Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Ευχάριστη έκπληξη, στη χώρα που γεννήθηκα:

Οι Φωτογραφίες από την βράβευση του βιβλίου "Αχ Νάξερα," στο Hotel King George Plaza
o Γαβριήλ Παναγιωσούλης, ο κ. Ψυχογιός, ο κ. Π. Τρανούλης, η παρουσιάστρια... Οκτ. 2003
Στις πιο κάτω φωτογραφίες από την παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλαρο Κεφαλληνίας, Αύγουστος 2004
Ζητώ την κατανόησή σας, που καταγίνομαι στα κείμενά μου με θέματα δικής μου βιωματικής πρωτοτυπίας (originality).

Η ζωή στη Νέα Υόρκη μια τυποποιημένη ρουτίνα που σπάνια αλλάζει. Ευχαρίστησή μου το χόμπι μου, το οποίο είναι η γραφή. .
Πάντοτε έκλεβα κι ακόμα κλέβω χρόνο για να γράφω.
Έγραφα, έγραφα, έγραφα σε υπολογιστή κι αποτύπωνα σκέψεις ιδέες βιώματα συμβάντα τα τύπωνα σε σελίδες, όταν δεν μου άρεσαν μετάνιωνα, άλλαζα γνώμη, τα κοσκίνιζα, τελικά τις έσχιζα, τις πέταγα στα σκουπίδια.
Πολλές από αυτές τις σελίδες τις φύλαγα, ε! λοιπόν αυτές φύλαγα κατέληξαν σε εκδότη στην Αθήνα. Πήραν την φόρμα βιβλίου.

Έτσι έπεσα από τα σύννεφα όταν με πήραν τηλέφωνο από την Αθήνα ότι το βιβλίο μου (Αχ Νάξερα) ήταν ένα από τα καλλίτερα στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πνευματικής Εστίας Τρανούλη που το είχαν στείλει, και ίσως να έπαιρνε και βραβείο. Θα ήταν τέλη Σεπτεμβρίου 2003
Θα έπρεπε λοιπόν να ετοιμαστώ αν με φωνάξουν να ταξιδέψω. Στην αρχή δεν το πίστεψα, παραμύθια είπα, ποιος με ξέρει εμένα, όταν όμως έλαβα και πρόσκληση να παραστώ στην απονομή των Λογοτεχνικών βραβείων στο Ξενοδοχείο King George Plaza, την 19 Οκτωβρίου 2003 ώρα 6 το απόγευμα, άρχισα να το παίρνω στα σοβαρά. .
Όλα αυτά μου φαινόταν σαν παραμύθι, απίστευτα, μάλιστα θυμάμαι τους πήρα τηλέφωνο για να βεβαιωθώ και τους ρωτούσα που να είναι αυτό το ξενοδοχείο κλπ. Μα στην πλατεία Συντάγματος.

Εν τέλει αποφάσισα και ταξίδεψα στην Ελλάδα, φίλος με φιλοξένησε στην Γλυφάδα. Θα συναντούσα έναν άγνωστος κόσμο δια εμένα και όχι μόνο αλλά είχα και στην καρδιά μου μια αμφιβολία, ποιος άραγε να ήταν ο τυχερός της βράβευσης; Κρατούσαν τα ονόματα μυστικά. Μπήκα λοιπόν δειλά, δειλά στην αίθουσα, του King George Plaza, εκεί συνάντησα τον εκδότη μου, κάθισα από δεξιά σε μια καρέκλα, ήρθαν και με χαιρέτισαν, μου συστηνόταν διάφορες κυρίες συγγραφείς που για πρώτη μου φορά έβλεπα, καθώς και ο κ. Τρανούλης, είχα ειδοποιήσει και μερικούς γνωστούς όπως και την κ. Βάνα Κοντομέρκου η οποία ήταν στην Αθήνα, αλλά η ένταση με σκότωνε.
Ο εκδότης μου Σωτήρης Νικολόπουλος του Β. Κυριακίδη κι αυτός δεν ήταν σίγουρος για τίποτα, καθόταν στο ακροατήριο.
Μας φώναξαν στο βάθρο ονομαστικώς πρώτος από δεξιά η αφεντιά μου, δίπλα μου ο κ. ψυχογιός εκδότης, ο κ. Τρανούλης, και μια δεσποινίς η οποία ανακοίνωνε τα καθέκαστα, αργότερα κάθισαν οι συγγραφείς κυρίες των επαίνων. Από την έντασή μου δεν θυμούμαι διάβασαν κολακευτικές κριτικές για το βιβλίο μου, γενικά ήμουν σε μια υπερένταση μέχρι που έτσι σαν αντίλαλος από το υπερπέραν έφτασε στα αυτιά μου η φωνή της δεσποινίδος:
Αλλά καλύτερα να αντιγράψω την είδηση από το Βιβλιοχαρτοπωλικό ΒΗΜΑ σελίδα 31 Οκτώβρης 2003.
Από τα 100 υποψήφια βιβλία διακρίθηκαν και προτάθηκαν πέντε και από αυτά το Α! ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ 2003 πήρε με τον τίτλο «Αχ Νάξερα…» του Γαβριήλ Παναγιωσούλη των εκδόσεων «Β. Κυριακίδης.» Βραβεύτηκε επίσης για τη μετάφραση από τα Γερμανικά της Μαρίας και Ελένης Παξινού το βιβλίο «Άλι και Νινώ» του εβραίου συγγραφέα Κουρμπάν Σαΐντ των εκδόσεων «ΨΥΧΟΓΙΟΣ». Έπαινοι δόθηκαν στα βιβλία:
«Τα απαγορευμένα θα τα λέμε τη νύχτα» της Μάγδας Πίκη. (Εκδόσεις Φυτράκη)
«Ο άγγελος της στάχτης» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου. (Εκδόσεις Κέρδος)
«Της φωτιάς και της ερημιάς» της Λιλής Μαυροκέφαλου, (Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνης)
Πολλά τα συγχαρητήρια, οι χειραψίες, τα ονόματα των παρισταμένων οι συστάσεις έπεφταν σα βροχή πάνω μου, ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι είναι τόσο δύσκολο να τα συγκρατήσεις. Βεβαίως κατόρθωσα έβγαλα ένα λογύδριο για το οποίο είχα κρατήσει σημειώσεις, κατόπιν προτροπής του εκδότη μου, τι να πω αν ποτέ υπήρχε η περίπτωση να κερδίσω το βραβείο, τους ευχαρίστησα όλους…
Με χαιρέτισε πολύς κόσμος, μάζεψα ένα σωρό συγχαρητήρια, μεταξύ άλλων ήταν και ο Νοε Παρλαβάντζας όπου με προσκάλεσε στην ΕΡΑ και μίλησα την επόμενη μέρα στο (Η φωνή της Ελλάδας) βραχέα, αισθανόμουν ότι κάτι άλλαξε στη ζωή μου, προσπαθούσα να το συνειδητοποιήσω ότι πράγματι ήμουν εγώ ο ίδιος, ο απλός άνθρωπος των λιμανιών, της θάλασσας, εν τέλει τα κατάφερα, κουρασμένος κατά τα μεσάνυχτα γύρισα σπίτι κοιμήθηκα χαρούμενος, ήμουν τόσο ενθουσιασμένος σα να έσπασα το φράγμα του ήχου, μετά από τρεις μέρες αναχώρησα για την Νέα Υόρκη, όπου η ζωή ξανάρχισε να κτυπά στον μονότονο ρυθμό της ρουτίνας, μέσα μου όμως αισθανόμουν ικανοποιημένος, για τη λάμψη μου στον ελληνικό ουρανό, φανταστείτε την τιμή «στον τόπο που γεννήθηκα» σαν διάττοντας αστέρας που ήρθε να σβήσει στην κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη. Εκεί μετά από μερικές μέρες με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη, η οικογένειά μου και φίλοι μου, μου είχαν ετοιμάσει ένα surprise party με φαγητό ποτό και χορό, εκεί αισθάνθηκαμε όλοι μας σαν μια οικογένεια, γλεντήσαμε μέχρι αργά.

Οι φωτογραφίες από την παρουσίαση του βιβλίου μου στην ΠΥΛΑΡΟ το μέρος που γεννήθηκα, Αύγουστος 2004
--------------------------------------------------------
Γλέντι στην Νέα Υόρκη Νοέμβρης 2003






Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Το Τελευταίο Αντιο:


Φωτογραφίες μιας και μοναδικής νεότητας

Τις νύχτες αφουγκραζόμουν τις κορφές των κυμάτων να γλύφουν το σκαρί, μερικά να ξεσπάνε μανιασμένα στην κουβέρτα, ο νωχελικός ρυθμός της μηχανής, το νανούρισμα του λικνίσματος του βαποριού συντρόφευε τις σκέψεις μου, που σαν τρελές ξεχυνόταν απ’ τον νου μου, γέμιζαν την καμπίνα μου, στα πιο παράλογα κι οργιαστικά όνειρα, ανυπομονούσα να φτάσουμε σε λιμάνι.
Θα έτρεχα, θα γλεντούσα, θα μεθούσα, θα έκανα παρέα με όμορφα κορίτσια, θα έφευγα από την αγκαλιά της θάλασσας να πέσω σε γυναικεία, θα χόρευα, θα χόρταινα ο νους μου αγάπη, στοργή, γυναικείο σώμα, ποτό μια αυταπάτη της ευτυχίας. Όταν ξημέρωνε γεμάτος κέφι θα γύριζα στο βαπόρι, με το μαρτύριο να μου κατατρώει τα σωθικά. Γιατί να μην μπορώ να έχει δίπλα μου τη γυναίκα;


Φτάνοντας στο μικρό λιμανάκι Wilmington, North Caroline, βγήκαμε για περίπατο παρέα, λέγαμε και συζητούσαμε να πάμε κάπου σε κάνα μπαρ να πιούμε όταν από κάπου ξεπρόβαλε ένας κύριος, άκουσε που μιλούσαμε ελληνικά.
-Έλληνες είστε παιδιά;
-Μάλιστα Έλληνες.
-Δηλαδή βαπορίσιοι,
-Ναι, μα υπάρχουν έλληνες εδώ;
-Ναι, είμαστε αρκετοί την Κυριακή έχουμε κι έναν γάμο, είστε προσκεκλημένοι, επίσης να έρθετε το βράδυ στην εκκλησία, έχουμε εσπερινό. Να εδώ πιο κάτω είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου
.
Ο Σωκράτης από την Λευκάδα απάντησε καλά ίσως να έρθουμε. Σκεφθήκαμε ίσως να γνωρίζαμε και κανένα κορίτσι. Ο καπετάν Ιωακείμ, που τον είχε αφήσει η γυναίκα του, το είχε μαράζι, ας πάμε, είπε, ας φύγουμε λίγο από την λάσπη.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά, πολλά χρόνια μπήκαμε στον οίκο του Θεού.
Καθίσαμε στη μεσαία γραμμή στο στενόμακρο παγκάκι… Μια βοή κάτι σαν ψίθυρος έφτασε στα αυτιά μας. Βαπορίσιοι θα είναι, δεν βλέπεις τα μούτρα τους; Κοιταχτήκαμε, τους κοίταζαν ύποπτα. Εμείς κοιτάζαμε αχόρταγα τις γυναικείες σιλουέτες που μπαινόβγαιναν. Ρε τι καμπύλες είναι τούτες ψιθύρισε ο Ιωακείμ κάπως δυνατά επειδή ήταν κουφός.
Σιωπή ακούστηκε μια φωνή από πίσω. Αα! ο Σωκράτης έβγαλε μια φωνή, βλέπεις εκεί στην δεξιά μεριά έχουν σε εικόνα ένα ανθρώπινο κεφάλι σε ένα δίσκο; Μα είναι του Αϊ Γιάννη, είπα.
Πω, πω τι φρίκη πάμε να φύγουμε. Φώναξε ο Ιωακείμ, πάμε να βρούμε καμιά μπάρα να πιούμε λιγάκι.
Σούσουρο δημιουργήθηκε. Ησυχία, μα δεν σέβεστε την εκκλησία; Είπε μια γυναικεία φωνή.
Ο παπάς ξερόβηξε και κοίταξε προς το μέρος τους.
Ο Σωκράτης μας τράβηξε απ’ το μανίκι.
Πάμε έξω δεν βλέπεται ότι ο Θεός αυτός είναι διαφορετικός απ’ τον δικό μας;
Πάμε σε μπαρ, ίσως βρούμε και καμιά γυναίκα, είπε ο Ιωακείμ. Καθίσαμε στον πάγκο, παραγγείλαμε μπύρες, κοιτάζαμε αχόρταγα την κοπέλα που σερβίριζε.
Τι άχαρη, τι ανάλατη που είναι η αμερικάνικη ζωής είπε ο Ιωακείμ. Η μουσική έπαιζε καουμπόικους σκοπούς
. Φέρε μας κι άλλες μπύρες είπε ο Σωκράτης, σιγά θα μεθύσεις είπα.
Από τότε που τον άφησε η γυναίκα του ο Ιωακείμ δεν μπορούσε να κάνει χωρίς γυναίκα, στα λιμάνια οι φιλενάδες του ακολουθούσαν το βαπόρι από τη στεριά, τις έφερνε στο σαλόνι μου την σύστηνε με υπερηφάνεια, από εδώ η κυρία Ιωακείμ, θα φάμε μαζί, καμάρωνε.
Την Κυριακή πήγαμε στον γάμο, το πανηγύρι έγινε στην κοινοτική αίθουσα.
Οι ηλικιωμένοι μας αγκάλιασαν, μας τράβαγαν να χορέψουμε, μας φώναζαν οι βαποριέρηδες, εμείς τα μάτια μας στα κορίτσια, δυστυχώς κανένα δεν μας έδωσε σημασία, ναυτικοί βλέπεις, άνθρωποι του υπό-κόσμου. Ήταν από ένα νησί του Αιγαίου νομίζω Ικαρία, ή Δωδεκάνησα. Πικραμένοι φύγαμε, που να πάμε που αλλού παρά στο βαπόρι μας. Με τον καιρό ο καπετάν Ιωακείμ άλλαξε βαπόρι, πήγε καπετάνιος σε άλλο, σε μια φουρτούνα στον βόρειο Ατλαντικό το βαπόρι βυθίστηκε αύτανδρο, νομίζω ήταν γεμάτο ξυλεία.
Παγώσαμε όταν το μάθαμε, ήταν καλός, λογικός άνθρωπος, στην ζωή του, του έλειπε η γυναίκα, ένα βράδυ καθώς πλέαμε στην Καραϊβική ο Σωκράτης μάζεψε κάτι γυναικεία ρούχα, από αυτά που παίρναμε δώρα για τα κορίτσια, τα έπλεξε στεφάνι, έγραψα το όνομα του, το έβαλε πάνω στην κουπαστή ώστε με το λίκνισμα του πλοίου να πέσει μόνο του στην θάλασσα και μαζί φωνάξαμε Αιωνία σου η μνήμη, φίλε μας Ιωακείμ.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Στην αρχή δημιουργήθηκε η Στεριά:


Η άγρια φύση της Κεφαλονιάς

Αυτά που έπλασαν τον χαρακτήρα μου, ένα βιωματικό υπόβαθρο της ζωής, μια πληγωμένη πηγή υποσυνείδητου, είναι η αιτία δημιουργίας του λόγου.

Τα κλαριά των δένδρων στάλαζαν υγρό, ήταν από την ομίχλη, αυτή που έβγαζε η μπούκα του Μύρτου και μας καταπλάκωνε την καρδιά. Ερχόταν από την νότια Αδριατική και περνούσε στο Ιόνιο
Οι πέτρες στους λίθινους τοίχους γεμάτες μια πράσινη γλίτσα σαν βελούδο, αυτή που κατά- κάθετε από την υγρασία. Λιγοστό το χώμα κι όπου υπήρχε ήταν άγονο. Οι πετρο-χωματένιοι δρόμοι γεμάτοι λακκούβες βρώμικου νερού. Στις άκρες τους ξεφύτρωναν οι Μαρτιάκοι με τα κίτρινα λουλουδάκια τους, μετά ερχόταν οι παπαρούνες, οι βρούβες, αυτές που εμάζωναν οι κάτοικοι και τις έτρωγαν, τι κι αν τις κατούραγαν οι σκύλοι! Το χαμομήλι άγριο ταπεινά έκανε την εμφάνισή του στις άκρες της χωματένιας αυλής. Οι αμυγδαλιές είχαν ντυθεί στα άσπρα, μια θεϊκή μυρωδιά αγνότητας ξεχυνόταν στον αέρα. Ερχόταν η άνοιξη.
Η μάνα καθάριζε το γυαλί της λάμπας από την κάπνα με ένα αδράχτι που μπροστά είχε δέσει ένα πανί, η νόνα είχε μια ρόκα με μαλλί κι έγνεθε, κάνοντας νήμα μαζεύοντας το στο αδράχτι.
Η θεια κεντούσε πετσετάκια, για το τραπεζάκι της σάλας, με κλωστές μουλινέ και η γειτόνισσα έπλεκε τσουράπια για τον άντρα της όπου ήταν στα βουνά κι έκαιγε καμίνι για κάρβουνα.
Τα μικρά παιδιά έτρεχαν στεφάνι στους χωματένιους δρόμους, τα όρνια πετούσαν, μάλλον έπλεαν στον αέρα κοιτάζοντάς μας. Τα κοράκια μάλωναν αναμεταξύ τους ψάχνοντας να βρουν κάνα ψοφίμι. Στο καναπεδάκι της εισόδου ένα αχυρένιο στρώμα εκεί πάνω του ήταν η φάτνη των ονείρων μου τα βράδια που κοιμόμουν και ήταν τόσο πολλά; Με συντρόφευε του γκιώνη η λυπητερή λαλιά. Μα εκεί στο αχυρένιο στρώμα ξάπλωνα ώρες ακίνητος από πόνους αρθριτικών με αλοιφή πετρελαίου, το μόνο που υπήρχε, έλεγε ο πατέρας φταίει το κλίμα, είναι υγρό.

Τα ποτήρια με το κοίλο χείλος στο κομοδίνο, το πιρούνι δεμένο με βαμβάκι και ποτισμένο με πράσινο οινόπνευμα, η φλόγα που κυνηγούσε τον αέρα από τα ποτήρια της βεντούζας, το δέρμα σου που φούσκωνε σαν αγιοβασιλιάτικη φούσκα, ο λιναρόσπορος ψημένος στο τηγάνι και τοποθετημένος στο στήθος σου επάνω σε ένα μάλλινο ύφασμα που από την αγριάδα γέμιζες εξανθήματα.
Ο γείτονας αυτός που έκαιγε καμίνι ήρθε πρωί, πρωί, ξύπνησε τον πατέρα τον τράβηξε έξω κι άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους. Τα μάτια του κατακόκκινα πετούσαν σπίθες, δάκρυα έτρεχαν για να τις σβήσουν.
Έκανε χειρονομίες εν τέλει φύγανε μαζί. Πήγαν να ειδοποιήσουν την οικογένεια ότι βρήκε τον Βαγγέλη σκοτωμένο, με μια τσεκουριά του είχαν ανοίξει το κεφάλι καθώς κοιμόταν στο χωράφι του για να προστατεύσει τα σπαρτά του, είχε σπείρει φακή. Τα παιδιά χαιρόταν, ευκαιρία να πάρουν τα εξαπτέρυγα θα τους έδιναν χαρτζιλίκι. Ο γάμος είχε προετοιμαστεί, τι κι αν ήταν φυματικός ο γαμπρός, η αγάπη νίκησε. Το γραμμόφωνο το είχαν κουρδίσει και περίμεναν το γλέντι, ένα γλέντι φτωχό φοβισμένο κι όχι μόνο αλλά έσπασε και το κουρδιστήρι του γραμμόφωνου. Κρίμα δεν ακούστηκε τίποτα.
Μετά πέθανε ο γαμπρός, κάψανε τα ιμάτια του για να μην κολλήσουν χτικιό οι υπόλοιποι. Ξέχωσαν κι έκλεψαν τις πατάτες μας από τον κήπο, τα κουνέλια μας χωρούσαν στις τσέπες του κλέφτη, ο παπάς έκανε λιτανείες, διάβαζε προηγιασμένες. Η κυρά Ιφιγένεια ήρθε στη μάνα μου να της ξορκίσει το μουλάρι που τεμπέλιαζε, η μάνα έβαλε τρία σπυριά χοντρό αλάτι στην άκρη της ποδιάς της, με την πιθαμή της μέτρησε την απόσταση…
Η Ακριβού γιάτρευε με ξόρκια όποιον είχε τη βεντερούγα (ραχίτιδα), η Αγγέλα γέννησε κι άλλη κόρη, έτσι είπε η μαμή, συμφορά της, τόσα θηλυκά! Βρήκαν ποντίκια στα πιθάρια με το λάδι, αυτό του αγίου. Το αντάλλαξαν με καλαμπόκι που έφερνα καΐκια απ’ το Ξηρόμερο. Κάποιος είπε ότι στην Αγγλία βρέθηκε το φάρμακο της φυματίωσης, αλλά πολύ αργά ο άνθρωπος πέθανε.
Ο δάσκαλος μας μάθαινε τον εθνικό ύμνο, το στοίχιση και ζύγιση, μας πήγαινε στην εκκλησία όπου λέγαμε το πάτερ ημών, οι αντάρτες κατέβαιναν απ’ τα βουνά, οι χωροφύλακες έβαζαν πολίτες σκοπούς έξω από το κτίριο της χωροφυλακής, κι αυτοί οι ίδιοι κοιμόταν μέσα.

Μετά ήρθε η θάλασσα

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Ειρηνικός Ωκεανός

Πλέωντας το κανάλι του Παναμά στην Πλώρη.
Όσο μου είναι δυνατόν προσπαθώ να δίνω στις ιστοριούλες μου αυθεντικές "original"στιγμές με φωτογραφίες της εποχής εκείνης, φυσικά μαυρόασπρες.

Τα Θηρία:
Από τη μεριά της θάλασσας φάνηκε ένα μονόξυλο, πλησίασε το βαπόρι ο ψαράς φώναξε ήθελε να μιλήσει με τον Mayordomo, έχω μου λέει ένα ψάρι, το θέλεις να το αγοράσεις; ακόμα και με ανταλλαγή τσιγάρων δέχομαι.
Πήγα στην κουπαστή τι είδος ψάρι; Ένας τεράστιος ροφός. Ναι βεβαίως του λέω. Το έφερε επάνω ζύγιζε 150 λίτρες. Το ξάπλωσα στην κουβέρτα. Γύρω μου μαζεύτηκε το πλήρωμα, ο Μάρκος έβγαλε τα μυωπικά γυαλιά του τα έτριψε πάνω στην ποδιά του, τα ξαναφόρεσε, ξανακοίταξε καλλίτερα το θηρίο κι αποφάνθηκε.
Όχι δεν το καθαρίζω ούτε το μαγειρεύω, αυτό είναι θεριό εξ άλλου δεν το λέει ούτε η σύμβαση.
Το κήτος κειτόταν πάνω στην κουβέρτα του βαποριού ακριβώς κάτω από το σκεπαστό όπου ήταν η σωσίβια λέμβος εκεί όπου δεν το έβλεπε ο ήλιος. Ο αποφανθείς ήταν ο μάγειρας του βαποριού ο Μάρκος Ξαγοράρης από τη Σύρο.
Ρε, του λέω εγώ είδα κι έπαθα να το αγοράσω, το πλήρωσα κι εσύ μου λες ότι δεν το μαγειρεύεις; Εν τέλει πήρα την απόφαση, άστο του λέω θα το αναλάβω εγώ. Πήρα το μαχαίρι και το έγδαρα, έκανα το κρέας του φιλέτο, μετά τα κόκκαλα και το μισό κεφάλι τα κάναμε σούπα, το άλλο μισό κεφάλι το έκανα δώρο στον εφοπλιστή όταν φτάσαμε στη Νέα Υόρκη, ο οποίος το επόμενο ταξίδι ήρθε να μου δώσει τιε ευχαριστίες του, μια σούπα υπέρ-νόστιμη
Μπροστά μας ο απέραντος Ειρηνικός, εμείς με το βαποράκι διπλαρωμένοι στον μόλο ξεφορτώναμε πραμάτεια. Η σκηνή στο λιμάνι του Cutuco, La Unión El Salvador.

Όπως είναι η συνήθεια των ναυτικών όταν το βαπόρι αγκυροβολήσει περιμένοντας την σειρά του για φόρτωση ή ξε-φόρτωση οι περισσότεροι ναυτικοί έχουν μαζί τους καθετή με αγκίστρια και ρίχνουν για ψάρεμα. Όταν ένιωθες να κινείται η καθετή στο δάχτυλό σου, καταλάβαινες ότι τσιμπάει, τράβαγες το χέρι προς τα επάνω ώστε να καρφωθεί το αγκίστρι πιο βαθιά κι έβγανες το ψάρι. Είχαμε λοιπόν φουντάρει στην Tocopilla Χιλή, νότιο ημισφαίριο.
Ο καπετάν Γεράσιμος ανθυποπλοίαρχος ένιωσε κι αυτός το τσίμπημα, αλλά η καθετή του έφευγε από τα χέρια, καταλάβαμε ότι κάτι μεγάλο είχε πιάσει, δεν πρέπει ποτέ να κοντράρεις, όταν στην τραβάει αμόλα και τράβα, αμόλα και τράβα, σιγά, σιγά την έφερε στην επιφάνεια. Τρέξαμε όλοι να δούμε, ένα τεράστιο καλαμάρι θα ήταν περίπου ένα και μισό μέτρο. Ολόκληρο θηρίο.
Αποκλείετε να το φέρουμε πάνω στο βαπόρι, θα σκιζόταν και θα έφευγε.
Κατεβάσαμε με την πρυμνιά μπίγα ένα ανοιχτό βαρέλι πετρελαίου χωρητικότητας 55 γαλονιών, του έκαναν τρύπες από κάτω ώστε να φεύγει το νερό κι έτσι φέραμε το καλαμάρι στην κουβέρτα.
Με μαχαίρι το ανοίξαμε, πήρα ένα κομμάτι και το πέταξα στο ζεστό μαντέμι της κουζίνας, δεν τρωγόταν σκληρό σαν σόλα, ο καπετάν Γεράσιμος Λουκάτος πήρε για ενθύμιο την «ραχοκοκαλιά» του αν μπορεί να λεχθεί έτσι, αυτή που μοιάζει σαν πλαστικό θα την πήγαινε στο Αργοστόλι στην Κεφαλονιά σαν θαλασσινό τρόπαιο του Ειρηνικού Ωκεανού.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Η Αξία μιας Ζωής!

Ζώντας μέσα σε έναν τροπικό παράδεισο, εκεί όπου η αξία της ζωής μετράει με πόσα πράσινα διαθέτεις.
(Η ιστορία αυτή είναι μεγάλη, για έλλειψη χώρου απλώς γράφω τα κυριότερα σημεία.)

Όπως κάθε μεσημέρι έτσι και σήμερα διάβαζα την τοπική εφημερίδα ξαπλωμένος σε μια αιώρα για πιο φρέσκο μια που η ζέστη ήταν ανυπόφορη στο τροπικό αυτό μέρος της Γουατεμάλας. Την μεσημεριάτικη ησυχία διέκοψε η επίσκεψη ενός φίλου μου νεαρού, του Έκτωρ.
Έρχομαι από τον μόλο, ένα βαπόρι της γραμμής άκουσα ότι ζητά πλήρωμα, μια και είσαι γνωστός του καπετάνιου ήθελα να του πεις δυο λέξεις για μένα, ώστε να μπαρκάρω. Πράγματι βρήκα τον καπετάνιο, του μίλησα αμέσως μπαρκάρισε λαδάς στη μηχανή ένα βαπόρι Ντήζελ μικρό γενικού εμπορίου τακτικών γραμμών χρόνο- ναυλωμένο από την United Fruit co. Πέρασε καιρός,
Ο Έκτωρ είχε την βάρδια 12-4, όταν λοιπόν κατέβηκε στη μηχανή να παραλάβει από τον λαδά της 8-12, ο οποίος ήταν κι αυτός από το ίδιο μέρος, παρατήρησε ότι κάτι δεν ήταν εντάξει. Ανέβηκε λοιπόν στο κατάστρωμα πήγε στην πρύμνη στην τραπεζαρία του πληρώματος όπου έτρωγε ο λαδάς μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα και του έκανε την παρατήρηση. Στο τραπέζι πάνω ήταν ένα ολόκληρο καρβέλι ψωμί κι ένα μαχαίρι, κάθε ένας έκοβε όσο ψωμί ήθελε. Ο Έκτωρ είπε ότι είχε να πει, γύρισε προς την πόρτα να φύγει. Ο λαδάς των 8-12 σήκωσε το μαχαίρι και το έστειλε πεταχτό στον Έκτορα. Κάποιος από το πλήρωμα φώναξε, Έκτορα φυλάξου, αυτός γύρισε να δει και το μαχαίρι τον βρήκε στο στήθος στην καρδιά. Ξεψύχησε επιτόπου. Το βαπόρι εν πλω, σημαία Λιβερίας, στο επόμενο λιμάνι θα έπιαναν μετά από τρεις μέρες, ήταν Puerto Cortez, Ονδούρας. Τον έθαψαν στο λιμάνι της Ονδούρας, παρέδωσαν το δολοφόνο στις αρχές πήγε φυλακή. Πατέρας, και μάνα του φίλου μου, έμειναν άφωνοι, ζητούσαν δίκιο εκδίκηση κι ένα αιώνιο γιατί. Εφόσον δεν υπήρχε κατήγορος στην Ονδούρα θα έμενε φυλακή 6 μήνες μετά θα τον έστελναν στην Γουατεμάλα. Όταν το βαπόρι ήρθε στη Γουατεμάλα, έβαλαν δικηγόρο έδωσαν κατάθεση οι μάρτυρες για να το χρησιμοποιήσουν όπου δει. Όταν έμαθαν την ημερομηνία αποφυλάκισης του, πατέρας και μάνα πήγαν στην αστυνομία, στο λιμεναρχείο, σε όλες τις αρμόδιες αρχές. Όλοι τους είπαν για μας δεν έχει συμβεί απολύτως τίποτα. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε όλοι μαζί στο υπουργείο εσωτερικών, να εκθέσουμε την υπόθεση. Πράγματι ξεκίνησε η μάνα, ο πατέρας, μια αδελφή κι εγώ. Στην πρωτεύουσα μια απόσταση 300 χιλιομέτρων. Πήγαμε σε ξενοδοχείο.
Το Palacio Nacional ένα επιβλητικό τριώροφο κτίριο στο κέντρο της πολιτείας, με θολωτές πόρτες και κολώνες σε στυλ Ισπανοϊταλικό με επιρροή αραβικού ρυθμού. Ανεβήκαμε τα πλατιά σκαλοπάτια, στην πόρτα μας σταμάτησαν δυο φρουροί, μας έψαξαν, μας ρώτησαν τι θέλουμε, η μάνα είπε να δούμε τον υπουργό… από το ισόγειο ξεκινούσαν δυο πλατιές κυκλικές σκάλες μια αριστερά μια δεξιά, στην μέση κήπος με λουλούδια, στους τοίχους ζωγραφιές ηρώων του κράτους. Άνθρωποι βιαστικοί με χαρτοφύλακες έτρεχαν προς όλες τις διευθύνσεις, ένας κύριος με γυαλιά που καθόταν σε ένα γραφείο μας ρώτησε:
Τι θέλετε;
Η μάνα απάντησε:
«Θέλουμε να δούμε τον υπουργό,»
«Έχετε ραντεβού;»
«Όχι, αλλά ερχόμαστε από την επαρχία, σκότωσαν τον γιο μου»…
«Περιμένετε εδώ.»
Άνοιξε μια πόρτα κι εξαφανίστηκε. Από την πόρτα βγήκε ένας στρουμπουλός κύριος με γυαλιά.
«Ποιος με ζήτησε» είπε;
Η μάνα σάστισε, έκανε κάτι να πει μπερδεύτηκε, τον λόγο ανάλαβα εγώ.
«Κύριε υπουργέ, σκότωσαν τον γιο της κι έρχεται να ζητήσει δικαιοσύνη, μάθαμε ότι ο δολοφόνος θα αφεθεί ελεύθερος από την Ονδούρα και ζητάμε όταν έρθει στη Γουατεμάλα να συλληφθεί.»
«Μα που έγινε ο φόνος;»
«Εν πλω, σε βαπόρι μέσα.»
«Δηλαδή έξω από την δικαιοδοσία του κράτους.»
«Ναι σε διεθνή νερά.»
«Το σύνταγμα της χώρας μας δεν λέει ότι μπορεί να συλλάβουμε κάποιον όταν αυτός δολοφόνησε άνθρωπο έξω από τα σύνορά μας, να πάτε στην εθνικότητα του πλοίου.»
«Μα αυτό έχει σημαία Λιβερίας.»
«Δεν ξέρω πάντως για εμάς δεν έγινε τίποτα.» Και κουνώντας το δάχτυλό του μου είπε:
«Κι εσύ να προσέχεις πως μιλάς σε έναν υπουργό.»
Κατάπληκτος έψαξα να βρω τι είχα κάνει, α ναι, χρησιμοποίησα τον ενικό σε μια μου συνδιάλεξη αντί του πληθυντικού. Αλήθεια τι έγκλημα!
Ήταν φανερό ότι δεν ήθελαν να αναμιχθούν, εξ άλλου μια παροιμία του λαού λέει: Un indio menos, un pan mas. Ένας Ιθαγενής λιγότερος, ένα ψωμί παραπάνω.
Η λέξη indio εννοεί αυτόχθονα ιθαγενή κάτοικο.
Γυρίσαμε όλοι στην πόλη του λιμανιού, φίλος με βρήκε στην πιάτσα των ταξί, έχω μήνυμα για εσένα μου είπε, θέλει να σε δει ο Σόσα ήξερα ότι ήταν μέλος μιας ακροδεξιάς οργάνωσης και σπιούνος της αστυνομίας.
«Μα καλά χαζοί είσαστε και πάτε στην κυβέρνηση για να βρείτε το δίκιο σας, τη δικαιοσύνη τη δίνω εγώ, θα μου δώσετε $500, τα μισά τώρα και τα άλλα μισά όταν θα βρεθεί πνιγμένος στο ποτάμι ο δολοφόνος.»
Τότε θα αρχίσουμε βεντέτα, είπε ο πατέρας κι όχι μόνο αυτό αλλά δεν θα ξαναφέρουμε τη ζωή του γιού μας. Σε λίγο διάστημα πέθανε ο πατέρας ίσως από τον καημό του, η μάνα τα αδέλφια ξενιτεύτηκαν, ερείπια έμειναν εκεί που υπήρχε ζωή, ο δολοφόνος γύρισε, ήταν παντρεμένος με δυο μικρά παιδιά, άνοιξε μπακάλικο κι ακόμα υπάρχει…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Πλούσιος για ένα Φεγγάρι:

Ακόμα και η Φωτό βγήκε μικρή, αλλά είναι αυθεντική
Είμαστε με το βαπόρι διπλαρωμένοι στο Veracruz México, μια εποχή κοντά στα Χριστούγεννα.
Το φορτίο εποχιακό διάφορα Χριστουγεννιάτικα παιχνίδια, ηλεκτρικές συσκευές, όλα τα αμπάρια γεμάτα αγαθά συσκευασμένα σε κιβώτια.
Βατσιμάνης (Νυκτοφύλακας) ήταν ένας ναύτης ο Αντώνης Κ. από το νησί Μήλο καλό παιδί και φίλος μου.
Τρόμαξα όταν άκουσα να μου χτυπά την πόρτα θα ήταν περίπου μετά τα μεσάνυχτα, πετάχτηκα επάνω, τι τρέχει του λέω;
Έπιασα έναν κλέφτη μέσα στο αμπάρι, του κατέσχεσα ότι είχε κλέψει, αυτός έδωσε ένα πήδημα κι έφυγε, και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Τα έχω βάλει όλα σε μια σακούλα. Για να δούμε τι είναι;
Ήταν αλυσίδες, καδένες, σαν αυτές που κρεμάνε στο λαιμό τους, με μενταγιόν ή σταυρούς. Θέλω μου λέει να με βοηθήσεις να τα κρύψω ώστε να μην τα βρουν πάνω μου.
Ναι του λέω φέρτα να τα βάλουμε στην αποθήκη τροφίμων, εκεί άνοιξα κιβώτια με κονσέρβες από ανανά, αυτά τα κιβώτια τα είχαμε πάρει (κλέψει) από τα αμπάρια το προηγούμενο ταξίδι, μια και στον γυρισμό προς Νέα Υόρκη φορτώναμε ανανάδες σε κονσέρβες. Τα πήραμε έτσι για να τρώμε.
Τα τακτικά μας ταξίδια ήταν Νέα Υόρκη, Progresο Yucatán, Coatzacoalcos, Veracruz, Tampico, και τανάπαλιν. Όλα τα λιμάνια στο Μεξικό. Σε κάθε λιμάνι ξεφορτώναμε κι από λίγα. Άρα κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος που και σε πιο λιμάνι τα έκλεψαν, αν ποτέ έψαχναν.
Το βράδυ πριν ακόμα σκοτεινιάσει, με μια αλυσίδα στην τσέπη, πήγαμε μαζί σε ένα χρυσοχοείο. Του είπαμε θέλουμε να μάθουμε αν είναι χρυσάφι; Την κοίταξε την ψηλάφισε και μας είπε κάτι που είχε τη λέξη όρο, αλλά εμείς δεν καταλάβαμε καλά. Πάντως η λέξη «oro,» όρο= χρυσάφι στα Ισπανικά ηχούσε στα αυτιά μας.
Γυρίσαμε στο βαπόρι και γελούσαν και τ’ αυτιά μας, είμαστε πλούσιοι, έχουμε χρυσάφι μου είπε, ναι λέω αλλά που θα τα πουλήσουμε; Κάναμε εξόδους στην πόλη, πιάσαμε παρέα με κορίτσια με την Judith Nocedal αλληλογραφούσα για πολλά χρόνια, από αυτήν έμαθα για τους κήπους του Xochimilco, το palacio de bellas artes κλπ… χαιρόμαστε υπολογίζοντας τι μας περιμένει, ούτε πιοτά ούτε μπαρ, πρώτη μας φορά συναντήσαμε μαγαζί στην κυριολεξία να πουλά γυναίκες, μόνο αυτό, πλήρωνες την τιμή την έπαιρνες κι έφευγες. Αχ τι φέρνει η αίσθηση του πλούτου!
Προσπαθήσαμε η εντύπωση του πλούτου να μην αλλάξει τίποτε, μόνο αισθανόμαστε μια μικρή ευφορία ότι πιάσαμε την καλή και περιμέναμε ευκαιρία να εμφανισθούμε.
Στη Νέα Υόρκη ερχόταν στο βαπόρι ένα Κεφαλλονίτης μαραγκός-επιπλοποιός ο οποίος έφτιαχνε κάτι έπιπλα για το σαλόνι, παραγγελία της γυναίκας του εφοπλιστή για να έρθει ταξίδι. Αυτόν πλησίασα και του έδωσα μάλιστα και μια αλυσίδα να μάθει την αξία της.
Μετά από δυο μέρες μου την έφερε πίσω, δεν έχει καμιά αξία είναι φαντασία ψεύτικη…
Γκρεμίστηκαν τα όνειρα, αποτέλεσμα μετά από αρκετό χρονικό διάστημα όταν πλέον είχαμε φάει όλους τους ανανάδες πήρα τις αλυσίδες και τις πέταξα στη θάλασσα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Η Τροχιά μιας σφαίρας...



Ένα κομματάκι χωράφι εκεί πίσω από την εκκλησία της Παναγίας της κρήνης, δίπλα από τον λάκκο του νερού που ανάβλυζε από τη γη, ανήκε στην οικογένειά του παππού, ήταν αυτό που είχε κληρονομήσει από τον προ-προ πάππου του, όταν είχαν έρθει πρόσφυγες από την Πάργα όταν την πούλησαν οι Άγγλοι στον Αλή Πασά περίπου 1807. Ήταν ποτισμένο με ιδρώτα των προγόνων του, αυτών που το έλαβαν σαν πληρωμή με την υποχρέωση να καλλιεργούν τα χωράφια της πλούσιας αυτής οικογένειας στα Ποταμιανάτα.

-Η γειτόνισσά μας είχε δυο κατσίκες, από αυτές αγόραζε η μάνα λίγο γάλα, έτσι για να πίνουν τα μικρά. Ο άνδρας της γειτόνισσας μαζί με τα παιδιά του έβγαναν κάρβουνα στο βουνό.
Ο πόλεμος ήταν στο ζενίθ του, ο πατέρας μαζί με έναν άλλο χωριανό είχαν πάει να σκάψουν το χωράφι αυτό, σαν μεσημέριασε η μάνα μας είχε φύγει να τους πάει φαγητό, μπιζέλια με ψωμί σούπα. Στο σπίτι μείναμε μόνοι.
Ξάφνου ακούστηκαν πυροβολισμοί μαζεμένοι, μετά μοναχικοί. Ο κόσμος βγήκε από τα σπίτια του να δει τι τρέχει, εγώ πήγα πάνω στο ανυψωμένο αλώνι της στέρνας και κοίταγα, η γειτόνισσα βγήκε στην αυλή της κι έλεγα : ωχ! Τα παιδιά μου που νάνε άραγε;
Ο μπάρμπας μου που ήταν άρρωστος από φυματίωση κατάλαβε τον κίνδυνο, ανέβηκε στην στέρνα και με πήρε στην αγκαλιά του, με έμπασε μέσα στο σπίτι. Τι είχε συμβεί; Οι Γερμανοί ανέβαιναν από τον κάμπο προς το χωριό, το οποί ο ήταν χτισμένο στην πλαγιά του βουνού, σε υψόμετρο 200 μέτρων, τα καφενεία γεμάτα κόσμο, κάποιος τους είδε και φώναξε, έρχονται Γερμανοί, τότε όλοι τρέξανε να φύγουν, αυτό είδαν οι Γερμανοί και τους έβαλαν στις τουφεκιές
.
Ένας Γερμανός μπροστά από την εκκλησία του Αϊ Δημήτρη σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε απέναντι στα Μαρκάτα. Τα δυο χωριά αυτά τα χωρίζει ένα πλατύ αυλάκι, θα έλεγα μια χαράδρα που παλαιά θα πρέπει να ήταν ποτάμι μια και το έδαφός της είναι γεμάτο γουλιά πέτρες στρογγυλές από αυτές που γλύφει η θάλασσα. Κι όχι μόνο αλλά μια φορά κάθε τόσο σέρνει δηλαδή κατεβάζει νερό απ' τα βουνά και παίρνει σβάρνα ότι βρει μπροστά του όπως τον δρόμο κλπ…
Η σφαίρα βρήκε στην κοιλιά την γειτόνισσα, που είχε βγει στην αυλή της να δει για τα παιδιά της.
Έτρεξαν όλοι την έβαλαν στο κρεβάτι, ο τσαγκάρης του χωριού προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τους γερμανούς, έλεγαν ότι ο Γερμανός ήταν γιατρός, μαζί με τους άλλους χώθηκα κι εγώ στο δωμάτιο, όταν την ξεγύμνωναν να δουν το τραύμα, η γριά Κ… με έπιασε από το αυτί και με έβγαλε έξω. Λέγανε ότι η σφαίρα της είχε τρυπήσει το βασιλικό άντερο.
Δεν υπήρχαν ούτε φάρμακα ούτε γιατρός, έτσι πέθανε η γυναίκα.

Σήμερα έχουν απομείνει ερείπια, κουκουβάγιες λαλούν τη νύχτα, το χωράφι χέρσο, ο λάκκος του νερού άχρηστος ξεχειλίζει, χάνεται, οι άνθρωποι οι περισσότεροι σκορπισμένοι σε τσιμεντουπόλεις.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Ένα λανθασμένο Αραράτ:



Εκεί στην πλώρη του βαποριού στην δεξιά μάσκα ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, τετράγωνο με ράφια στους τοίχους κι ένα πάγκο βιδωμένο στο πάτωμα. Από δεξιά είχε τρία φινιστρίνια χωρίς να τολμώ να τ’ ανοίξω, γιατί θα έμπαινε το κύμα της θάλασσας. Ήταν το μαραγκούδικο του βαποριού. Σε τούτη την περίπτωση ήταν γεμάτο κότες και κοκόρια. Κάθε πρωί τα τάιζα έπιανα ένα, ένα έξη το όλων και τα στραγγάλιζα χωρίς να χυθεί ούτε σταγόνα αίμα. Μερικά κοκόρια ήταν επιθετικά έτσι αυτά τ’ άφηνα τελευταία.
Τα έπιανα απ’ το κεφάλι, τα γύριζα στριφτά 2-3 φορές μέχρι που δεν κουνιόταν πλέον. Τα υπόλοιπα ξαφνιασμένα έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από τον πάγκο, ή πάνω στα ράφια, όταν έβλεπαν το γαντοφορεμένο χέρι του χάρου, δηλαδή το δικό μου τα κοκόρια σήκωνα τα φτερά του λαιμού τους κι ετοιμαζόταν να μου επιτεθούν. Έτσι τα πιο άγρια τα άφηνα τελευταία μέχρι να έρθει η σειρά τους. Τα μαδούσα, τα έπλενα και τα έδινα στο μάγειρα. Το σφάξιμο των πουλερικών κρατούσε εμάς στη ζωή, όσο διαρκούσε το ταξίδι μας. Φανταζόμουν τον εαυτόν μου σαν τον Πολύφημο που σκότωνε τους συντρόφους του Οδυσσέα και τον πιο γενναίο τον άφηνε τελευταίο. Πρέπει να δώσω έμφαση ότι δεν είχαμε ψυγεία και το μόνο μας φαγητό ήταν αυτές οι κότες μια φορά την ημέρα.
Ο ουρανός και η θάλασσα είχαν ενωθεί σε ένα σταχτί-μαυρο χρώμα που άσπριζε μόνο από τους αφρούς που έκαναν τα κύματα σπάζοντας τα μούτρα τους στην κουβέρτα του βαποριού. Έμοιαζαν σα σκυλιά λυσσασμένα που έβγαναν αφρούς από το στόμα τους. Εκεί στον ουρανό είχαν σχηματισθεί κάτι σύννεφα που έμοιαζαν με ανθρώπινη μορφή με μακριά γενειάδα, που κάτω από τις δυο μασχάλες του κρατούσε δυο ασκιά με τα στόμιά τους εναντίων μας φυσούσαν τη θάλασσα, τα κύματα μας χτυπούσαν από μπροστά από πίσω από δίπλα. Το βαπόρι χόρευε σαν καρυδότσουφλο. Ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του ανακάτευε τη θάλασσα με τη βοήθεια του Αίολου που του έστελνε τον αέρα. Άρα τι να τους έχουμε κάνει; Μήπως ζητούν εκδίκηση επειδή αφήσαμε την πατρίδα μας, ή μήπως ζητούν να χυθεί αίμα στο βωμό τους, μήπως θα πρέπει να κόβω το λαιμό από τις κότες αντίς να τις στραγγαλίζω; Να με πιτσιλίζει το αίμα ζεστό αχνιστό;
Το βαπόρι αγκομαχούσε πάλευε με τα θηρία, ανέβαινε σε υδάτινα βουνά κι απότομα έπεφτε στην άβυσσο, δεν ξέραμε αν θα είχε τη δύναμη να ξανανεβεί, με κάθε χτυπιά από τα κύματα τρανταζόταν ολόκληρο, έτρεμε η προπέλα ξενέρωνε, σηκωνόταν στον αέρα, γύριζε σαν τρελή. Είχαμε κλείσει και τις πόρτες του κομοδέσιου με μπουκαπόρτες, ο κάθε ένας μας βουβά σιωπηλά προσευχόταν στον δικό του θεό να μας βοηθήσει να φτάσουμε στη στεριά, να φτάσουμε σε ένα Αραράτ ν’ αφήσουμε τα κοκόρια να πετάξουν, κάναμε τάματα στους θεούς μας, να πατήσουμε χώμα, ευλογημένο να αλειφτούμε λάσπη, να γεμίσουμε σκόνη, να πατήσουμε κάτι στερεό, τότε θα γελάμε θα τρέχουμε στους δρόμους παίζοντας ανεμίζοντας το χώμα. Να κοιτάξουμε κατάματα τη ζωή, την ελπίδα, τις γυναίκες που ο κάθε ένας μας έπλαθε στη φαντασία του μια ιδεαλιστική μορφή δικής του γυναίκας, να την λατρεύει, να την πιστεύει μια μορφή αγγελική να τον καταλαβαίνει, να ανοίγει την καρδιά του, ένα λουλούδι μεθυστικό, κάτι να προσεύχεται στο όνομά της, κάτι σαν μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανθίσει να τον περιμένει.

Αντί αυτού είμαστε τραβερσωμένοι για 21 μέρες στον Ινδικό Ωκεανό, στο υγρό στοιχείο, μουσκεμένοι γεμάτοι αρμύρα μέχρι που κατά λάθος καθίσαμε σε ύφαλο σε ένα λανθασμένο Αραράτ, στο νησί Σοκότρα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

Εντυπώσεις:

Στην φώτο: πηγαίνοντας βόλτα στο πάρκο πιάσαμε μια άκακη Ιγουάνα, πρώτη μας φορά την βλέπαμε, νομίσαμε ότι ήταν θηρίο, την δέσαμε και την φέραμε στο βαπόρι, σαν λάφυρο...

Εντυπώσεις που γράφονται στο παιδικό μυαλό με ανεξίτηλο μελάνι.
Η ζέστη αφόρητος, το βαπόρι διπλαρωμένο στο μόλο ξεφόρτωνε σωλήνες για πετρελαιοπηγές. Το τζιπ των αστυνομικών, τώρα μπορεί να ήταν και του λιμεναρχείου ή του τελωνείου δεν ξέρω, σταματούσε εκεί απέναντι από την σκάλα του βαποριού, ένας με πράσινη στολή και πηλίκιο ψηλό φασιστικό, ανέβαινε πάνω πήγαινε στο δωμάτιο του καπετάνιου, ο άλλος καθόταν στο τιμόνι και περίμενε. Σε λιγάκι κατέβαινε με μια τσάντα γεμάτη πραμάτεια, αυτό γινόταν κάθε μέρα, πολλές φορές την ημέρα. Η σκηνή στο λιμάνι του Μαρακαΐμπο της Βενεζουέλας. Το βαπόρι ήταν χρόνο-ναυλωμένο στην εταιρία Venezolana de Navegación. Όλοι είχαν να λένε, προπαντός οι αξιωματικοί ότι ο καπετάνιος κάνει κοντραμπάντο με ουίσκι. Εδώ που τα λέμε όχι ότι τους πείραζε αλλά ζήλευαν. Όταν ήρθε η ημέρα της αναχώρησης, έλειπε ο δεύτερος μηχανικός δεν ήταν στο δωμάτιό του, κατά κάποιον περίεργο τρόπο είχε εξαφανισθεί, ήταν οικογενειάρχης άνθρωπος ο Κώστας Κ. από τον Πειραιά. Στο κεφαλόσκαλο είχε αναρτηθεί ο πίνακας αναχώρησης 5 το απόγευμα. Θα πήγαινε για La Guaira επίνειο του Καράκας να αφήσει κι εκεί μερικό εμπόρευμα.
Σαν ήρθε μεσημέρι και δεν φάνηκε πουθενά, ο υποπλοίαρχος ένας έλληνας της Αγγλίας ο οποίος είχε αλλάξει το επώνυμό του σε Captain Henderson φορούσε πάντα στολή και γαλόνια αποφάσισε να πάει στην αστυνομία να δηλώσει την εξαφάνιση του έλληνα.
Ω! του θαύματος, ο Πειραιώτης ήταν φυλακή, αφού πλήρωσε κάποιο πρόστιμο αφέθηκε ελεύθερος, τρέξαμε όλοι να μάθουμε τι έγκλημα είχε κάνει για να πάει φυλακή.
Απλούστατα είπε: Καθόμουν στην κουπαστή κι έβλεπα τους τελωνειακούς να μεταφέρον κοντραμπάντο που τους πουλούσε ο καπετάνιος.
Τους είπα ξέρω τι κουβαλάτε μέσα στις τσάντες σας. Ο τελωνειακός δεν είπε τίποτα, όταν όμως κατέβηκε στο έδαφος έκανε νόημα του δεύτερου μηχανικού να κατέβει να του πει κάτι. Με το που πάτησε στο έδαφος τον μπαγλάρωσαν στο τζιπ και κατευθείαν στο κρατητήριο. Κανένας από εμάς δεν είδε την σκηνή, η κυβέρνηση του Pérez Jiménez ήταν δικτατορική δεν τολμούσες να μιλήσεις
.

Η Βενεζουέλα του καιρού εκείνου για τους ναυτικούς ήταν ακριβό μέρος, το δολάριο δεν είχε αξία αν το συγκρίνουμε με τα άλλα κράτη. Τα βράδια έβγαινα στην πολιτεία και περπατούσα μαζί με άλλους, συναντήσαμε αρκετούς έλληνες μετανάστες οι περισσότεροι είχαν ένα μικρό κατάστημα φαγητών στην αγορά, άλλος ήτανε τσαγκάρης, άλλος είχε ένα μεγάλο εστιατόριο το ΑΛΦΑ πάνω στο δρόμο προς το delicias όπου πήγαιναν οι ντόπιοι για κολύμπι.
Για μας τους ναυτικούς κανένα σπέσιαλ τα καμπαρέ τα είχαν μακριά έπρεπε να πάρεις ταξί. Όλες οι γυναίκες αλλοδαπές, αλλά οι ιστορίες αυτές δεν γράφονται.
Πιάναμε πολλά λιμάνια, σε κάθε λιμάνι ξεφορτώναμε εμπορεύματα, στο La Guaira, Puerto la Cruz, Puerto Cabello, Cumaná, Cuanta, Carupano. Στο λιμάνι της La Guaira ήρθαν κι επισκέφτηκαν το βαπόρι δυο έλληνες κεφαλλονίτες από τη Σάμη, μας έλεγαν ότι πήγαιναν στα χωριά στο εσωτερικό και πουλούσαν ρούχα.
Στο Puerto Cabello, οι τελωνειακοί μπήκαν έτσι απότομα στο βαπόρι. Διέταξαν έρευνα στα δωμάτιά του πληρώματος για λαθραία. Ότι ρούχα είχαμε καινούργια ακόμη κι εσώρουχα μας τα κατάσχεσαν. Τα πήραν κι έφυγαν. Ο ασυρματιστής του πλοίου ήταν κουβανός, τον πήραμε μαζί για διερμηνέα και πήγαμε να διαμαρτυρηθούμε για τα ρούχα μας, δεν βαριέσαι χαμένος κόπος, μας έδιωξαν.

Στo Cumaná ένα άλλο μικρό λιμανάκι υπήρχε μια οικογένεια ελλήνων από ένα νησί του αιγαίου, είχαν ένα μικρό κατάστημα ρούχων Tienda Atenas.
Είχαν λοιπόν μια κόρη, όταν άκουσαν βαπόρι ελληνικό ήρθαν μέσα οι άνθρωποι γεμάτη νοσταλγία, ένας κεφαλλονίτης ναύτης ο Στέλιος, χωρίς να ξέρω τίποτα μου λέει ότι τα κανόνισε αν θέλω να παντρευτώ το κορίτσι… θα είμαστε της ίδιας ηλικίας. Όχι ρε παιδί μου δεν σκέπτομαι τέτοιο πράγμα του είπα.
Η ζωή και περιπέτειές μου στη Βενεζουέλα δεν κράτησαν πολύ μόλις ένα χρόνο, μετά αλλάξαμε ρότα.
Πάντοτε νοσταλγώ την αθωότητα της νιότης, τα περασμένα που έστω και τώρα ακόμη βάζουν ένα κόκκο αλατιού στην χωρίς εκπλήξεις τυποποιημένη ώριμη ζωή μου.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Ο Άγνωστος

Το βαπόρι "Αίνος" τον πήρε μαζί του, στην αγκαλιά της γαλάζιας θάλασσας, στην αγκαλιά της ελευθερίας. Κούβα 1952
Σαν λουλούδι που μαραίνεται και πέφτει, είναι το μονοπάτι της ζωής σου. Άλλος το ποδοπατεί, άλλος σκύβει, νοσταλγικά το παίρνει, το μυρίζει και θυμάται το δικό του μονοπάτι.

Σπάνια η ζωή μας επηρεάζεται από ένα άγνωστο άνθρωπο ο οποίος έτσι απότομα, χωρίς να τον περιμένεις βγαίνει και αλλάζει τον ρου ενός πεπρωμένου.
Ο άνθρωπος αυτός Κεφαλλονίτης, καταγωγή εκ Πυλάρου γεννημένος στο Αργοστόλι, ζώντας στην Αμερική και συγκεκριμένα στα Φιλαδέλφεια, άνθρωπος της πιάτσας, λέγανε ότι είχε χαρτοπαικτική λέσχη σε αυτή την πόλη, παντρεμένος με την κόρη του διευθυντή της αστυνομίας, αφού μάζεψε αρκετό χρήμα, αποφάσισε να αγοράσει ένα βαπόρι.
Βρήκε τον Καπετάν Λ. από την Πύλαρο και αγόρασε το βαπόρι στο όνομά του, ένα μικρό χαβουζάδικο, κουβαλούσε κάρβουνο ή σιδηρομετάλλευμα. Το ονόμασε Μαρκέλλα το όνομα της γυναίκας του.
Εν τω μεταξύ πεθαίνει η γυναίκα του, τότε αυτός μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, εκεί αγοράζει κι άλλο βαπόρι το "Αίνος."

Ο Μάκης ήταν φυλακισμένος όχι γιατί ήταν εγκληματίας, αλλά διότι είχε μένει παράνομα στο κράτος αυτό από βαπόρι, τον είχαν ζαλίσει τα πλούσια λόγια, οι υποσχέσεις δεν ζητούσε τίποτα μόνο ένα μεροκάματο. Αυτό, τίποτε άλλο. Πίσω στην Ελλάδα, περίμεναν πολλά στόματα, μια μπουκιά ψωμί...
Τα κρατητήρια τα επισκεπτόταν αρκετοί έλληνες νόμιμοι που αντιπροσώπευαν ναυτιλιακές εταιρίες, για να διαλέξουν πληρώματα από τους κρατούμενους έλληνες ναυτικούς στο φημισμένο νησί Ellis Island και ήταν πολλοί εκατοντάδες… οι αντιπρόσωποι ερχόταν με ένα τουπέ λες και εξουσίαζαν τη ζωή σου, λες κι έβγαιναν στις ακτές να αγοράσου σκλάβους.
Αλήθεια τι διαφορά ανάμεσα νόμιμος με σκαστός, έλληνες και οι δυο!
Ο Μάκης μην έχοντας διαβατήριο ούτε ναυτικό φυλλάδιο (του το είχαν κατασχέσει ένεκα δραπετεύσεως από βαπόρι) εκτός από μια ταυτότητα χωροφυλακής του χωριού του, οι αντιπρόσωποι των ναυτιλιακών εταιριών τον έδιωχναν, έτσι περνούσε ο καιρός, πέρασε 120 μέρες κλεισμένος έως που φάνηκε αυτός ο άνθρωπος. Όχι δεν τον γνώριζε, αλλά καταγόταν από το ίδιο χωριό της Κεφαλονιάς, κάποιος γνωστός, του είπε την ιστορία του. Όπως είπα πιο πάνω ήταν άνθρωπος του λαού, της πιάτσας, γνώριζε από δυσκολίες από ανάγκες.
Ενδιαφέρθηκε, έβαλε δικηγόρο τον πήρε στο βαπόρι του και αναχώρησαν για Κούβα.
Οι δε αρχές των ΗΠΑ του ζήτησαν ένα πιστοποιητικό από το προξενικό λιμεναρχείο Νέας Υόρκης, ότι πράγματι ήταν και θα εξακολουθήσει να είναι ναυτικός. Επειδή του είχαν απαγορεύσει την έξοδο στην στεριά πήγε ο καπετάνιος ο Ιωακείμ Φωτόπουλος από την Ιθάκη ο οποίος πνίγηκε στον βόρειο Ατλαντικό όταν άλλαξε βαπόρι. Ο λιμενάρχης του μήνυσε ότι πρώτη του φορά συνάντησε έναν τόσο νέο με βεβαρυμμένο μητρώο, (ένεκα δραπετεύσεως)… Ο καλός λόγος του λιμενάρχη τον γέμισε πικρία.
Ήταν η εποχή που όλα τα κράτη κλείνανε τις πόρτες τους στους έχοντας ελληνικά χαρτιά.
Εργάστηκε για δώδεκα χρόνια σε διάφορα βαπόρια, ώσπου, έμεινε στη στεριά- Guatemala.
Πέρασαν τα χρόνια, πολλά χρόνια, από όταν τον πρωτογνώρισε, μια μέρα λαβαίνει ειδοποίηση αν ήθελε να μεταναστεύσει από την Γουατεμάλα στις ΗΠΑ, θα του σύστηνε τον ίδιο δικηγόρο.
Έτσι κι έγινε. Ο άγνωστος άνθρωπος ξαναπαντρεύτηκε μετακόμισε στην Ελλάδα, Κηφισιά όπου πέθανε
.

Στης ζωής το μονοπάτι, ο άνεμος σε ανεμίζει σαν ξερόφυλλο κι όταν πέσεις με σκούπα σε προετοιμάζουν για σκουπίδι, έως ένας άγνωστος θα θυμηθεί ότι κι αυτός κάποτε ήταν σαν το ξερόφυλλο, ότι κι εσύ άνθρωπος είσαι.

Con respeto le mando a su memoria un eterno y sincero agradecimiento por todo lo que él hizo por mí, por su apoyo a las dificultades que encontré tratando de caminar por el sendero del mundo, éste que escribió mi destino.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη