μόνο αυτών που απάγγειλαν ποιήματα ή πεζά από τα έργα τους.
1) Βάνα Κοντομέρκου
2) Πωλίν Μάνου
3) κ. Νεοφώτιστου,
4) κ. Σεβαστή Μπούτου
5) Υιώτα Στρατή η οποία παρουσίασε εκτός του δικού της έργου, ποίηση ή πεζά της κ. Ιουστίνη Φραγκούλη Καναδά, του Βάιου Φασούλα Ελλάδα- Γερμανία, του Κώστα Δουρίδα Καναδά, του Ιάκωβου Γαριβάλδη, Αυστραλία, Χριστίνα Τσαρδίκου, Αργεντινή.
6) κ. Ασπασία Παπακωνσταντίνου,
7) κ. Πρέκα
8) Πάνος Βοζίκης,
9) Διονύσης Κονταρίνης,
10) Δ. Μαραβέγιας,
11) κ. Κοσμετάτος
12) κ.Δημήτρης Τριγώνης,
13) Γαβριήλ Παναγιωσούλης
14) Μάκης Τζιλιάνος

Ο αναγνώστης και ο συγγραφέας είναι αλληλένδετοι. Δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει ο ένας χωρίς τον άλλον.
Εάν ξέχασα κάποιον –α αναγνώστη-στρια παρακαλώ να με συγχωρέσουν! Όχι δεν έβγαλα φωτογραφίες σε όλους μόνο έλάχιστες διαυτό ζητώ την επιείκηά σας...
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Το ένα αγώι, έγιναν τέσσερα...

Το ένα αγώι, έγιναν τέσσερα.

Ήταν σούρουπο, το σκοτάδι πάντοτε κουβαλούσε μαζί του και τη δροσιά στο τροπικό αυτό μέρος. Εμείς οι ταξιτζήδες στην πιάτσα μας απολαμβάναμε τη θαλασσινή αύρα περιμένοντας να έρθει η δημοτική ορχήστρα, να παίξει στη μέση της πλατείας μουσική, όπως έκανε κάθε Κυριακή βράδυ. Τότε ξετρύπωναν οι κάτοικοι γέμιζαν την πλατεία ή καθόταν στα παγκάκια του πάρκου. Ευκαιρία για εμάς τους ταξιτζήδες, να καμαρώσουμε τα κορίτσια, αυτά που έφερναν βόλτα, τάχαμου για να ακούσουν την ορχήστρα αλλά στην πραγματικότητα να επιδείξουν την άγουρη ομορφιά τους, που στεφανωμένη με την μουσική μας σερβίριζαν εμάς των θεατών μια πόρτα σε έναν φανταστικό παράδεισο που όμως υπήρχε και το δίλημμα ποιος θα έκανε το πρώτο βήμα. Η μουσική κάπως παλαιών αρχών, συνήθως pasodoble, κλασική ισπανική. Αν έκανε ότι έβρεχε τότε ήταν που θα είχαμε σίγουρο αγώι Από τη μια μεριά της πλατείας ήταν το κτίριο του Κυβερνείου, δυο σκοποί στεκόταν σα μαρμαρωμένοι στην είσοδο, από το άλλο μέρος συνόρευε με τη θάλασσα, από την άλλη ο δημόσιος δρόμος. Εκεί πιο πέρα το ξενοδοχείο Ντελ Νόρτε όπου κατέληγαν οι προύχοντες της πόλης για φαγητό σερβιρισμένο σε άσπρα τραπεζομάντηλα, οι διάφοροι πλασιέ φαρμακευτικών εταιριών, γιατροί, δικηγόροι και οι στρατιωτικοί της Αμερικανικής αποστολής, όχι οι ντόπιοι στρατιωτικοί δεν χωρούσαν. Ξάφνου φάνηκε το ξανθό λουστράκι, γιος μια γυναίκας του λιμανιού και σκανδιναβού ναυτικού. Στο ένα χέρι κρατούσε το κασελάκι με τα εργαλεία για λούστρο, απ’ το στόμα του κρεμόταν ένα αποτσίγαρο, με το άλλο χέρι άνοιξε την πόρτα του ταξί μου, στρογγυλοκάθισε στο μπροστινό κάθισμα, πάμε μου λέει, σε ζητά η Ελένα ιδιοκτήτρια μπαρ με γυναίκες.
Την Ελένα την ήξερα, ήταν αδελφή της πεθαμένης στη γέννα γυναίκας ενός φίλου μου έλληνα ναυτικού.
Έτρεξε μόλις με είδε, ξέρεις μου λέει: έχουν βάλει φυλακή τέσσερεις έλληνες ναυτικούς, μου το είπε ο Αλφόνσο ένας ταξιτζής που τους έφερε από το άλλο λιμάνι.
-Μα γιατί;
-Αρνήθηκαν να πληρώσουν το ταξί, τους φάνηκαν πολλά τα χρήματα, κι αυτός τους πήγε στην αστυνομία.
Βρήκα τη μάνα του Αλφόνσο η οποία γύριζε στους δρόμους κρατώντας απ’ το σχοινί μια αγελάδα, την έβοσκε στα χαντάκια στις άκρες του δρόμου και σε μια τσάντα πούλαγε καλλυντικά Avon αυτά που έβγαιναν από βαπόρια λαθραία σε κορίτσια του μπαρ, αυτές που φτιαχνόταν για να λάμπουν στα φώτα της νύχτας, ώστε να θαμπώνουν τους ναυτικούς. Τη ρώτησα για το γιο της,
-ψάχνει να σε βρει, μου είπε.
Με βρήκε.
-Τι έγινε; του λέω;
Τέσσερεις Έλληνες ναυτικοί μπήκαν στο ταξί μου, σταματήσαμε σε όλα τα μπαρ, έριχναν μια ματιά στο κάθε ένα, μετά γύριζαν πίσω, πάμε σε άλλο, και σε άλλο, κοκ.
Ξέρεις πως είναι τα πράγματα κάθε σταμάτημα-ξεκίνημα είναι καινούργια ταρίφα, έτσι όταν τους είπα την τιμή άρχισαν να φωνάζουν ότι τους κλέβω.
-Θα πάω στην αστυνομία και θα μου πληρώσετε και το αγώι προς την αστυνομία, τους είπα.
-Πάγαινε όπου θέλεις.
Τους πήγα στην αστυνομία, χωρίς δεύτερη κουβέντα τους έβαλαν στα κρατητήρια.
Η Ελένα μου λέει θα πάμε μαζί, εσύ θα εξηγήσεις στους ναυτικούς, γιατί δε μιλάνε τη γλώσσα μας, και είναι δύσκολο να μας καταλάβουν ποιος είναι ο νόμος εδώ κι εγώ θα μιλήσω με τον σταθμάρχη.
Ο σταθμάρχης ένας υπολοχαγός της αστυνομίας, όταν άκουσε την ιστορία μας είπε:
-Μα βεβαίως πρέπει να πληρώσουν το αγώι του ταξί που ήρθε ως εδώ, αλλά και όλα τα αγώια που χρωστούν, θα πληρώσουν και πρόστιμο και όχι μόνο αυτό αλλά θα πληρώσουν και υπερωρίες τέτοια ώρα να φέρουμε τον γραμματέα να ετοιμάσει την αίτηση για να αφεθούν ελεύθεροι.
Το γραφείο του γραμματέα ένα παλιό τραπέζι πάνω σ’ ένα τσιμεντένιο βρώμικο πάτωμα, ένα φως φθοριούχο γεμάτο έντομα των τροπικών, που μόλις και μετά βίας φώτιζε το χλωμό πρόσωπο του, οι τοίχοι ένα βαθύ πράσινο χρώμα, μια χειροκίνητη γραφομηχανή που έτριζε σα να σερνόταν φίδι, κάθε που πατούσε τα πλήκτρα.
Στο βάθος φαινόταν μια μεγάλη πόρτα και πίσω από αυτή κάγκελα κι ένα δωμάτιο γεμάτο κρατούμενος, οι περισσότεροι κρατούσαν και μια ψάθα υπό μάλης, για να την βάλουν στο τσιμεντένιο πάτωμα να περάσουν τη νύχτα. Μια βρώμα ουρίας κι ένα σούσουρο σαν φουσκωτό ποτάμι που ρέει λάσπη έφτανε ως τα αυτιά μας.
Ο σταθμάρχης είπε:
-Θα πληρώσετε 50 δολάρια πρόστιμο, χώρια το ότι χρωστάτε τέσσερα αγώγια στον ταξιτζή, πράγματι έτσι έγινε. Τους συμβούλεψα, εδώ μην κάνετε τους μάγκες, υπάρχει δικτατορία πληρώστε και γυρίσετε στο βαπόρι, αν σας βάλουν φυλακή σας ξεχνούν, ή αν θέλετε ας πάτε στο μπαρ να γλεντήσετε. Η Ελένα έφυγε ευχαριστημένη προεξοφλώντας την ευγνωμοσύνη των ναυτικών, με τη βοήθεια της βγήκαν από το κρατητήριο, η δε αστυνομία έμεινε και αυτή ευχαριστημένη αφού εισπράχθηκαν 50 δολάρια, οι δε ναυτικοί έμειναν κι αυτοί ευχαριστημένοι, θα μπορούσε να πέρναγαν τη νύχτα τους στην ψειρού, ή να έχαναν και το βαπόρι τους και μετά άντε γύρευε.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

********************************************************************************************

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Το Πάθος


ΤΟ ΠΑΘΟΣ
Μετρούσα τα βήματά μου, κοίταζα σε κάθε γωνία του δρόμου με όραμα την ελπίδα, μετά από μερικά βήματα έσβηνε κι αυτή σα στιγμιαία αχυρένια φλόγα, κοίταζα σα χαζός, κοίταζα μήπως φανεί εκείνη. Ο ζεστός αέρας με έλουζε με μια σκόνη ξερής λάσπης, αυτή που όταν ίδρωνα κολλούσε πάνω μου, περπατούσα σαν ζόμπι, αναζητούσα τη μοναξιά, πήγαινα στο παγκάκι του πάρκου, καθόμουν, το βλέμμα απλανές, μετρούσα τις ξύλινες ράγες του πάγκου, από πόσα καρφιά είχε η κάθε μία, κοίταζα τα έντομα που ζουζούνιζαν γύρω από τη φθοριούχο λάμπα της κολόνας. Άφηνα τα κουνούπια, αυτά που μου έπιναν το αίμα στα μπράτσα μου επάνω, να χορτάσουν. Ο κόσμος με κοιτούσε αδιάφορος. Πέρασε μια παλιά μου γνωστή, κάθισε δίπλα μου, μου χαμογέλασε, με ρώτησε τι έχω, δεν της απάντησα. Μου πρότεινε να κάνουμε παρέα να την πάω σπίτι της, την κοίταξα αδιάφορος, πάμε της είπα για να της κάνω το χατίρι, όταν έμεινα μόνος μαζί της τα μάζεψα κι έφυγα. Αυτή με έβρισε, ρε συ ή μεθυσμένος θα είσαι ή ερωτευμένος. Δεν απάντησα έφυγα σαν το σκυλί. Περνώντας έριξα μια ματιά στο Μόντε Κάρλο, ένα μπαρ με γυναίκες, η ιδιοκτήτρια Μαγδαλένια με είχε καλέσει στο βαφτίσει του μωρού της στην εκκλησία ο πατήρ Περούτσι θα έκανε το μυστήριο, μετά στην αυλή του κέντρου θα γινόταν τσιμπούσι, νονός ένας έλληνας ναυτικός. Της είχα υποσχεθεί ότι θα πήγαινα. Ήθελα να το αποφύγω, μου ήταν αδιάφορο. Μετά πέρασα απ’ το μπαρ «Ευρώπη» η ιδιοκτήτρια Ελένα ήρθε δίπλα μου, μου είπε να με κεράσει, μια καινούργια πιτσιρίκα που δεν με γνώριζε με πέρασε για πελάτη. Η ορχήστρα έπαιζε οι άλλοι χόρευαν, ο πορτογάλος ναυτικός από το Ακρωτήρι Σαν Βιτσέντε που ήταν μαζί της με πλησίασε, μου είπε ότι δεν αξίζει για μια γυναίκα να μαλώνουν οι ναυτικοί. Συμφωνώ, εξ άλλου δεν με ενδιαφέρει του είπα, για να τον ξεφορτωθώ. Βγήκα έξω στον δρόμο, άναψα ένα τσιγάρο, η ερημιά με έπνιγε, όλα μου ήταν αδιάφορα, περπάτησα προς την πύλη, ο φύλακας με την πράσινη στολή παραξενεύτηκε, γιατί τόσο ενωρίς; Τον κοίταξα, δεν του απάντησα, κι αν του έλεγα θα καταλάβαινε; Ανέβηκα και κλείστηκα στο βαπόρι. Χωρίς να το καταλάβω, έπαψαν να υπάρχουν γνωστοί, φίλοι, συγγενείς, δεν είχα μάτια για κανέναν μόνο γι’ αυτήν. Αυτή που με περίμενε κάθε βράδυ κάτω απ το φοινικόδεντρο, αυτή που κάναμε όρκους πίστης, αυτή που περνάγαμε μαζί τις ελεύθερες ώρες μου, που παίζαμε λοταρία, που πηγαίναμε στο λούνα Παρκ, που ακούγαμε μουσική τραγούδια της αγάπης, που χορεύαμε μαζί, αυτή που δεν τολμούσα να περπατήσω στο δρόμο κι έστελνε και με φώναζαν, αυτή που μου χάρισε την γυναικεία τρυφερότητα, που γι’ αυτήν ζούσα έπαψε να με φωνάζει, αυτή είχε χαθεί. Έφτιαχνα στη ζωή μου φανταστικά παλάτια μόνο γι’ αυτήν, ότι και να μου έλεγε ήταν διαταγή. Τη νύχτα εν πλω πήγαινα να ξαπλώσω στο κρεβάτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να ονειρευτώ μόνο αυτή. Με περίμενε κάθε φορά στην πύλη του λιμανιού. Η εξαφάνιση της μου είχε γίνει νταλκάς. Το προηγούμενο βράδυ είχα βγει χαρούμενος, είχαμε πει θα με περίμενε κάτω απ’ το φοινικόδεντρο, στο ίδιο παγκάκι, εκεί που είχαμε πρωτο-συναντηθεί. Όμως δεν φάνηκε, ανήσυχος πήγα στο σπίτι της, δεν ήταν ούτε εκεί.
Εμείς νομίζαμε ότι ήταν μαζί σου, μου είπαν.
-Όχι, απάντησα.
Η μάνα της άρχισε να κλαίει. Ως φαίνεται κάτι θα ήξερε.
Φεύγοντας στάθηκα στον κορμό ενός δένδρου, ήταν σκοτάδι κανένας δεν με έβλεπε, κρύφτηκα απ’ το ίδιο το σκοτάδι, απ’ τα μάτια μου για πρώτη φορά έτρεχαν δάκρυα, από κάπου εκεί κοντά ακουγόταν γαύγισμα σκύλου, κατέβηκα στο δρόμο πέρασα απ’ το μπαρ ‘παλάτι’ φίλοι ναυτικοί γλεντούσαν. Κρύφτηκα, από τους φίλους μου για να μην προδώσω τον πόνο μου. Περνούσε ο καιρός.
Χάθηκε από το πρόσωπο της γης εξαφανίστηκε, έμεινε το γιατί, το ανεκπλήρωτο πάθος, κλείστηκα στον εαυτόν μου, δεν μιλούσα σε κανένα, πονούσα όταν βγαίνοντας έξω πέρναγα από τα ίδια μέρη που κάποτε είμαστε μαζί, προσπαθούσα να συνέλθω, δε βαριέσαι χαμένος κόπος. Πήγαινα στον κινηματογράφο αυτόν που κάποτε πηγαίναμε μαζί, καθόμουν ώρες ολόκληρες με μιαν ελπίδα στην καρδιά, να την ξαναδώ. Έτσι ένα βράδυ που προχωρούσα το πάθος ξανάναψε όταν είδα ένα κορίτσι στον δρόμο που έμοιαζε εκείνης. Έκανα τα αδύνατα δυνατά την έπιασα φιλενάδα, ήταν σα μια απομίμηση του πάθους. Βγαίναμε μαζί, της έκοβα το κεφάλι κι έβλεπα το κεφάλι της άλλης, ζούσα σε αυτή την ψευδαίσθηση για λυτρωμό, δεν βαριέσαι χαμένος κόπος. Έπρεπε να βρεθεί λύση, μια οποιαδήποτε λύση, ή έπρεπε να φύγω μακριά. Η ανθρώπινη καρδιά όταν πληγωθεί με την τύφλωση του πάθους γίνεται εφιάλτης, είναι καταδίκη, είναι αρρώστια. Λείπει η λογική, κι αρχίζει ο παραλογισμός, τίποτα δεν έχει αξία εμπρός στο πάθος.
Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως ήμουν απροετοίμαστος κι άφησα τον εαυτό μου να σκλαβωθεί έτσι σε μια γυναίκα; Τι μου έλειπε; Μήπως στη μοναξιά του ωκεανού μεγαλοποιούσα την γυναίκα τη θεωρούσα ένα άγιο αγνό μπιμπελό; Βρήκα τη σωτηρία στη φυγή μόνο αυτή, έτσι ξεμπαρκάρισα. Έπιασα άλλο βαπόρι πήγα στην Ινδία, στο Μπαγκλαντές, Κεϋλάνη, Βιρμανία, νότιο Αφρική, όχι δεν πήγα ν’ ασκητέψω, ούτε να γίνω Κρίσνα Χάρε, ούτε βούδας, στα κύματα, στον μουσώνα του Ινδικού Ωκεανού πήγα να ξεχάσω, «είδε φωτογραφία.»
Άρα πόσοι άνθρωποι έχουν γνωρίσει αυτό το μαρτύριο; Αυτό το ψυχικό πάθος που σκλαβώνει, που σκοτώνει, που ξεριζώνει το είναι σου, που αλλάζει, την προσωπικότητά σου, που σε κάνει κουρέλι να εκλιπαρείς; Μήπως φταίει η μοναξιά της θάλασσας; ,
Φάρμακο είναι ο χρόνος, μόνο αυτός, αλλά και πάλι δεν είσαι βέβαιος, μόνο ο θάνατος είναι αυτός που σβήνει τα πάντα, αλλά ποιος φταίει για αυτή την γεμάτη πάθος ψυχολογική αρρώστια; Ίσως η αφέλεια του άνδρα, μέσα στον παραλογισμό σου δεν μπορείς να σκεφτείς τι είναι αυτό που σου λείπει. Τι είναι αυτό που ξεγελά την νοημοσύνη, τη λογική;

Ευτυχώς που υπάρχει και η θάλασσα!


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Πριν την Έξοδο:




Πριν την έξοδο:

Στα Μαρκάτα που γεννήθηκα, ένα χωριό της Πυλάρου τη μόνη στενοχώρια που δεν είχαμε ήταν το πώς να αδυνατίσουμε, αφού είμαστε όλοι πετσί και κόκκαλο σαν τσίροι. Όλες οι υπόλοιπες στενοχώριες και προβλήματα υπήρχαν προπαντός η ανεύρεση τροφής στα μαύρα χρόνια της Ιταλικής κατοχής. Βλέπε τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορούσαν στην Κεφαλληνία και σε όλα τα Ιόνια νησιά, της εποχής του 1941-43



Η αμβροσία,



Όταν επισκεπτόμουν το σπίτι της νόνας* μου όπου έμενε η θεία μου πάντοτε με φίλευε ξερή μπομπότα. Είχε κρυμμένα δυο κούτσουρα που λαγοκοιμόταν στη χόβολη, γιατί δεν υπήρχαν σπίρτα παρά πυριόβολος, τα φύσαγε, πρώτα έβγαζαν σπίθα, μετά έβγαζαν φλόγα, το φύσημα της έφερνε ζαλάδα κρατιόταν από την πλάτη μιας ψάθινης παλιάς καρέκλας καφενείου, αυτή που της είχε κάνει δώρο όταν έκλεισε το καφενείο ο γείτονας ένεκα που δεν ήθελε να συνεργαστεί με τους Ιταλούς. Μια καρέκλα που κάποτε είχε επιδιορθώσει ένας πλανόδιος καρεκλάς με καινούργιο ψαθί χρώματος πράσινο και αχυρένιο, που κι αυτό είχε ξεφτίσει, από την πλάτη αυτής κρατιόταν για να μην πέσει. Πιο εκεί μια τρίποδη μαυρισμένη από τα χρόνια πυροστιά, με το ένα της ποδάρι ζαβωμένο από μια κλωτσιά που είχε φάει για να χωρέσει ένα πιο χοντρό κούτσουρο, το ποδάρι ισορροπούσε με τη βοήθεια μιας ξασπρισμένης πέτρας που είχε πεταχτεί από τα έγκατα της γης από ένα φουρνέλο όταν έκοβαν τον δρόμο, που τώρα είχε μαυρίσει απ’ τον καπνό. Έβαζε την πυροστιά πάνω από τη φλόγα και πίθωνε το τηγάνι, ξεκρέμαγε απ’ τον τοίχο μια χάλκινη κουτάλα, που είχαν γανώσει πλανόδιοι γανωματήδες ηπειρώτες, έβγαζε από το πήλινο πιθάρι αυτό που χωρούσε τρεις παλιάτσες* λάδι, μια κουταλιά που είχε πήξει από το κρύο του χειμώνα σε ένα χρώμα πράσινο με άσπρες πίκες, με προσοχή μην μπει βαθειά η κουτάλα και πιάσει μούργα από τον πάτο του πιθαριού, το έβαζε στο τηγάνι εκεί τηγάνιζε την ξερή μπομπότα. Ο καπνός από τα κούτσουρα της κοκκίνιζε τα μάτια. Έμοιαζε σα να κλαίει, τα δάκρυα έπεφταν στο τηγάνι, τότε το λάδι τσίριζε για τις ανθρώπινες σταγόνες που χανόταν χωρίς να έχουν τη δύναμη της συμπόνιας από άλλες ανθρώπινες καρδιές, μα ούτε και τη δύναμη να μουσκέψουν την μπομπότα, να χορτάσουμε. Μαζί τρώγαμε την τηγανιτή μπομπότα και ήταν τόσο λίγη!
Στο σπίτι μας το αλάτι ήταν μαυρόασπρο χοντρό βρώμικο, λες και είχε βγει από μνήματα, το τρίβαμε πάνω στο τραπέζι με μια μπουκάλα της μιας πίντας* και καρτεζί*. Η καλαμποκίσια πουλέντα* όταν υπήρχε, ήταν μια αμβροσία των θεών, ζεστή, ζεστή ν’ αχνίζει στην παγωνιά του χειμώνα, σε μια οικογενειακή φτωχή ζεστή θαλπωρή, ανάμεσα στα τρία μικρά παιδιά αυτός που κατόρθωνε να γλύψει την παδέλα* ήταν ο τυχερός. Κι όταν καμιά κότα έκανε αυγό, ε! κάναμε μια τρυπίτσα στο τσόφλι με ένα βελόνι αυτό που ξεκουραζόταν πάνω στο ροκέλο*, και το πίναμε ζεστό ωμό έτσι όπως ήταν. Την κότα την φυλάγαμε για τον άρρωστο μπάρμπα με το χτικιό. Ένα πικιόνι εμαγιέ, χίλιο- χτυπημένο με μαύρες πληγές, με αυτό πίναμε το λαχανόζουμο κάθε πρωί με μια κουταλιά λάδι. Με το σίκλο βγάζαμε νερό από τη στέρνα γεμίζαμε την πινιάτα* να έχουμε να πίνουμε, την σκεπάζαμε με μια παλιά σανίδα που από την πολυκαιρία είχε ρυτιδώσει σε ένα χρώμα σαν λασπωμένη γη.
Μαζεύαμε τα παπανούρια*, τις καφκαλίδες*, κάθε άνοιξη για τσιγαρίδια*, τις βρούβες από τις άκρες του δρόμου, προσέχαμε να μην τις έχουν κατουρήσει οι σκύλοι, τα αγριόχορτα για λαχανόζουμο τον χειμώνα, οι βλαστοί από τις περγουλιές για αλιάδα, ακόμα και οι μπομπόλοι* κάθε πρωτοβρόχια τσιγαριστοί. Τα κυδώνια, τα άγουρα τα κάναμε τσιγαριστά, γεμιστές τομάτες όταν υπήρχαν με πλιγούρι, κοφτό, ή τραχανά, στην τσερέπα*, το πιτοπούλι* στη χόβολή πάνω στη γωνιά.
Είχαμε κι ένα όνειρο, πότε θα φάμε μια πουλέντα* με σταρένιο αλεύρι.
Έφυγα, για να μην τα θυμάμαι, όμως αυτά έρχονται στη μνήμη μου, γιατί; Ούτε κι εγώ ξέρω, όχι, δεν τα αναπολώ, εκτός από τη φύση, αλλά το είναι μου διαμαρτύρεται για τον βασανισμό των αθώων παιδιών της εποχής εκείνης, για την πείνα, για την δυστυχία που φέρνουν οι πόλεμοι, μια κατάσταση η οποία σήμερα επαναλαμβάνεται, σε διάφορα μέρη του πλανήτη, μα και για τον κομφορμισμό της σημερινής κοινωνίας, σε μυωπική, υλιστική, υπερκαταναλωτική σκλαβιά.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Νέα Υόρκη

Γλωσσάριο:
Νόνα = γιαγιά.
Πίντα = μέτρο για υγρά, 16 ουγγιές.
Καρτεζί = ένα τέταρτο.
Παλιάτσα = μέτρο για υγρά 16 πίντες.
Πουλέντα = κουρκούτι.
Παδέλα = πήλινη χύτρα.
Πικιόνι = κύπελο.
Πινιάτα = μεγάλη χάλκινη κατσαρόλα.
Παπανούρια = τα χόρτα που βγάζουν τις παπαρούνες .
Καφκαλίδες = αγριόχορτα φαγώσιμα.
Τσιγαρίδια = χόρτα γιαχνιστά.
Τσερέπα = μόνο το καπάκι από φουρνάκι φτιαγμένο από πηλό και μαλλί γίδας.
Πιτοπούλι = καλαμποκίσιο αλεύρι με νερό και ψημένο στη γωνιά στη χόβολη.
Γωνιά = μαγειρείο, κουζίνα
Μπομπόλοι = κοχλίες.
Ροκέλο = κουβαρίστρα.
Σίκλος = κουβάς.


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Ποιος ξέρει τι θα φέρει η αυριανή ημέρα,

Ποιος ξέρει τι θα φέρει, η αυριανή ημέρα,

Η ζωή στην πόλη του λιμανιού αυτού, ήταν γεμάτη εκπλήξεις, ποτέ δε υπήρχε αυτή η μονοτονία που σκοτώνει, που σε γεράζει στα παπούτσια σου όρθιο. Ακόμα και τα βράδια αντί να αφουγκράζεσαι την αναπνοή της νύχτας, από μακριά ακουγόταν ένας απόηχος μουσικής από ναυτικούς που γλεντούσαν σε διάφορα νυχτερινά κέντρα. Σφυρίχτρες από βαπόρια που σάλπαραν, μα και η ατμο-σφυρίχτρα του εργοστασίου των σιδηροδρόμων για να αλλάζουν βάρδιες οι λιμενεργάτες στους μόλους, μια κίνηση που δεν σταματούσε ποτέ. Η φορτοεκφόρτωση από βαγόνια στα βαπόρια συνήθως μπανάνες ή καφέ ίσχυε σε εικοσιτετράωρη βάση.

Ο καινούργιος αστυνομικός σταθμάρχης ήταν ένας λοχαγός κοντός μαυριδερός με μαλλιά όρθια σα του σκαντζόχοιρου. Ήταν ένας καθεαυτό απόγονος των Μάγια. Είχε ένα πρόσωπο βλογιοκομμένο, τα είχε βάλει με τους ταξιτζήδες κατά κάποιο λόγο τους θεωρούσε υπεύθυνους για την κυκλοφορία λαθραίων από βαπόρια, μα και για φίλους, προστάτες και μεσάζοντας γυναικών της νύχτας.
Είχε στην υπηρεσία του ένα τζιπ και γύριζε όλη τη νύχτα, σταματούσε απότομα μπροστά σου με το αυτόματο στο χέρι, σου έκανε έρευνα και μετά σε άφηνε να φύγεις. Το όνομά του Chikín, Τσικίν.

Ο καπετάν Γιώργος από την Χίο, ξεμπαρκάρισε (έδιωξε) από το βαπόρι ένα καμαρωτάκι τον Τσάρλι στο Puerto Barrios, αυτός τον πήγε στο γραφείο εργασίας και του ζήτησε την νόμιμη αποζημίωση σύμφωνα με το νόμο της Γουατεμάλας. Ο καπετάνιος αρνήθηκε, ήρθε εκεί στην πιάτσα των ταξί, με κοίταξε έτσι κάπως πονηρά και μου λέει, θέλω να με πας στην αστυνομία, μα και να μου κάνεις το διερμηνέα.
Πράγματι τον πήγα.
-Ήρθα να καταγγείλω τον Τσάρλι ότι μου κλέβει πράγματα απ’ το βαπόρι, θέλω λοιπόν να μου δώσετε μια αστυνομική συνοδεία να κάνουμε έρευνα στο σπίτι του.
Άλλο που δεν ήθελε ο Τσικίν, έβαλε στο αυτοκίνητό μου τρεις αστυνομικούς και μαζί με τον καπετάνιο πήγαμε στο σπίτι του απολυμένου ναυτικού.
Η γυναίκα του είχε ένα μωρό παιδάκι, είχε πλύνει και είχε απλώσει στον ήλιο να στεγνώσουν ρουχαλάκια του μωρού μαζί κι ένα προσόψιο με τη μάρκα του βαποριού. Ιδού η απόδειξη, είπε ο καπετάνιος, ή αναιρείς τη μήνυση για αποζημίωση ή θα σε βάλω φυλακή για κλέφτη.
Πράγματι ο Τσάρλι αναίρεσε τη μήνυση κι έτσι το βαπόρι έφυγε χωρίς να πληρώσει αποζημίωση. Είδα ότι του Τσάρλι του κακοφάνηκε το ότι εγώ κουβάλησα στο σπίτι του τους αστυνομικούς, μετά από αυτή την ιστορία απέφευγα να παίρνω πελάτες που είχαν προβλήματα με την αστυνομία ή ακόμα και με τα δικαστήρια ως διερμηνέας, μέχρι που βρέθηκε μπροστά μου ο καπετάνιος του βαποριού Σκίνος με ελληνική σημαία του Γράτσου.

Ο καπετάνιος ήταν Υδραίος την καταγωγή, ένας πράος χαρακτήρας, ο οποίος ήταν σαν χαμένος με την τοπική γραφειοκρατία. Του είχαν βάλει φυλακή έναν ναύτη, τον Γιάννη απ’ την Ιθάκη γιατί ο ίδιος ο καπετάνιος έκανε το λάθος να πάει στην αστυνομία να καταγγείλει μια κλοπή από τα μαγαζιά της πλώρης, νομίζοντας ότι θα έπιαναν τον κλέφτη. Η αστυνομία όμως είχε άλλη λογική, έπιασε τον νυκτοφύλακα του βαποριού «βατσιμάνη» ως υπεύθυνο και τον έβαλε φυλακή μέχρι να μαρτυρήσει ποιος έκλεψε κι όταν ήρθε η ώρα αναχώρησης ο καπετάνιος αρνήθηκε να φύγει χωρίς τον ναύτη του. Γύριζε καταϊδρωμένος από τον πράκτορα, από την αστυνομία, μέχρι που κάποιος ταξιτζής τον πήγε στον ειρηνοδίκη. Ο ειρηνοδίκης juez de paz έστειλε και με φώναξε, ήμουν στο σπίτι. Ήταν φίλος μου από παλιά, συναντηθήκαμε θα ήταν περίπου δέκα η ώρα νύχτα, είχε κατατοπισθεί για την υπόθεση.
-Θα εξηγήσεις στον καπετάνιο ότι τέτοια ώρα υπάρχει μόνο μία λύση, να αναιρέσει την κλοπή, και αν είναι διατεθειμένος να πληρώσει ταξί να φέρουμε τον γραμματέα, εσύ θα πας να βρεις και τον πταισματοδίκη juez de la primera instancia να του πεις ότι σε στέλνω εγώ να πάρουμε το εντάξει από αυτόν, διότι έχουν περάσει 3 μέρες φυλακή και η υπόθεση έχει φύγει από τα χέρια μου, να πληρώσει το πρόστιμο, υπερωρίες κλπ.
Πράγματι σε δυο ώρες ο ναύτης ήταν ελεύθερος, ο καπετάνιος δεν πίστευε τα μάτια του, το βαπόρι αναχώρησε στην ευχή του θεού, για Νέα Ορλεάνη, κοίταξα το ρολόι μου δυο και μισή τα χαράματα.
Πήγα σπίτι και κοιμήθηκα τον ύπνο του δικαίου, αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα.
Ποιος ξέρει τι θα φέρει;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

ΠΥΛΑΡΟΣ


Εφημερίς, Κεφαλληνίας Ζιζάνιον 1910

ΠΥΛΑΡΟΣ

Μέρος μ’ άγρια περνάρια’
που γεννάει παλληκάρια
και στον κόσμο τα σκορπά
και πατρίς του παπαμέντε
του καλύτερου παπά.
Έργα πολλά επιφανεί,
εκάμανε κι οι Πυλαρινοί,
εμπόρια σημαντικά κι ατμόπλοια του ναύλου
και συν αυτοίς κι η άμαξα του
Βάραγκα του Πάυλου.
***********************
Εφιμερίς, Κεφαλληνίας Ζιζάνιον 18 Ιουνίου 1905

Το ξέρω ναύτες μου χρυσοί
και στεριανοί φωστήρες,
Πως μοναχά στην ξενιτιά,
βγαίνουν σωρός οι λίρες.
Γιατί κι εγώ που έκανα,
μια δεκαριά ταξίδια,
θυμούμαι που τις μάζωνα
μέσα απ’ τα σκουπίδια.
αλλά δεν πρέπει και γι’ αυτές
παντοτινά να ζείτε
κι ωφέλιμοι στον τόπο σας,
να μην ξαναφερθείτε.
Ποτέ δεν είναι δυνατόν
εν γη να ευτυχήσει
αυτός που κάνει χρήματα
ως που να ξεψυχήσει.
Χαμάλης Θάνε μοναχά,
φέρων βαρύ στους ώμους:
Σακί για κληρονόμους.

Από το αρχείο του Ε. Ανδρεοσάτου, Natick Mass
***********************
Μάζεμα αμυγδάλων, (είδε φωτογραφία)

Ένα καλωσόρισμα της Πυλάρου με ότι απέμεινε, απ’ το πατρικό μου κήπο, μετά από χρόνια ξενιτιάς, ξανασυναντώντας τα έρημα χέρσα πετροχώραφα, αυτά που κάποτε καλλιεργούσαμε, με μόχθο και ιδρώτα, με αγάπη και ελπίδα κι αυτά μας ανταπέδιδαν μια φτωχική σοδειά, που όμως δεν ήταν αρκετή για να χορτάσει τα παιδιά που μεγάλωναν στα πέτρινα αυτά χρόνια, της ανέχειας και του πολέμου.
Έτσι απρόσκλητη μπαίνει η ξενιτιά, σαν η μόνη λύση, στρογγυλοκάθεται σε αθώες, παιδικές, ιερές μνήμες, που σιγά, σιγά σβήνουν και χάνονται στην θαμπάδα της ομίχλης που αφήνει ο χρόνος.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Η Τέχνη Της Σιωπής

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Το σκοτάδι ήταν πυκνό μόλις και μετά βίας το φως της κολόνα του δρόμου το έσπαγε και φώτιζε το δρόμο σα να ήταν ακτίνες από ιστό αράχνης, όπου θόλωναν τα μάτια σου μέχρι να διακρίνεις το παράλληλο χαντάκι και να μην πέσεις μέσα, εσύ ή το αυτοκίνητο, ήταν ένα φως φθοριούχο, αρρωστιάρικο, γεμάτο από έντομα των τροπικών. Που και που ακουγόταν απ’ το χαντάκι φωνές βατράχων που έμοιαζαν σα να πνιγόταν μπουκωμένοι στο βάλτο κυνηγώντας έντομα ανάμεσα στα παιχνίδια τους.
-Ο Μίκης ακόμη δεν είχε άδεια οδηγού και οι γνώσεις του στο αυτοκίνητο ήταν οριακές. Έτσι χρησιμοποιούσε οδηγό για το ταξί του.
Ώρα τρεις τα χαράματα.
Δεν ήξερε αν ήταν αλήθεια, αυτά που του έλεγε ο οδηγός του, μύριζε πιοτό, φαινόταν μεθυσμένος, του έφερε το αυτοκίνητό του και ψέλλιζε λες και φοβόταν μην τον ακούσουν πάρα εκεί, ότι τρακάρισε, μπορεί να χτύπησε κανένα άνθρωπο, ή και κανένα αδέσποτο σκύλο, από τους τόσους πολλούς που κυκλοφορούν γύρω στην αγορά. Το βέβαιο ήταν ότι είχε τρακάρει το αυτοκίνητο με ένα απαλό αντικείμενο όπου έσταζε αίμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις αποφεύγεις την εξακρίβωση γεγονότων και κάνεις την πάπια όπως κάνει ολόκληρος ο λαός. Το αυτοκίνητο είχε ένα μικρό βαθούλωμα στο καπό, εκεί φαίνεται ότι χτύπησε το κεφάλι του ανθρώπου, αν ήταν άνθρωπος, ή το του σκύλου, αν ήταν σκύλος, λίγο αίμα στον προφυλακτήρα και τίποτε άλλο.


Για να μην έχουν μπλεξίματα βιάστηκαν να φύγουν από την πόλη του λιμανιού πριν ξημερώσει, πριν ανακαλύψουν το πτώμα που δεν ήξεραν αν ήταν πτώμα, ή απλώς ένας λαβωμένος ζωντανός άνθρωπος, ή ακόμα ένας αδέσποτος σκύλος. Αποφάσισαν για να επισκευάσουν το αυτοκίνητο να πάνε στην πρωτεύουσα, μια απόσταση 300 χιλιομέτρων. Φθάνοντας βάλανε το αυτοκίνητο σε γκαράζ, θα πάρει τρεις ημέρες να επιδιορθωθεί, τους είπαν, νοίκιασαν ένα δωμάτιο σε ένα φτηνό πανδοχείο, και πέρναγαν την ώρα τους, ο οδηγός μοιρολατρικός περιμένοντας στο γυρισμό να τον συλλάβει η αστυνομία, αν πραγματικά το θύμα ήταν άνθρωπος, ο δε Μίκης, ευχόταν όλη αυτή η υπόθεση να ήταν, ιστορία για σκύλους.
-Θα έπρεπε να κάνουν και οικονομία, μακριά από τη βάση τους, έτσι για φαγητό εκεί δίπλα από την αγορά των 18 δρόμων υπήρχαν πολλά υπαίθρια φαγάδικα, μια κούπα ζουμί από κόκκαλα με χόρτα και ρύζι αν την έτρωγες όρθιος στοίχιζε 0.25, αν καθόσουν σε καρέκλα και τραπέζι 0.50, μπήκανε λοιπόν στην ουρά όρθιοι, αφού τρώγανε τον ζωμό περπατάγανε στην πόλη μέχρι να βραδιάσει, μετά όλη νύχτα ο οδηγός του έλεγε παραμύθια για στοιχειά και για νεράιδες που έβλεπε στο χωριό του, γι’ αυτό φοβόταν τα φαντάσματα, έτσι παράτησε το κρύο κλίμα του χωριού του και ήρθε να δουλέψει στα τροπικό αυτό λιμάνι, όπου από την πολύ ζέστη το έριξε στην μπύρα και στο πιοτό. Από την πολύ κουβέντα, από τα παραμύθια και οι δυο μείνανε με την εντύπωση και την ευχή, ότι αυτό που τρακάρισε τη νύχτα ήταν ένας αδέσποτος σκύλος.
-Όταν το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο πήρανε το δρόμο του γυρισμού, τους έπιασε η νύχτα, έτσι όπως καβαλήσανε το σαμάρι του δρόμου για να πληρώσουνε τα διόδια, εκεί πάνω τους έσβησε η μηχανή. Η μπαταρία νεκρή, ήρθαν μερικοί αστυνομικοί και τους έσπρωξαν προς τα πίσω να τους βγάλουν στην άκρη ώστε να αφήσουνε ελεύθερο το δρόμο. Έβαλαν τα χέρια τους στο καπό και κόλλησαν μπογιά που δεν είχε στεγνώσει ακόμα μετά από το βάψιμο.
Δικαιολογηθήκαν όπως, όπως, φτάνοντας στο λιμάνι πήγαν ο κάθε ένας στο σπίτι του.
Τίποτα, κανένα νέο δεν κυκλοφορούσε στην πιάτσα, κανένας δεν έλεγε τίποτα. Μια μαφιόζικη σιωπή επικρατούσε σε όλη την πολιτεία του λιμανιού.
Μετά από λίγες μέρες ο ίδιος οδηγός οδηγούσε ταξί ένα αμερικάνικο Ράμπλερ ενός φίλου από τα Τζαμάικα. Αυτός σηκωνόταν τη νύχτα και παρακολουθούσε τον οδηγό του, όταν ένα βράδυ τον είδε μεθυσμένο σε μπαρ, τον έπιασε απ’ το λαιμό και άθελά του τον έπνιξε, εκεί μπροστά στα μάτια γυναικών, ναυτικών και κάθε λογής υποκείμενα της νύχτας.
Έγινε η κηδεία του οδηγού, ο Μίκης πήγε να συλλυπηθεί τους οικείους του, το σπίτι γεμάτο κόσμο. Γνώρισε τη γυναίκα και τα παιδιά του. Τον δολοφόνο τον έπιασαν, πήγε φυλακή, είχε όμως έναν αδελφό στο κόμμα της κυβέρνησης ο οποίος τον βοήθησε, τώρα το πώς κατόρθωσε και βρέθηκε μετανάστης στις ΗΠΑ είναι ένα αίνιγμα.
Έτσι τελείωσε, η ζωή του οδηγού, ο οποίος όπως μαθεύτηκε, είχε εκμυστηρευτεί σε άλλον ταξιτζή με υπερηφάνεια ότι είχε σκοτώσει άνθρωπο, ότι αυτός που τρακάρισε ήταν ένας άνθρωπος, ένας εργάτης του λιμανιού που βρέθηκε νεκρός τα χαράματα στη μέση του δρόμου που περνούσε από την αγορά.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη,

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Παιχνίδια της Ζωής

Τρίτωσε το κακό.

Τέσσερεις οργανοπαίκτες χτύπαγαν τα μακρινά ξυλάκια με σφαιρίδια στην άκρη τους πάνω στα πλήκτρα σε ένα τυπικό ξυλόφωνο των Μάγια, λεγόμενο Marimba που έπαιζε χαρούμενους σκοπούς. Ένας από τους οργανοπαίκτες ήταν φίλος μου, την ημέρα δούλευε σε κουρείο, σε αυτόν παρέδινα το κεφάλι μου για καλλωπισμό.
Τα κέντρο γεμάτο, η Μαρίνα παντρεμένη με έναν έλληνα ναυτικό από την Πάρο με πλησίασε:
-Χορεύουμε είπε;
Άφησα το πιοτό μου στο τραπέζι και σηκώθηκα.
Ξέρεις μου λέει έχουμε συνεννοηθεί ο άνδρας μου κι εγώ αυτός στα βαπόρια κι εγώ εδώ να δουλέψουμε για λίγο ακόμα και μετά να πάμε στην Αμερική.
-Τι λες έρχεσαι να κοιμηθούμε μαζί απόψε;
Κοίταξα γύρω μου, ο καπετάν Αλέκος ένας Θεσσαλονικιός, της έκανε γλυκά μάτια από το απέναντι τραπεζάκι.
-Δεν παίρνεις καλύτερα τον καπετάνιο, αυτός έχει πιο πολλά λεφτά.
Με παράτησε και κάθισε μαζί με τη φιλενάδα της την Μπέλαγράσια κι άρχισαν το κουτσομπολιό. Στο κέντρο μπήκαν ο Νίκος ανθυποπλοίαρχος του βαποριού και η φίλη του Μπλάνκα, μια αγγλόφωνη περίπου 25 ετών από το νησί Roatán της Ονδούρας, φίλοι μου και οι δυο, κάθισαν στο τραπέζι μου, μάλιστα με κέρασαν cubalibre και πιάσαμε τη συζήτηση.
Η Μπλάνκα είχε ενοικιάσει ένα δωμάτιο για όσες μέρες το βαπόρι ήταν στο λιμάνι. Με την Μπλάνκα είχαμε τέτοια φιλία ώστε πολλές φορές μου έλεγε στα Ισπανικά τα μυστικά που κάνει στο κορμί της για να γίνεται ποιο ελκυστική στον ανθυποπλοίαρχο. Στο δωμάτιο αυτό πέρναγαν τις νύχτες τους, όταν το βαπόρι, έφευγε η Μπλάνκα γύριζε στο σπίτι με τη μάνα της.
Αυτό συνεχιζόταν για αρκετό καιρό, μέχρι που το παλικάρι έτσι απότομα το έστειλαν από τη Νέα Ορλεάνη στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα μετά από λίγο καιρό αυτοκτόνησε, η δε Μπλάνκα έπιασε καινούργιο φίλο, ναυτικός κι αυτός, τον Έκτωρ τον οποίο για κακή της τύχη δολοφόνησαν εν πλω σε ελληνικό βαπόρι.
Μαζί με την Μπλάνκα πήγαμε και διαμαρτυρήθηκε εναντίων του δολοφόνου στην αστυνομία, στις αρχές, στο Λιμενάρχη ζητώντας δικαιοσύνη. Αυτός ο δολοφόνος είχε μέσον, ποιο πολλούς γνωστούς, έτσι έκατσε φυλακή μόνο έξη μήνες, η δε Μπλάνκα κατέληξε φιλενάδα με έναν ναύτη του λιμεναρχείου, εκεί ήρθε και το τέλος της σκοτώθηκε σε δυστύχημα καβαλώντας τη μοτοσυκλέτα του.
Τώρα θα μου πεις μήπως το ρουν της ζωής είναι προδιαγραμμένο; υπάρχει πεπρωμένο, ή ας το πούμε αλλιώς το κακό πρέπει να τριτώσει;
Αυτό το αφήνω στη γνώμη σας, να πείτε ότι σκέφτεστε, ή ότι πιστεύετε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Εντυπώσεις από Καναδά,

Εντυπώσεις από Καναδά με το πλοίο # 1

Όταν ήμουνα μικρός είχα μια παθολογική αγάπη για τον Καναδά, ονειρευόμουν κάποτε να μείνω στη στεριά, ούτε κι εγώ ξέρω πως προέκυψε αυτή μου η αγάπη, ίσως από τη διαμονή ενός μηνός στο λιμάνι του Αγίου Στεφάνου, στην επαρχία New Brunswick, από όπου απέκτησα άριστες εντυπώσεις, απελευθερωμένος από την καχυποψία των αρχών του γειτονικού κράτους της απέναντι όχθης, όπου έβλεπαν κάθε νεαρό σαν επίδοξο δραπέτη.
Ήμουνα πλήρωμα ενός μικρού βαποριού 3500 τόνων, το οποίο πήγαινε στα μικρά λιμανάκια της υφηλίου εκεί που δεν χώραγαν τα μεγάλα πλοία. Είχαμε λοιπόν φτάσει σε αυτό το μικρό λιμανάκι φορτωμένοι ένα ελαφρύ χώμα από το Κουρασάο, Ολλανδικές Αντίλλες. Μπήκαμε σε ένα στενό κανάλι σαν ποτάμι, στην δεξιά καναδική όχθη ήταν η μοναδική αποβάθρα, εκεί πλευρίσαμε κι έφεραν εργάτες, νεαρούς μαθητές να ξεφορτώσουν. Από την αριστερή όχθη ήταν το State of Maine των ΗΠΑ. Φθάσαμε στην καρδιά του καλοκαιριού 1 Ιουλίου. Η παλίρροια στο μέρος αυτό ήταν μεγάλη, τα νερά έφευγαν και το βαπόρι καθόταν στην λάσπη, αν ήθελες θα μπορούσες να περπατήσεις δίπλα του, εκεί που έκαναν βόλτα και οι γλάροι. Αφού τελείωσε το φορτίο άρχισαν πάλι να φορτώνουν λιπάσματα σε σακιά για την Καρθαγένη, Κολομβίας. Το παράξενο είναι ότι όταν γύριζε η παλίρροια το βαπόρι δεν έπλεε αλλά καθόταν σφηνωμένο στο βυθό. Αυτό που είχε συμβεί ήταν ότι κόλλησε σα βεντούζα, έτσι αφού τελείωσε η φόρτωση περιμέναμε μια φορά κάθε 12 ώρες που γύριζε η παλίρροια, βάζαμε την μηχανή στο φουλ άδικος κόπος. Το κενό της βεντούζας δεν άφηνε το βαπόρι να επιπλεύσει. Εν τω μεταξύ εμείς είχαμε πιάσει φιλίες με τον κόσμο απ’ την πολιτειούλα αυτή, ένα αγνό περιβάλλον, μέχρι που μας πήγαν να επισκεφτούμε καταυλισμό ινδιάνων όπου ζούσαν σε καλύβες από δέρμα ζώων… Κάθε 12 ώρες ερχόταν οι φίλοι μας να μας αποχαιρετίσουν και να λύσουν τους κάβους, όμως αδίκως διότι το πλοίο έμενε σφηνωμένο.
Πέρασα μια χαρούμενη νεανική ζωή 29 ημερών αξέχαστη, με όνειρα, με γνωριμίες κοριτσιών με, με, με,
Στις 29 Ιουλίου ήρθε ένα καναδικό ρυμουλκό και μας τράβηξε, το βαπόρι ξεκόλλησε έτσι αναχωρήσαμε για το πέλαγος.

Εντυπώσεις από Καναδά με το πλοίο # 2

Το κρύο ήταν τσουχτερό, μας περόνιαζε μέχρι τα κόκκαλα, το βαπόρι αγκομαχούσε ανεβαίνοντας το ποτάμι του Αγίου Λαυρεντίου, έπρεπε να προλάβουμε να φθάσουμε στο Μόντρεαλ πριν παγώσει.
Ήταν μια εποχή πριν ανοίξουν οι μεγάλες λίμνες.
Ένα μικρό φορτηγό βαπόρι 5000 τόνων ήταν σχεδόν άδειο, τα φτερά της προπέλας ξεχώριζαν στην επιφάνεια του νερού κι ακουγόταν ο ρυθμικός κρότος καθώς βιδωνόταν στο νερό. Τα δρομολόγια ήταν τακτικής γραμμής ανάμεσα Montreal, Trois Rivieres, Quebec, Bagotville, Port Alfred, Βοστόνη και νότιο Αμερική Κολομβία, μετά περνώντας το κανάλι του Παναμά μέχρι Ισημερινό και Περού. Φορτία γενικό εμπόρευμα, “general cargo” από κάθε λιμάνι φόρτωναν και ξεφόρτωναν πραμάτειες.
Ο πάγος είχε αρχίσει να πλέει στην επιφάνεια του ποταμού. Ακριβώς έξω από το Κεμπέκ υπήρχε ένα πιο συμπαγές στρώμα πάγου, η ταχύτητα του βαποριού δεν επέτρεπε να εναντιωθεί, έτσι το στρώμα πάγου άρχισε να σπρώχνει το βαπόρι προς τα πίσω.
Ο πιλότος και ο καπετάνιος φουντάρισαν και τις δυο άγκυρες, πράγματι το βαπόρι σταμάτησε το κατρακύλισμα. Αμήχανοι στεκόμαστε κοιτάζοντας όταν βάρκα με τις αρχές του τόπου ήρθαν πάνω στο βαπόρι. Αποφάνθηκαν οι άγκυρες έχουν πιάσει πάνω σε υπόγεια καλώδια και πρέπει να κόψουμε τις καδένες. Έτσι έγινε, ρυμουλκά μας έπιασαν και μας πήγαν στην άκρη-όχθη έξω από το λιμάνι του Κεμπέκ όπου δέσαμε κάβους. Το κρύο ανυπόφορο, ο πάγος στην κουβέρτα θα είχε πάχος πάνω από ένα πόδι.
Τα βίντσια γύριζαν σιγά, σιγά, στο ρελαντί για να μην παγώσουν και σπάσουν οι σωλήνες, θυμάμαι ο λοστρόμος και οι ναύτες ερχόταν κάθε λίγο και λιγάκι κι έμπαιναν στην «γραδελάδα» του «στόκολου» εκεί μες τη μαυρίλα της κάπνας αγκάλιαζαν τους βρώμικους σωλήνες για να ζεστάνουν τα χέρια τους, δάκρυα από το κρύο, έτρεχαν από τα μάτια τους.
Πρέπει να δώσω έμφαση ότι η μηχανή του βαποριού δεν μπορούσε να εργαστεί διότι ο πάγος είχε φράξει την είσοδο «αναρρόφηση» του νερού στην «κοντέσα» οπότε δεν κυκλοφορούσε νερό για να κρυώνει. Η λειτουργία της «κοντέσας» είναι κάτι σαν το ψυγείο του αυτοκινήτου, με την μόνη διαφορά ότι το νερό μπαίνει και βγαίνει από και προς τη θάλασσα.
Δεμένοι στην όχθη περιμέναμε, οπότε την δεύτερη νύχτα κατά τις 4 τα ξημερώματα ακούστηκε ένα τρομερό τράνταγμα σε όλο το βαπόρι, ο Βατσιμάνης έτρεξε σε όλες τις πόρτες των δωματίων χτυπώντας, φωνάζοντας σηκωθείτε όλοι επάνω, κίνδυνος, πεταχτήκαμε με τα εσώρουχα στην κουβέρτα πάνω στον πάγο, ο καπετάνιος ένας γέρο- Κεφαλλονίτης στη γέφυρα άρχισε τις σφυριξιές με μια βραχνή ατμο-σφυρίχτρα. Τι είχε συμβεί ένα κομμάτι πάγου μας τρακάρισε στην πλώρη, κόπηκαν οι κάβοι και το βαπόρι ακυβέρνητο κατρακυλούσε μαζί με τον πάγο. Η μηχανή νεκρή.
Ήρθαν ρυμουλκά μας έπιασαν και μας πήγαν τούτη τη φορά μέσα στο λιμάνι του Κεμπέκ. Καθίσαμε συνολικά 11 μέρες, φορτο-εκφόρτωσαν τα εμπορεύματα, μετά έπρεπε να πάμε σε δεξαμενή καθότι είχαν στραβώσει από τον πάγο τα φτερά της προπέλας. Έτσι βάλαμε πλώρη για Χάλιφαξ. Μπροστά μας πήγε ένα καναδικό παγοθραυστικό, αμέσως μετά ακολουθούσε ένα νεότευκτο σουηδικό αυτά με τις τρεις κορώνες στην τσιμινιέρα και μετά το βαπόρι μας. Αφού έσπαγαν τον πάγο η μηχανή μπόρεσε να αναρροφήσει νερό και κουτσά, κουτσά, βγήκαμε από τον Άγιο Λαυρέντιο…
Αυτό το κρύο μου έμεινε αξέχαστο, 11 ολόκληρα μερόνυχτα, προσευχόμαστε στον θεό να μας βοηθήσει να φύγουμε, κάτι που επιτεύχθηκε με τη βοήθεια παγοθραυστικού.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Ενσταντανέ από Νέα Υόρκη







Ενσταντανέ από τη Νέα Υόρκη.
Φίλοι μου, παραθέτω μερικές φωτογραφίες από μια φιλική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στην Αστόρια Νέας Υόρκης, η οποία άρχισε με μια γνωριμία μέσω διαδικτύου, από Βενεζουέλα και Αθήνα, η οικογένεια Δουκάκη, επισκέφθηκε μέσω Βοστόνης τη Νέα Υόρκη. Ο Στράτος η σύζυγος του Αλεξάνδρα, ο υιός του Αλέξανδρος. Από τη Νέα Υόρκη η συγγραφέας Υιώτα Στρατή με τον Σύζυγο της Δημήτρη και ο υποφαινόμενος Γαβριήλ Παναγιωσούλης με την σύζυγό του Ορτένσια. Δαμάσαμε τον χρόνο μας ώστε να μπορέσουμε να βρεθούμε σε μια συνάντηση γεμάτη ζεστασιά φιλική ατμόσφαιρα και ειλικρίνεια. Τέτοιες συναντήσεις συσφίγγουν τους διαδικτυακούς χειριστές, ανοίγοντας καινούργιους ορίζοντες σε ένα κόσμο όπου κάθε μέρα που περνά γεννιούνται νέες φιλίες, νέες γνωριμίες και ο κάθε ένας μας αισθάνεται σα να κατάκτησε το σύμπαν κι έφερε τον κόσμο ολόκληρο στην παλάμη του.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

En la foto, la Sra. Hortensia Panagiosouli da la bienvenida con un brindis a la familia Stratou Doukaki que llegó desde Grecia, y a los Sres. Yiota y Dimitri Strati, de Nueva York.


Πρώτη φωτογραφία, Η Ορτένσια Παναγιωσούλη καλωσορίζει στη Νέα Υόρκη με ένα εβίβα τους αγαπητούς μας φίλους, Στράτο, Αλεξάνδρα, Αλέξανδρο Δουκάκη, από Ελλάδα. Υιώτα και Δημήτρη Στρατή από Νέα Υόρκη.




Δεύτερη φωτογραφία, Ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης, η Υιώτα Στρατή, ο Στράτος Δουκάκης.




Τρίτη φωτογραφία, Ορτένσια και Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Στράτος και Αλεξάνδρα Δουκάκη, Υιώτα και Δημήτρης Στρατής