Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Εκ της Ιστορίας των ατόμων αποτελείται η του Έθνους!


Κι εγώ ως άτομο γράφω την ιστορία μου, ελευθερος σαν το πουλί χωρίς να ζητήσω κανενός την άδεια!  
Αχ! Τι ξεκούραση ψυχής που αισθάνομαι! 
Κάθε μέρα που περνά γράφω και κάτι,  όμως τα περισσότερα γραπτά μου έχουν ως βάση το παρελθόν μου.

Για να αποτυπώσει κάποιος τα σημερινά γεγονότα, κάποιος που δεν ανακατεύεται στην πολιτική, που δεν είναι φίλαθλος, που η ηλικία του  απαγορεύει να μπλεχτεί σε νέες περιπέτειες, ή να  εξερευνήσει τα σημερινά γεγονότα αισθάνεται άδειος, διαβάζει, όμως όλα τα βιβλία βασίζονται στο παρελθόν, εκτός φυσικά από τα φανταστικά, εκεί όπου σε ανεβάζουν με σκάλες στο στερέωμα του ουρανού. Σας παραθέτω  ένα μικρό τεμάχιο από τα νεοελληνικά αναγνώσματα εκδοθέν εν Αθήναις από το τυπογραφείο του Μιχαήλ Σαλίβερου  1901, η δε ύλη είναι από την εγκύκλιο του υπουργείου εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαίδευσης προς τους σχολάρχας και διευθυντάς ελληνικών σχολείων
Εν Αθήναις την 21 Νοεμβρίου 1884


Απόσπασμα από το διήγημα (Τα παθήματα των Χίων) του κ. Δημήτρη Βικελά. 

Όταν οι νεώτεροι οι γεννηθέντες και ανατραφέντες εν ημέραις αγαθαίς, βλέπωσι τους γέροντας ημάς ακμαίους εισέτι και ευθύμους διστάζουσιν ίσως να πιστεύωσιν ακούοντες της νεότητάς μας τα παθήματα. Μετ’ ολίγα δε έτη, οπόταν εκλείψει η γενιά του Αγώνος και διακοπή  των προφορικών παραδόσεων η  μνημόνευσις, δυσκόλως οι εγγονοί ημών θα φαντάζωνται δια πόσων θυσιών και βασάνων επληρώθη η ιδική των ευημερία και του έθνους η αναγέννησις. Δια τούτο εύχομαι  ώστε πολλοί των επιζώντων γερόντων να μιμηθώσι το παράδειγμά μου γράφοντες τα απομνήμονευματά των. Εκ της ιστορίας των ατόμων αποτελείται η του έθνους…      

Αποτυπώστε αυτά τα λίγα λόγια του τότε και παρεμβάλετε τα με το σήμερα, τι έχει αλλάξει, εκτός βεβαίως από την τεχνολογία προπαντός την ηλεκτρονική όπου οι νέοι έχουν κατορθώσει να ευρίσκονται σε πολύ καλύτερη μοίρα γνώσης από αυτή των προπατόρων των, όμως για να υπάρχουν ως άτομα, ως έθνος, ως έλληνες πρέπει να βασίζονται στο παρελθόν, και να θυμούνται . Εκ της ιστορίας των ατόμων αποτελείται η του έθνους…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης    
        



Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Καλή εβδομάδα


Καλή εβδομάδα, μετά από το ταξιδάκι στο υπερπέραν γυρίζοντας σπίτι δεν έλειψαν οι καθημερινές εκπλήξεις, επισκέψεις ακόμη και εορτολόγια στα οποία λάβαινα μέρος αισθανόμενος ένα κομμάτι της σημερινής κοινωνίας όπου ζούμε και υπάρχουμε, από όπου και οι φωτογραφίες.  
Γαβριήλ Παναγιωσούλης 





Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Το Μονοπάτι των Μερμηγκιών



                                            Τότε  που πίστευα στα παραμύθια. 

                                           Το μονοπάτι των Μερμηγκιών.  

Μια φορά κι έναν καιρό κάπως έτσι αρχίζουν τα παραμύθια, μόνο που τούτο εδώ δεν είναι παραμύθι.
Βαριεστημένος  από τα αγαθά του πολιτισμού,  από ανθρώπινες αδυναμίες, μικροπρέπειες και αψιμαχίες αποφάσισα να γίνω εξερευνητής, μακριά από τα βλέμματα της πολιτισμένης σημερινής κοινωνίας. 
Προπαντός θα ήμουν ελεύθερος σαν το πουλί που είναι και το μότο της ΠΥΛΑΡΟΣ.
Έτσι λοιπόν μια φορά κι έναν καιρό βαδίζαμε στην καρδιά της τροπικής ζούγκλας ακολουθώντας το μονοπάτι των μερμηγκιών, έχοντας για προστασία δεμένα στην πλάτη μας άδεια τσουβάλια για να αποφεύγουμε τα κουνούπια που ήταν σαν σύννεφα, με ένα ματσέτε στο χέρι κόβοντας θάμνους  δεξιά και αριστερά εγώ και το κορίτσι μου προχωρούσαμε,  μέχρι που  ξαφνικά  χάθηκε το μονοπάτι των μερμηγκιών.
Άρχισα να φοβάμαι, μήπως χαθούμε.  
-Α! δεν είναι τίποτα απλούστατα θα τα μάζεψαν οι ιθαγενείς για φαγητό, μου είπε.
Δεν την πίστεψα, εκεί πιο κάτω ακουγόταν η ροή  από ένα μικρό ποταμάκι, αμέσως ξεχάσαμε τα μυρμήγκια, βουτήξαμε στα κρυσταλλένια νερά του να δροσιστούμε.  Μαζέψαμε ξερόκλαδα για φωτιά  και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού, ο ήλιος έπαιζε κρυφτό με τις πράσινες κορφές των δένδρων έτοιμος να δύσει πίσω απ’ τον μακρινό ορίζοντα. Ταχύναμε τα βήματά μας μια και η τροπική νύχτα πέφτει απότομα,  όταν  μας έφραξε τον δρόμο  ένα πανύψηλο δένδρο, οι καρποί του κρέμονται σαν κολοκύθες, το κοίταζα με θαυμασμό,
-Να ένα αρτόδενδρο, φώναξα.
-Δεν είναι αρτόδενδρο αλλά είναι το στοιχειωμένο δένδρο  λέγετε  Χίκαρο και τους καρπούς του απαγορεύεται να τους κόψεις. Λέγετε  σύμφωνα με την μυθολογία των Μάγια ότι είναι φτιαγμένοι από νεκροκεφαλές, είπε το κορίτσι.
Έμεινα άναυδος!
Βιαστήκαμε να γυρίσουμε στην φωλιά μας πριν νυχτώσει πλεγμένη από φύλλα φοινικιάς, μακριά από τον κόσμο, από τα φώτα του πολιτισμού μας.
Εκεί στην συντροφικότητα της αγκαλιάς  ξεχασμένοι  και οι δυο στην ευτυχία μας,  περιμέναμε την ανατολή του ήλιου χωρίς σκέψεις, στενοχώριες, έγνοιες, λες και ήμασταν οι μοναδικοί κάτοικοι του πλανήτη γη.  
     

Ψαρεύοντας στο διαδίκτυο  βρήκα την εποχή συγκομιδής των μυρμηγκιών.
Μου έφερε στο νου τις πρωτόγνωρες  ευτυχισμένες στιγμές στη ζωή μου, αυτές που εξιστορώ πιο πάνω.   

Συνταγή μαγειρέματος μερμηγκιών.

Από βραδύς τα προετοιμάζουμε για ψήσιμο, τα καθαρίζουμε κόβουμε τα φτερά, τα πόδια και το κεφάλι,  αφήνοντας μόνο την κοιλιά και το στήθος. τα βάζουμε σε χυμό πράσινου  λεμονιού  να μουσκέψουν.
 Τα μυρμήγκια του Μάη θεωρούνται ένας παραδοσιακός μεζές των κατοίκων  της ορεινής περιοχής της Γουατεμάλας, αν και στην πραγματικότητα σερβίρονται  σε πολλές περιοχές, ειδικά κατά τη διάρκεια των βροχερών μηνών.

Τα μυρμήγκια καταναλώνονται σε μικρές ποσότητες και συνοδεύονται με πίτες καλαμποκίσιες και πράσινο μοσχολέμονο.

Αν και μπορούν να προκαλέσουν αηδία μεταξύ εκείνων που δεν τα έχουν δοκιμάσει, αυτοί που τα δοκίμασαν  μας βεβαιώνουν  ότι  όταν τα φας  μια φορά, προπαντός όταν είναι καλομαγειρεμένα, με λαχτάρα προσμένεις την επόμενη χρονιά να τα ξανά-φας.  

Λέγετε   ότι προκαλούν διάφορες βλάβες  σχετικά με την κατάποση αυτών των εντόμων, όμως είναι γιατί αγνοούμε τις θρεπτικές ιδιότητές των, αλλά η διατροφή τους είναι υγιεινή, μας λένε η κάτοικοι της πόλις του Τσιμαλτενάνγκο.
Οι ιδιότητες αυτών των ζωυφίων περιέχουν 33% υγρό, 20% πρωτεΐνη, 33% λίπος και 4% ίνες, σύμφωνα με τον Δρ. Miguel Ángel Car  χρονογράφο από το San Martin Jilotepeque, Chimaltenango.   

 Αυτά  τα έντομα προσελκύουν την προσοχή των παιδιών όπου παίζουν μαζί του τους  φημισμένους πολέμους, τσακωμούς   των μυρμηγκιών.

Σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν άρχιζαν οι βροχές τον Μάιο, εμφανιζόταν τα μυρμήγκια.  Αλλά σήμερα λόγω της κλιματικής αλλαγής εμφανίζονται στην επιφάνεια της γης τον Ιούνιο ή Ιούλιο

Πιο Κάτω το πρωτότυπο στα Ισπανικά από τη εφημερίδα της Γουατεμάλας Prensa Libre


Se preparan asados, se limpian y se les quitan las alas, patas y cabeza; solo se dejan el abdomen y el tórax. Una noche antes de consumirlos deben dejarse reposar en jugo de limón.
mer zompopos de mayo es una tradición del altiplano guatemalteco, aunque en la actualidad se sirven en varias regiones del país, sobre todo durante los meses lluviosos.
Los zompopos se comen en cantidades pequeñas y se acompañan con tortillas y limón.
Aunque pueden causar repulsión entre aquellos que no los han probado, quienes lo han hecho aseguran que bastará degustarlos una vez; eso sí, bien preparados, para que al siguiente año quieran volver a comerlos.
Se tienen diversos prejuicios sobre la ingesta de estos insectos, debido a que se desconocen sus propiedades nutritivas, pero comerlos es saludable, cuentan vecinos de Chimaltenango.
Estos pecualiares animales, contienen 33 por ciento de agua, 20 por ciento de proteína, 33 por ciento de grasa y 4 por ciento de fibra, afirma el médico Miguel Ángel Car, cronista de San Martín Jilotepeque, Chimaltenango.

Estos insectos también llaman la atención de los niños, ya que con ellos organizan las famosas peleas de zompopos.


Γαβριήλ  Παναγιωσούλης

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Δυο όψεις του νομίσματος







ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ  

6 Σεπτεμβρίου 2013 μια φθινοπωρινή μέρα ο καιρός είχε δροσίσει για καλά, είχα πάει για 3 μέρες έξω από τη πόλη σε χωριό, μου θύμισε τον τόπο που γεννήθηκα, νύχτα πια έξω στην χωματένια αυλή ανάψαμε φωτιά με κούτσουρα και άρχισα νε λέω παραμύθια στον εγγονό μου καθισμένοι δίπλα, δίπλα, όπως έκανε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρός στον τόπο που γεννήθηκα με μόνη μας συντροφιά  στη νυχτερινή ησυχία τις φλόγες και τις σπινθήρες από τα ξύλα  που καιγόταν.
Κάποτε όταν θα έχω φύγει θα μείνουν αυτές οι αναμνήσεις στον εγγονό μου, είναι προσγειωμένες, φτωχές, ανθρώπινες,   γεμάτες αγάπη.

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ

Είχε ξημερώσει μια Κυριακή ηλιόλουστη ημέρα ήταν η 8 Σεπτεμβρίου 2013, πρωινές ώρες ετοιμαζόμουν για την απογευματινή μας συνεδρίαση τα μέλη του Ελληνοαμερικανικού συλλόγου Λογοτεχνών   Νέα Υόρκης 
Ξαφνικά έτσι απότομα  όλα γύρω μου άρχισαν να χορεύουν, ένα χορό ξέφρενο, τρελό, αισθάνθηκα ότι η γη ολόκληρη ξεκόλλησε απ’ την τροχιά της κι έπεφτε στο κενό, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, συνεπαίρνοντας κι εμένα μαζί της.
 Μου φάνηκα  ότι στεκόμουν σε άλλον πλανήτη κι έβλεπα όλα πάνω στη γη, να χορεύουν, να χορεύουν μαζί μου. Ξάφνου λες  και άνοιξαν οι ουρανοί και με καταπλάκωσαν.  Έκλεισα τα μάτια  η καρδιά μου ξεκόλλησε και πήγε στο στομάχι  μια δυνατή ναυτία, νόμιζα ότι ήμουν σε πλεούμενο σκαφίδι κάπου στον ατλαντικό εν μέσω κυκλώνα όλα κουνιόταν δοκίμασα να πιαστώ από κάπου αδύνατον, καμιά ελπίδα, δεν άντεχα άλλο,  τότε έπεσα  πάνω σ’ ένα στρώμα στο κρεβάτι. Πρόλαβα και είδα τα δυο γυμνά μου πόδια κίτρινα σαν το φλουρί.
   
Σε δυο λεφτά κατέφθασε των πρώτων βοηθειών.
Με δέσανε με κάτι χρώματος πορτοκαλί τιράντες, και πήραμε δρόμο, δρόμο, δρόμο, όλα γύρω μου χόρευαν ακόμα και τα δένδρα. Μετά από τρεις μέρες στο βασίλειο του υπερπέραν  γύρισα στον δικό μας πλανήτη στη γη, στο σπίτι μου   αυτό που τώρα δεν χορεύει.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Καλό Μήνα, Ένας πράσινος μήνας



Πράσινο, πολύ πράσινο, τα φύλλα σαν ομπρέλες ένα ολόκληρο μπόι, οι καρποί γιγαντιαίοι, η παραγωγή υπερβαίνει την κατανάλωση, τουλάχιστον εποχιακά.
Το χώμα ευλογημένο, εύφορο, έδωσε εκ μέρους του τον καλλίτερο εαυτόν του για νε με παρηγορήσει μια και δεν πήγα στα πάτρια εδάφη. Λες και γνοιαζόταν να μου κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Να μην μου λείψει το φρέσκο το οργανικό. 

Εκτός από τις ντομάτες και αγγούρια έχουμε και κολοκυθάκια που όμως τα άφησα επίτηδες να μεγαλώσουν, για να τα φάμε σε  barbeque λες και είναι φυτική μπριζόλα. 

Τα κόβω φέτες τους βάζω αλάτι και πιπέρι «προαιρετικό είναι και λιγάκι ψιλοκομμένο σκόρδο» τα πασαλείφω μ’ ελαιόλαδο  και τα βάζω στη σχάρα μέχρι να ροδοκοκκινίσουν.


Καλωσορίσαμε λοιπόν τον καινούργιο μήνα Σεπτέμβρη, με μια συγκέντρωση φίλων όπου μια και είναι τριήμερη αργία 2 Σεπτεμβρίου “Labor day” όλοι είχαμε αρκετόν καιρό στην διάθεσή μας. Οι μεζέδες άφθονοι τα ποτά δροσιστικά, έρεε η κουμπαλίβρε και η μπύρα.   Εντυπωσίασαν   τα ψητά κολοκυθάκια τρυφερά, όπως και ήταν, πραγματικά νόστιμες οργανικές φυτικές μπριζόλες.   
Επιτέλους έκανα και κάτι πρωτότυπο δικό μου!!!

Σας ευχόμαστε λοιπόν σε όλους τους φίλους-ες επισκέπτες καλόν μήνα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

  

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Στην χώρα των Πελεκάνων



Κάποτε  αισθανόμουν ευτυχισμένος, με τα πιο απλά πράγματα, ήμουν το κέντρο του κόσμου, γύρω μου γυρνούσαν η αγάπη, ο έρωτας, η θαλπωρή, ακόμα και η φτώχεια.  Σήμερα  με την σκέψη μου γυρνώ στα χρόνια εκείνα και προσπαθώ να αντλήσω δύναμη ώστε να συνυπάρχω με τον ξένο πια εαυτόν μου.
Στην πιάτσα του λιμανιού των τροπικών τα ταξί αραδιασμένα στη σειρά, οι ταξιτζήδες κάτω απ’ την σκιά  των φοινικόδεντρων, περίμεναν πελάτες παρατηρώντας τους πελεκάνους που τεμπέλιαζαν σε διάφορα πλεούμενα.
Από μπροστά μας πέρασε η Αντουανέτα, με χαιρέτησε, περπατούσε με μια ανοιχτή ομπρέλα για να προστατευτεί από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου.  Πήγαινε στην πύλη του λιμανιού να μάθει νέα για το βαπόρι, σε αυτό που δούλευε ο Χιώτης ο μουστακαλής από την Καλιμασιά, ο φίλος της. Μαζί της κουβαλούσε κι έναν θηλυπρεπή νεαρό τον Νώε.   Και της έλεγε ο Χιώτης τι τον θες και τον κουβαλάς;
Ανένδοτη αυτή.
Η Οδέτη μια αδυνατούλα λιγνή σερβίριζε ποτά στους πελάτες του μπαρ ενός Ιταλού μετανάστη, εκεί στην προκυμαία,  ήταν τόσο αδύνατη που περπατούσε με σχεδόν κλειστά πόδια.  
Στο προαύλιο της πλατείας πιτσιρίκες με μίνι παίζανε μπάσκετ.
Η γυναίκα του Ιταλού πέρασε από δίπλα μας, κρατούσε δυο κοριτσάκια απ’ το χέρι,  πήγαιναν στην εκκλησία. 
Ο ξανθός λούστρος γιος μιας γυναίκας του μπαρ και νορβηγού ναυτικού  γυάλιζε τα παπούτσια του Ντον Πάντσο ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Ντελ Νόρτε χτυπώντας τα συμπράγκαλα του  στον ρυθμό της μουσικής που ακουγόταν από το μπαρ, που δούλευε η Οδέτη.
Ο γιατρός Ορτέγκα με παρέα πήγαιναν για το μεσημεριανό τους στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Ντελ Νόρτε αυτού με τα άσπρα τραπεζομάντιλα. Η μάνα έτρεχε ξυπόλητη να τον προλάβει να του μιλήσει  για το παιδί της που ψηνόταν στον  πυρετό, ο σερβιτόρος της έφραξε την πόρτα της είπε να περιμένει να τελειώσει το φαγητό του. Δεν  τον πρόλαβε βγήκαν από την πίσω πόρτα, μια βάρκα τους περίμενε, ανοίχτηκαν στο πέλαγος  για ψάρεμα. Η μάνα έφυγε κλαίγοντας. Το παιδί της πέθανε.   
Ο Αρτούρο Παπαδόπολο πέρασε από μπροστά μας καβάλα σε ποδήλατό, ήταν ναυτιλιακός πράκτορας, σε όλα τα βαπόρια αυτά που δεν ανήκαν στην United Fruit Co. Εκεί στην άκρη ήταν σταθμευμένο το ταξί του Καμπράλ, το είχε αφήσει  καθώς προσπαθούσε να επιδιορθώσει μηχανή μικρής λέμβου, όπου έκανε συγκοινωνία στο Μπελίζε. Αποτέλεσμα να κάνει έκρηξη και να τον σκοτώσει. 
Ο έλληνας πλοίαρχος του υπό Ελληνική σημαία ατμόπλοιου Σκίνος  φάνηκε να έρχεται σαν χαμένος, περπατούσε και κοίταζε από δω κι από εκεί. Ήταν ένας συμπαθητικός Υδραίος φαλακρός με κοιλίτσα Σαν έφτασε στην πιάτσα μας κοίταξε όλους και ρωτά. Ζητώ έναν ταξιτζή που μιλάει Ελληνικά.
Εγώ είμαι του λέω. Έβγαλε ένα επιφώνημα Α! φαίνεται δεν του έκανα εντύπωση.
Ξέρεις μου λέει με στέλνει ο ειρηνοδίκης της πόλης, θέλει να μιλήσει μαζί σου, να κανονίσουμε τις κινήσεις, μου κλέψανε από την πλώρη πολλά γαλόνια μπογιά, πήγα στην αστυνομία και το κατάγγειλα, αυτοί έπιασαν τον νυκτοφύλακα του βαποριού, τον Γιώργη απ’ την Ιθάκη και τον έβαλαν φυλακή. Το βαπόρι μου «σπατσάρει»  τα μεσάνυχτα εγώ δεν φεύγω χωρίς τον άνθρωπό μου.   Πάμε του είπα  ξέρω ότι τέτοια ώρα είναι στον μόλο και ψαρεύει, συναγωνίζεται   τους πελεκάνους, αυτούς που φαίνονται  στο βάθος.  Μετά από ανταλλαγή απόψεων  βρέθηκε μια απλή λύση: ο  καπετάνιος θα έπρεπε να πάει στην αστυνομία ν’ αναιρέσει την κλοπή, έπρεπε να τρέξει,  γι’ αυτό χρειάστηκαν το ταξί μου, οι υπηρεσίες μου ως διερμηνέας ώστε να λαδωθούν άμεσα τα γρανάζια της γραφειοκρατίας. Με δηλώσεις υπογραφές σφραγίδες λες και άλλαζε κυβέρνηση του κράτους, εν τω μεταξύ είχε νυχτώσει.
Ώ του θαύματος ο ναύτης από την Ιθάκη αφέθη ελεύθερος να γυρίσει στο βαπόρι.  
Ο ταξιτζής Κλίφορδ με ένα τεράστιο πλύμουθ μετανάστης από την Τζαμάικα, δεν κατάλαβε, είδε την κίνηση,  νόμισε ότι θα υπάρξει τίποτε λαθρεμπόριο, πήγε και ειδοποίησε την αστυνομία.           
Αμέσως η πιάτσα γέμισε μυστικούς, αυτούς με τα πολιτικά, έψαχνα να βρουν κάτι οτιδήποτε για να ζητήσουν μερτικό και  συγκεκριμένα ζητούσαν να βρουν εμένα. Με ειδοποίησε φίλος ταξιτζής να μην ροβολήσω προς τα εκεί.
Με το πέσιμο της νύχτας στις 9 η ώρα  η μπάντα του δήμου θα ερχόταν στο κέντρο της πλατείας  πάνω σε ειδικό κατασκευασμένο κυκλικό κουβούκλιο να παίξει ισπανική μουσική, τα κορίτσια να φέρνουν βόλτα γύρω, γύρω και τ’ αγόρια από την αντίθετη πλευρά. Αυτή την βραδιά δεν θα παρακολουθούσα την παράσταση, είχαν συμβεί τόσα πολλά σε μια μέρα ώστε με το που αφέθη ελεύθερος ο ναυτικός θα ήταν περίπου 11 νύχτα, πήγα σπίτι ξάπλωσα στην αιώρα που ήταν στην βεράντα, εκεί την ησυχία της νύχτας τάραξαν τρεις συνεχόμενες σφυριξές του βαποριού που αποχαιρετούσε το λιμάνι με του πελεκάνους, τους ανθρώπους του, ακόμα και τους κερδισμένους κλέφτες, κοίταξα το ρολόι, ήταν ακριβώς μεσάνυχτα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης










Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Με βήμα Χελώνας


O άνθρωπος  γεννιέται δεν φτιάχνεται, ναι μεν το περιβάλλον όπου ζει του διαμορφώνει κάπως τον χαρακτήρα ώστε να μπορεί να επιζεί στα ξένα, αλλά κατά βάθος ο χαρακτήρας του μένει αναλλοίωτος έτσι όπως γεννήθηκε.
Οι περισσότεροι που φύγαμε από την Ελλάδα μετά την λήξη του πολέμου η πρωταρχική μας ανάγκη ήταν να χορτάσουμε ψωμί, για άλλους το ταξίδι ήταν μια «σπεραντζάδα»  του Ατλαντικού με το υπερωκεάνιο, «τυχεροί αυτοί είχαν μπάρμπα στην Κορώνη» για άλλους ήταν μια Οδύσσεια σα να ήταν   ιστιοφόρο σκάφος που κράτησε πολλά, πολλά χρόνια.   Τα  σχολεία και η μόρφωση μια πολυτέλεια που θα ερχόταν μετά κι αφότου θα μονιμοποιούμαστε σε κάποιο κράτος. Πότε; Μόνο  ο Θεός το ξέρει.
Άλλοι τα κατάφεραν έγιναν επιστήμονες, άλλοι και είναι οι περισσότεροι ξεμπρατσώθηκαν στην δουλειά βοήθησαν τους έχοντας ανάγκη πίσω στην πατρίδα, κατάφεραν και ίδρυσαν επιχειρήσεις, κοινοτικές αίθουσες ακόμη και ναούς,  που καιρός για σπουδές, που καιρός για γράμματα, έμειναν έτσι στη ζωή απολαμβάνοντας τα αγαθά των κόπων τους.
Όμως όταν ο άνθρωπος είναι ανήσυχος, όταν  έχει μέσα του από την γέννησή του το μικρόβιο  της γραφής, το να εξιστορεί όπως αυτός βλέπει την κοινωνία, τον κόσμο, το να λαχταρά να εξωτερικεύει τις σκέψεις του, να παρακολουθεί μια μύγα που πετάει, να μετρά τις σταγόνες της βροχής, να διαβάζει ώρες ολόκληρες απορροφημένος τις κιτρινισμένες σελίδες κλασικών, εκεί μέσα βρίσκει την ζωή του, είναι το χόμπι του, το είναι του.
Μέσα στην ομογένεια της Αμερικής υπάρχουν κάθε είδους διαφορετικοί άνθρωποι, έχουν μόνο ένα κοινό, ότι προέρχονται όλοι από την Ελλάδα.
Μετά από αυτό ο κάθε ένας τραβά τον δρόμο του, άλλος πηγαίνει στην εκκλησία κάθε μέρα και κάνει μετάνοιες, άλλος μετρά τα χρήματά του, άλλος τραγουδά στα μπουζούκια, άλλος φορά γραβάτες και κουστούμια με μάρκες και κάνει επίδειξη, άλλος γράφει αυτά που νομίζει ότι αντιπροσωπεύουν τον εαυτόν του, πάντα σύμφωνα με το παρελθόν του, ή το πιστεύω του, άλλος είναι επαγγελματίας γραφιάς, δημοσιογράφος, ρεπόρτερ  και άλλος εξασκείται με το να βλέπει τι γράφουν οι άλλοι και να χύνει αυτό που έχει άφθονο η έχιδνα. Και το χειρότερο υπάρχουν ανίδεοι που χειροκροτούν για το πλούσιο  λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί η ζηλοφθονία.      
Μετά από και αφού τα χρόνια πέρασαν η ομογένεια συρρικνώνεται, οι πρωτοπόροι βαίνουν προς τόπο χλοερό, όσοι απέμειναν είναι ελεύθεροι να εκφράζονται όπως αυτοί ξέρουν, είναι κάτι που δεν το βλέπει κανένας, οι εναπομείναντες     πρέπει να το χωνέψουν και να ζητωκραυγάσουν ένα εύγε στην διαφορετικότητα, στο ότι δεν είμαστε όλοι οι ίδιοι, αν ήμασταν απόφοιτοι του πανεπιστημίου θα καθόμασταν στην Ελλάδα και σήμερα θα ήμασταν δημόσιοι υπάλληλοι σε ένα σάπιο σύστημα. 


Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

          

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Το κλειδί.


Έτσι για να διαβάσουμε και κάτι, όχι μόνο φωτογραφίες!  

                         Το κλειδί

Κρεμόσουν  από μια κλειδαριά σκουριασμένο,  σε λυπήθηκα, τέτοια αφοσίωση! 
Φτωχό μου κλειδί σου έχουν φύγει και τα δόντια, δεν ανοίγεις ούτε κλείνεις  παραδείσους.  Θυμάσαι  τα όνειρα που κάναμε μαζί όταν σ’ έκρυβα κάτω απ’ το κεραμίδι για να μη σε χάσω, τώρα κρέμεσαι σαν πεθαμένο  απ’ της πόρτας  μου την κλειδαριά, αυτή  που κάποτε  άνοιγες ανυπομονώντας να μου προσφέρεις τη θαλπωρή της αγάπης της ευτυχίας. Σκούριασες να με περιμένεις, η κλειδαριά γέμισε αράχνες,  σάπισε η πόρτα, έφυγε και η θαλπωρή, πέταξε η αγάπη, τα όνειρα σβήστηκαν,  γέμισες σκουριασμένες ρυτίδες κι εσύ επιμένεις εκεί πιστό  να εξακολουθείς να με περιμένεις;  Μα  δεν ξέρεις ότι   στην τελευταία μας  κατοικία δε βάζουν  κλειδί;   Δεν σε χρειάζομαι  πια, έλα μην κλαις έτσι είναι ο χρόνος είναι ο κυρίαρχος των πάντων, αυτός σε σκούριασε, κι εσένα κι εμένα.  Πέταξε ο χρόνος, έφυγαν τα χρόνια,  ήρθαν κι αυτοί οι ‘μάστορες’, αυτοί που κατάλαβαν την ανησυχία της ανθρώπινης ψυχής, φτιάξανε θρησκείες  μας τις σερβίρανε,  διαλέγεις και παίρνεις σύμφωνα με το ότι  σου αρέσει, με ότι εσύ προτιμάς την τάδε ή τη δείνα έτσι για να ικανοποιήσεις ένα εσωτερικό σου κόσμο ο οποίος ψάχνει για αιωνιότητα, αμφιβάλει και φοβάται.
Διαβάζεις  τα βιβλία της κάθε μιας θρησκείας, τις υποσχέσεις τους, ακούς  τα κηρύγματα των προφητών τους,  οι περισσότεροι σου υπόσχονται μια θέση σε ένα μελλοντικό φανταστικό υπερπέραν, το παράδοξο είναι ότι ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν αυτόν τον κόσμο κανένας δεν πήγε και γύρισε. Αισθάνεσαι τον χρόνο που τρέχει, ψηλαφίζεις τη φθορά του. Όμως γεννιέσαι ελεύθερος.   Όταν γεννιέσαι  άλλοι αποφασίζουν για σένα. Μετά πάει έχασες την ελευθερία σου. Μπαίνεις σε ένα λούκι που άλλοι έσκαψαν, η παράδοση και η  τιμή της σκέψεις, σε κρατούν δεμένο,  πληρώνεις για να μπορείς να εξασκείς  το ότι πιστεύεις, αυτό που σου έμαθαν,  είναι για να ζήσουν αυτοί που διδάσκουν τις θρησκείες, όχι δεν είναι χαρισμένες από μια ουράνιο δύναμη αλλά man made,  είναι business.  Έλα  κατάλαβέ το, μην κλαις αγαπημένο μου κλειδί,  υπάρχει η αρχή και το τέλος, όλοι προσπαθούμε να μην φτάσει το τέλος ο κάθε ένας μας χωριστά, έλα όμως που η φθορά του  χρόνου δεν   συγχωρεί, η μητέρα γη ανυπομονεί. Υπάρχει  και η ερώτηση, τότε γιατί γεννηθήκαμε ποιος ο σκοπός μας; Μα και γιατί εφόσον όταν ωριμάσουμε πιο σοφοί γεμάτοι πείρα, να φεύγουμε; Όταν γεννιέται το ανθρώπινο γένος είναι σαν να γεννιέται για πρώτη φορά; Σα να μην ξέρει τίποτα, αθώο;
Ξέρεις αγαπημένο μου κλειδί σκέφτομαι και  με έχει νικήσει  η σκέψη,  η μητέρα γη κάνει ανακύκλωση των προϊόντων της σε συμφωνία με το χρόνο που μας φθείρει,   ο οποίος είναι κι αυτός συνέταιρος της,  την διατάζει… Εμείς, εσύ κι εγώ είμαστε προϊόντα της μητέρας γης. Έτσι είναι φτωχό μου κλειδί δεν υπάρχει πια η κλειδαριά σου, μόνο η θύμηση της. Αυτή  που μας φύλαγε τη νύχτα απ’ τους κλέφτες, τα κοράκια,  τ’ άγρια τα  ζώα και απ’ τους άλλους  ανθρώπους. Σκούριασες και συ  που μας κλείδωνες στη σιγουριά μες το μαύρο το σκοτάδι, αυτό πού -άπλωνε η νύχτα μαζί με τα στοιχειά της,  καλικάντζαρους και άλλα.  Έχε γεια!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

The Philosopher

Μπαϊλντισμένος από μια Αυγουστιάτικη ζέστη από τη μια, από τη άλλη με μια αποκαρδιωτική μοναξιά, ζητώντας μια στάλα δροσιάς, ένα αποκούμπι, ακόμα κι ένα ενθαρρυντικό ανθρώπινο χαμόγελο, ή έστω και μια συντροφιά, περπατώντας στις όχθες του ποταμού, στάθηκα κάτω από ένα δένδρο ν’ αναπνεύσω.   Μ’ έπνιγε η ζέστη, μια ποταμίσια άπνοια βασίλευε λες κι ερχόταν το τέλος του κόσμου, σα να ήταν η πύλη του Αχέροντα, που όμως δεν ήταν.


Τράβηξα την προσοχή κάποιας γνωστής μου περαστικής η οποία εν αγνοία μου με φωτογράφισε, μου  έστειλε την φωτογραφία e-mail, με  την λεζάντα:
The  philosopher.
Τι άλλο να πω! Τα λόγια περισσεύουν!  
Να έχετε όλοι σας καλό δεκαπενταύγουστο, εδώ  δεν υπάρχει, όλες οι μέρες είναι ίδιες.  

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

   

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Νέος Κόσμος




Σε αυτή την έπαυλη που φαίνεται στο βάθος έμεινα φιλοξενούμενος 120 μέρες 1951-52
  

Εδώ στη πέρα του Ατλαντικού χώρα, στον Νέο Κόσμο όπως παλιά λέγανε την Αμερικανική ήπειρο,  στην πόλη της Νέα Υόρκης, μια πολύχρωμη πόλη όπου ζω και υπαρχω, μια πόλη όπου οι κάτοικοί της απαρτίζονται από εκατοντάδες  εθνικότητες, εκεί όπου  οι γειτονιές χρωματίζονται ανάλογα με του κατοίκους της. 

                                                    Γιαγιά & εγγονός
Σε  μια πόλη όπου τα μεγαθήρια ουρανοξύστες, συνυπάρχουν με την ατίθαση  βλάστηση, όπου ευδοκιμούν ότι και να σπείρεις,   από λουλούδια μέχρι φρούτα και λαχανικά.

                                             Το πράσινο

Μια αντίθεση τσιμέντου και πράσινου, ποταμών και θάλασσας,   από όπου σας παραθέτω μερικές φωτογραφίες της ζωής του σήμερα, καλοκαίρι 2013.
                                                           Τρεις γενιές 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης