Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Η Λαμπρή, Το Πάσχα, Η Κοινωνία:


Η μάνα μας είχε μάθει, τη μεγάλη εβδομάδα θα πηγαίναμε στην εκκλησία, την μεγάλη Πέμπτη θα ακούγαμε τα 12 ευαγγέλια, από νωρίς μαζεύαμε κληματόβεργες, ολόκληρα δεμάτια, τα στήναμε σαν πυραμίδα, στην κορυφή βάζαμε το ομοίωμα του Ιούδα, τη νύχτα βάζαμε φωτιά «καίγαμε τον Ιούδα» έξω από την εκκλησία. Την μεγάλη Παρασκευή η περιφορά του Επιταφίου, τα κορίτσια έψαλλαν Η ζωή εν τάφω…, ‘Ω γλυκύ μου έαρ…’

Κρατώντας κεριά, στους κατασκότεινους δρόμους του χωριού, αφού δεν υπήρχε ηλεκτρισμός… τη νύχτα πριν την ανάσταση τρέχαμε μαζεύαμε μπαρούτι, (από Ιταλικά Λάφυρα) από τα φυσίγγια βγάζαμε τις σφαίρες, παίρναμε την μπαρούτι, με μια πέτρα κοπανίζαμε γύρω, γύρω το φυσίγγιο να βγει το καψούλι, τα εσκάγαμε με πέτρες, μετά η μπαρούτη άφθονη, σε ότι σχήμα και χρώμα ήθελες, από χειροβομβίδες, από οβίδες κανονιών, από σφαίρες. Ήταν ένα στοίχημα ανάμεσά μας το ποιος θα κάνει τη μεγαλύτερη έκρηξη, πολλά παιδιά τραυματίστηκαν για πάντα. Μετά θα σηκωνόμαστε πρωί, πρωί να μεταλάβουμε. Ήταν Λαμπρή.

Το τραπέζι στο χωριό φτωχικό, συνήθως στην τσερέπα (γάστρα) αν υπήρχε κάνα κομμάτι γίδα, κάνα κουνέλι. Όχι δεν θυμάμαι ποτέ να ψήναμε αρνί, ίσως η ανέχεια, αλλά ούτε και κανένας στο χωριό μας.
Μα αυτός ο συνεχής πόλεμος, είχε εμψυχώσει τον κόσμο σε ένα θρησκευτικό φανατισμό. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο, εσύ, εγώ, η πείνα, το δρεπάνι του θανάτου, οι πέτρες και η εκκλησία.
Μετά ο εμφύλιος, πού κουράγιο για εορτές, για Πάσχα, μετά ήρθε η θάλασσα, 14 χρόνια σε ποντοπόρα πλοία, τη μια ήσουνα στον Ινδικό ωκεανό, την άλλη στον Ειρηνικό, ή στον Ατλαντικό, δεν κρατούσαμε θρησκευτικό ημερολόγιο, μέσα στα πολυεθνικά πληρώματα. Μετά στην Λατινική Αμερική, εργαζόμουν με το ταξί κουβαλούσα επισκέπτες στη γαλάζια λίμνη και στις ακροθαλασσιές για μπάνια, για να γιορτάσουνε το Πάσχα τους τρώγοντα θαλασσινά, ψάρια.

Κάποτε ήρθα στη Νέα Υόρκη επισκέπτης, είχαν περάσει 20 χρόνια αφότου δεν είχα δει λαμπρή. Γνώριζα φίλο Κεφαλλονίτη, είμαστε μαζί στα βαπόρια. Με φιλοξένησε, ήταν Απρίλης, η θεια του μια βέρα Κεφαλλονίτισσα μαζί με τον άνδρα της και κόρη της και άλλη μια οικογένεια κύπριους μου επεφύλαξαν μια έκπληξη, πήγαμε σε πάρκο κι έψησαν αρνί στη σούβλα, εκεί στην εξοχή γιόρτασα το πρώτο Πάσχα αλά Ελληνικά.

Πριν μερικά χρόνια πήγα στο Αργοστόλι, υπολόγιζα θα κάναμε Πάσχα εκκλησία, κόκκινα αυγά, όλοι μαζί.

Τα μεσάνυχτα ακριβώς συγυρίστηκαν με τα καλά τους βγήκαμε για βόλτα στην πλατεία για να πιούμε κάτι σε μπαρ ή καφετέρια, έγινε η συνάντηση, με αυτούς που απαρτίζουν την κοινωνία, μας είδαν, τους είδαμε, χειραψίες, Χριστός Ανέστη, Aαληθώς ο Κύριος. Περίμενα να δω τα έθιμα να ξαναζούν, το φταίξιμο δικό μου, έμεινα έτσι όπως έφυγα χωριάτης, αγροίκος.
Έμεινα να ψάχνω για τη χαμένη της μάνας μου στοργική αγάπη, την πίστη της, την ευλάβειά της σε κάθε τι το θρησκευτικό, την ανικανοποίητη νοσταλγία μου τυλιγμένα στου λιβανιού τη μυρωδιά να με αγκαλιάζουν με τους καπνούς από τα κεριά του πολυελαίου που έσβηνε το τριγωνικό καπέλο του καντηλανάφτη, και τις ψαλμωδίες του Χριστός Ανέστη να πετά η θύμηση μου, έτσι αθώα όπως τότε στον ουρανό. Όμως δεν βρήκα τίποτα, η ομίχλη της φθοράς του χρόνου, η λησμονιά, τα είχε καλύψει όλα.

Φταίω εγώ που δεν άλλαξα, γύρισα έτσι όπως γεννήθηκα, αυτοί που έμειναν προόδεψαν, συγχρονίστηκαν στους μοντέρνους καιρούς.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης









Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Μια φορά κι έναν καιρό

Επιστολή δημοσιευμένη στην Ελληνική εφημερίδα Νέας Υόρκης, Εθνικός Κήρυξ, έκδοση Σαββατοκύριακου 20-21 Μαρτίου 2010


Μια φορά κι έναν καιρό, έτσι αρχίζουν πάντα τα παραμύθια και οι αθώοι ακροατές, σε αυτή την περίπτωση οι έλληνες με ανοιχτό τον στόμα περίμεναν τη συνέχεια. Πίστευαν λοιπόν στο παραμύθι ότι, όταν μπει η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα σιγουρευτούν τα σύνορά μας, μια και θα έχουμε τις πλάτες των Γερμανών ή και των άλλων εταίρων μας της Ε. Ε. δηλαδή οι γείτονές θα φοβόταν και θα σταματούσαν τις παραβιάσεις εναέριες ή και από θαλάσσης.

Έτσι όταν μπήκαμε μας έδωσαν επιδοτήσεις για την αγροτιά μας, για την κτηνοτροφία, για κοινωνικά έργα, διανοίξεις οδών, δρόμων, αλλά τότε κυριάρχησε όχι η φιλοπατρία, ούτε το κοινό καλό, αλλά ένας πρωτόγονος ατομικός δρομέας πλουτισμού από τους έχοντες τα ηνία λες και η χώρα βρισκότανε υπό ξένη κατοχή μια διαφθορά, με ψεύτικες δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων, ξέχασαν τα εθνικά θέματα, καλέ η κόκκινη σημαία με την ημισέληνο έφτασε απέναντι απ το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, αλλά πάλι, σκεφτείτε ίσως να ήταν αρχαιολάτρες και ήρθαν να θαυμάσουν, να πάρουν φωτογραφία τον αρχαίο ναό.

Η απότομη αυτή αλλαγή στον εύκολο δανεισμό, χωρίς πολλές φορές να υπάρχουν υποθήκες έφερε έναν ανήθικο ωχαδερφισμό, μια διαφθορά από τους έχοντας και κατέχοντας, με την φιλοσοφία ας περνάω εγώ καλά σήμερα και άσε την πατρίδα, αυτή είναι για τους κουτούς. Και διερωτώμαι, άρα τι άλλο πρέπει να συμβεί ώστε ο έλληνας να πάψει να είναι αφελής;

Πότε επιτέλους θα πιστέψει ότι το μέλλον και η ελευθερία του ιδίου, η ακεραιότητα της Ελλάδας, είναι μόνο στα χέρια του. Οι υπόλοιποι παίζουν ο κάθε ένας το παιχνίδι του, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.

Θα πρέπει να παραδειγματιζόμαστε από τα τόσα πολλά χρόνια που υποφέραμε υπό ξένη κατοχή, χιλιάδες τα χρόνια, ο αφελληνισμός των κατοίκων της χερσονήσου του Αίμου κράτησε πολλούς αιώνες, είμαστε καινούργιο κράτος μας λείπει η πίστη στην πατρίδα, η φιλοπατρία πρώτα και μετά η ατομική μας καλοπέραση.
Μπήκαμε στο ευρώ, πάψαμε να δουλεύουμε, οι χειρονακτικές εργασίες ακατάδεχτες, τις δώσαμε σε αλλοδαπούς, το κεφάλαιο θέριευε, τα μπαρ, τα ουίσκι, τα αμάξια, τα καταναλωτικά δάνεια πλήθυναν,

Αποτέλεσμα λέτε να χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα και την εδαφική μας κυριαρχία; Μετά, όσο έρανο και να κάνουν οι έλληνες του εξωτερικού για να βοηθήσουν την πατρίδα όλα τα χρήματα θα πάνε για την ξένα επιτόκια. Άρα μηδέν εις το πηλίκο. Τουλάχιστον ας μας γίνει μάθημα για τα επόμενα κακά που μας έρχονται, όπως η εδαφική αμφισβήτηση της εθνικής μας κυριαρχίας, και να εδραιωθεί ένα πιστεύω ότι μόνο στα ελληνικά μπράτσα πρέπει να βασίζεται η πατρίδα, το έθνος.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,
Μπρονξ
ΝΥ

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Ιονικές Δραχμές...







1941-1943

Μετά από την κατάλυση του ελληνικού έθνους από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία πριν από δυο χιλιάδες και χρόνια, μετά από τον συνεχή εποικισμό των Ιόνιων νησιών από Νορμανδούς, Βενετούς, Βυζαντινούς, Γάλλους, Ρώσους, Τούρκους, Άγγλους, στην σημερινή σύγχρονη εποχή πάλι είχαμε μια Ιταλική προσπάθεια, να τα αποκόψουν από τον κύριο κορμό της Ελλάδας, στην αρχή του Β! παγκοσμίου πολέμου, 1941-1943.

Ήταν μια εποχή όχι πολύ μακρινή, μια εποχή που ήμουνα παιδάκι, έτσι θυμούμαι τον Ιταλικό στρατό κατοχής, μας είχαν επιτάξει ένα από τα σπίτια μας, στα Μαρκάτα καθώς και των άλλων γειτόνων. Εκεί γνώρισα τους μελανολοχίτες στα μαύρα ντυμένοι επίλεκτοι του Μουσολίνι, τους Φιναντσέρους στα πράσινα με ένα φτερό στο κράνος, λες και ήταν κοκόρια. Τον μοτοσικλετιστή Βιόλα με την μπλε στολή του, είναι αυτός που μου πέταξε μια πέτρα όταν ανεβασμένος στη λιθιά του δικού μας σπιτιού λιγούρευα που άνοιγε μια κονσέρβα κρέας, κοίταζα έναν παπά με ένα πλατύγυρο καπέλο από όπου κρεμόταν μια κίτρινη κορδέλα. Γυναίκες με βαμμένα χείλη και τσιγάρο. Μετά αυτή τη γυναίκα που ήρθε μόνο μια φορά και μας μοίρασε σταφιδόψωμο σε όλα τα παιδάκια του σχολείου, για κάποια Ιταλική επέτειο που δεν θυμάμαι. Μετά το δελτίο των Ιταλών 2 ουγγιές καλαμποκίσιο αλεύρι πικρό λέγανε ότι είχε βραχεί από θάλασσα. Έκοψαν ένα ψηλό κυπαρίσσι κι επάνω ύψωσαν την ιταλική σημαία, σε ένα ύψωμα στα Μαρκάτα με το όνομα αβιζανιά, με το πέσιμο του ήλιου μια ομάδα από αυτούς περνούσε από μπροστά μας παρουσίαζαν όπλα κατέβαζαν και δίπλωναν την σημαία τους. Εμείς τα παιδιά τρέχαμε από πίσω τους χαζεύοντάς τους.

Τα Επτάνησα τα ήθελαν οι Ιταλοί για τον εαυτόν τους, έτσι μας εκδώσαν χαρτονομίσματα μόνο για τα Ιόνια νησιά.

Το σχολείο μας το όνομά του γραμμένο Ιταλικά, δίπλα ελληνικά. Μερικά από αυτά τα χαρτονομίσματα τα κρατώ ακόμα στα χέρια μου, είναι αυτά που κατά κάποιον τρόπο εκτός από την ανέχεια και πείνα μαρκάρισαν και την παιδική μου ηλικία.
Όταν έφυγα τα φύλαξα, όχι για να τιμήσω τους κατακτητές αλλά γιατί ήταν μια μαρτυρία σκλαβιάς και δυστυχίας που αναθραφήκαμε ως Έλληνες, ανάμεσα σε δυο εχθρούς που μάλωναν αναμεταξύ τους με αποτέλεσμα οι Γερμανοί στο νησί να δολοφονήσουν άνω των 10.000 ιταλών.

Έτσι κονομήσαμε εμείς οι αυτόχθονες κεφαλλονίτες εκτός από τα χιλιάδες ιταλικά κουφάρια που γέμισαν τα ξεροπήγαδα, ιταλικές χλαίνες, αντίσκηνα, κράνη, μπαλάσκες, κάναμε παπούτσια, μα και μπαρούτι για προσάναμμα, από οβίδες κανονιών σε διάφορα σχέδια, όπλα, δεσμίδες σφαίρες, καραμπίνες κοντές, μάλινχερ, χειροβομβίδες, όλμους, ήταν τότε που η Ελλάδα ως κράτος είχε εξαφανιστεί.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Ο Φοίνικας, Ειρηνικός Ωκεανός

Ένας Φοίνικας στον Ειρηνικό Ωκεανό.

Όχι άνθρωπέ μου, όχι δεν μας ενδιαφέρουν τα βιβλία σου, οι ατομικές σου ιστορίες, όλοι μας έχουμε ο καθένας τις δικές του, άντε λοιπόν να γράψεις καμιά νουβέλα, να δακρύσει κάνα γυναικείο μάτι, να τις πουλήσεις βρε αδερφέ, να κάνεις και χαρτζιλίκι.

Μα κυρία μου εγώ δεν γράφω ατομικές ιστορίες απλώς παρατηρώ την ανθρώπινη συμπεριφορά, μετρώ τα φτερουγίσματα της μύγας πριν πιθώσει τα’ αυγά της, σ’ ένα ώριμο σύκο, ακολουθώ το μονοπάτι των μερμηγκιών, παρατηρώ τα κομμένα φύλλα των δένδρων, σκοτώνω την μοναξιά μου με το να ονειρεύομαι, αναζητώ αυτό που ο πολύς κόσμος δεν καταλαβαίνει. Ένα ξεφύλλισμα μαργαρίτας, μια κόκκινη παπαρούνα, ένα μπουμπούκι που ανοίγει, μια μυρωδιά καμένου ξύλου, ένα καπνό από καπνοδόχο, όχι δεν πρόκειται να εκλεχθεί ο πάπας αλλά ένα φαγητό από τσουκάλι με σπιτίσια γεύση. Μια τσίγκινη σκεπή που ν’ ακούγεται η βροχή, εκεί όπου υπάρχει ένας κρυφός πόθος, μια ματιά, έναν άγγελο κάτω στη γη. Μα κι αυτή η μοναξιά πόσο με απομονώνει, θεέ μου, τόσο ακατανόητος είμαι; Αν το χαρτί είχε ψυχή θα ήταν μουσκεμένο, αλλά αυτό με γνωρίζει αγαντάρει ότι και να του βάλω, πάλι, δεν ξέρω λέτε να έχει ψυχή; Μετά, μοιάζει με καθρέφτη, ένα χαρτί που πάνω του καθρεφτίζεσαι, όχι, οι άλλοι δεν το βλέπουν αλλά εσύ το κοιτάς και αναγνωρίζεις τον άνθρωπο ο οποίος είναι ο εαυτός σου, φτάνει πια, το πρωτότυπο έγινε ατομικό.

Το ξέσπασμα της μοναξιάς μου κουρελιασμένο, τυλιγμένο σε μια κόλα χαρτί, θεέ μου οι τόσοι και τόσοι άνθρωποι που κάναμε παρέα, οι δεκάδες, οι εκατοντάδες, χάθηκαν, φύγανε, η τσίγκινη σκεπή ερήμωσε, συνεπαίρνοντας και τους αγγέλους κι εγώ κάθε στιγμή αισθάνομαι τους αόρατους ανθρώπους, που μόνο στην φαντασία μου έχουν μείνει, παρέα με αυτούς σαν φοίνικας ξανάρχομαι στη ζωή και τότε μαζευόμαστε πολλοί. Όχι, επιμένω, όχι, μόνο η πένα και το χέρι που την κινεί είναι ατομικά, τα γεννοβολήματα της, μαζικά, πρωτότυπα, ανθρώπινα, παγκόσμια…

Χιλή- Ειρηνικός Ωκεανός:

Ένα καΐκι μας περίμενε στα ανοιχτά του Ειρηνικού ωκεανού, η θάλασσα μπουνάτσα, ήταν περασμένα μεσάνυχτα, τα φανάρια πορείας αναμμένα, το καΐκι μας διπλάρωσε η μηχανή του βαποριού μας, έκανε αργά. Αμέσως πήδησαν μέσα άνθρωποι φαινόταν άγριοι έμοιαζαν με πειρατές. Φορούσαν παπούτσια πάνινα δεν έκαναν καθόλου θόρυβο.
Ο ναύτης της βάρδιας 12-4 ήταν κι αυτός μέρος της 'παρέας' ήρθε στο δωμάτιό μου και με ξύπνησε, πήρα τα κλειδιά στο χέρι κι άνοιξα το τράνζιτο δηλαδή το δωμάτιο με τα τσιγάρα. Αναγκαστικά μου είπαν το σχέδιο τους και σε εμένα μια και ήμουνα ο υπεύθυνος τροφοδοσίας. Κάναμε ταξίδια ανάμεσα Χιλή και κόλπο του Μεξικού Νέα Ορλεάνη. Η Εταιρία που είχε ναυλώσει το βαπόρι ήταν η Χιλιανή Sudamericana de vapores.
Για να κρατήσω την εχεμύθειά μου, μου δώρισαν 150 χαρτόνια, ο καπετάνιος απ’ τη γέφυρα παρακολουθούσε, μια και ήταν ο αρχηγός. Η ‘συμμορία’ καταγόταν όλοι από την Κόρινθο. Ο καπετάνιος, ο υποπλοίαρχος κι ένας ναύτης, ο οποίος όταν άλλαξε βαπόρι έπεσε στο αμπάρι από ανοιχτή μπουκαπόρτα και σκοτώθηκε, ο πλοίαρχος μόλις φτάσαμε στο λιμάνι τον περίμενε αντικαταστάτης, ο υποπλοίαρχος ξεμπαρκάρισε, εγώ έμεινα μέχρι σήμερα και σα φοίνικας ξαναζώ τις στιγμές εκείνες…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Η αόρατη αυτοκρατορία της Γερμανίας

Η παρούσα επιστολή δημοσιεύθει στην εφημερίδα Νέας Υόρκης Εθνικός Κήρυξ την 8η Μαρτίου 2010
* * *

Είμαι ένας απλός μετανάστης, ένας από τους πολλούς που είχαν φύγει από την πατρίδα, ήταν μια εποχή που οι άλλες πατρίδες τάιζαν τους σκύλους με λουκάνικα κι εμείς δεν είχαμε ούτε ψωμί. Γράφω το παρόν από αγάπη για την πατρίδα που μας γέννησε.

Βλέποντας τη σημερινή κατάσταση άθελά μου έριξα μια ματιά στο παρελθόν, ακριβώς πριν τον παγκόσμιο πόλεμο τότε που στην Ελλάδα κυριαρχούσε το κρατικό μονοπώλιο στο αλάτι, στο πετρέλαιο, στα σπίρτα, που με τα έσοδά τους πληρωνόταν το ελληνικό χρέος, που του είχαν επιβάλλει, οι ξένες δυνάμεις.

Σήμερα η Γερμανία, ξανά δημιουργεί μια αόρατη αυτοκρατορία με το να σέρνει το άρμα των χωρών του ευρωπαϊκού νομίσματος, χωρίς όμως να υπολογίσει ότι μέσα σε αυτή την Ένωση μπήκαν χώρες με δυο ταχύτητες, η μία νυσταλέα, προϊόν καλοπέρασης, ωχαδερφισμού, πολιτικής του άσε κι αύριο και η άλλη μεθοδική, παραγωγική προγραμματισμένη.
Η φυσική εξέλιξη ήταν η σύγκρουση, η ταπείνωση των ελλήνων με το να τους επιβάλλουν παρατηρητές, πάνω απ το κεφάλι τους, να παίζονται κερδοσκοπικά παιχνίδια εις βάρος τους και όχι μόνο αλλά και ο λαός να διαμαρτύρεται στους δρόμους, εναντίων μιας κατάστασης που οι πρωτεργάτες ήταν οι έχοντες και κατέχοντες τα ηνία, οι οποίοι έβαλαν την προσωπική τους ευημερία πάνω από το καλό της πατρίδας και σήμερα σφυρίζουν αδιάφορα.
Και διερωτώμαι μήπως είναι μια καινούργια υποδούλωση του Ελληνισμού, μια νέα ροή πραγμάτων ώστε να μας κατακτήσουν υποχρεωτικά και ειρηνικά όλες μας τις διοικητικές θέσεις μια νέα κατοχή από ξένους; Ένας νέος ζυγός που ούτε βόδια δεν αντέχουν;
Μα τόσο ανίκανη ήταν η ελληνική τάξη αυτή η οποία κυβερνούσε και κυβερνά, ή οποία εναλλάσσει την σκυτάλη αναμεταξύ της;

Που είναι η εθνική μας περηφάνια, η φιλοπατρία, είμαστε το έθνος των Ελλήνων για χιλιάδες χρόνια κάτω από επιρροές ξένων κρατών, γιατί να μην μπορούμε να ξαναφτιάξουμε μια Ελλάδα, τίμια, αφού έχουμε όλα τα φυσικά κάλλη ιστορία, κλίμα. Πρέπει να καταδικαστούν αυτοί που ξεδιάντροπα πλούτιζαν σε βάρος του έθνους, (παλαιά λεγόταν δοσίλογοι, σήμερα δεν ξέρω) αυτοί που μας άνοιξαν τον δρόμο προς τον ξένο ζυγό που φτάνει ολοταχώς αυτόν που μας παροτρύνει να πουλήσουμε μια σταλιά γης ένα νησάκι, ακόμα και τον Παρθενώνα για να εξοφλήσουμε το χρέος μας;
‘Έλεος πια.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Bronx, New York

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Όταν ήμουν Πρωταγωνιστής,


Η κοπέλα επέμενε να πάρουμε φαγητό κινέζικο και να πάμε να το φάμε σε ένα μπαράκι απόμερο για να μην μας βλέπει κανένα μάτι. Παραγγέλναμε μπύρες και πίναμε, σε αυτό το μισοσκότεινο φτωχικό κουτούκι, μετά περπατάγαμε πιασμένοι από το χέρι. Απ’ έξω περνούσαν τα βαγόνια τραίνου που έτριζαν πάνω στις σιδηροδρομικές ράγες φορτωμένα μπανάνες. Την συνόδευα μέχρι το σπίτι, μια ανηφόρα που επάνω της υπήρχε ένα φτωχόσπιτο. Μετά έφευγε και χανόταν μέσα, δεν μου έλεγε τίποτα. Την άλλη μέρα όπως και κάθε μέρα θα μ’ εύρισκε στο δρόμο ένα μικρό κοριτσάκι, με αυτό μου έστελνε μήνυμα, σε περιμένει εκεί, συνήθως στο σπίτι μιας φίλης της παντρεμένης. Μετά πηγαίναμε και παίζαμε λοταρία, ή σε λαϊκό χορό όπου είχαν την συνήθεια δυο άτομα με ένα τεντωμένο σχοινί χώριζαν τα ζευγάρια για να πληρώσουν εφόσον χόρευαν, η ορχήστρα ήταν τυπική ξυλόφωνο.


Κάθε Παρασκευή ο κινηματογράφος έπαιζε δυο συνεχόμενα έργα, εκεί την βγάναμε. Στην πλατεία αυτήν που ήταν μπροστά από τη νομαρχία έπαιζε η ορχήστρα του δήμου κάθε Κυριακή ισπανική μουσική. Μια μέρα έτσι απότομα πήγαμε στην παραλία, απέναντί μας το βαπόρι, το κοίταζε με επιμονή, θέλω να με πάρεις στο καράβι σου, αν σε βοηθά μπορώ να ντυθώ άνδρας. Όχι δεν γίνεται. Μετά χάθηκε, χάθηκαν τα ίχνη της. Έ αυτό μου στοίχησε, προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί;

Καθόμουν στο πάρκο ακούγοντας την ορχήστρα όταν με βρήκε η Οδέτη, μια παλιά γνωστή, μου είπε να κάνουμε παρέα, στην αρχή είπα ναι, μετά λέω όχι, θέλω το κεφάλι μου ήσυχο, φεύγω, πάω στο βαπόρι. Τα βράδια περνούσα τον καιρό μου παρακολουθώντας παιχνίδι καλαθοσφαίρισης από πιτσιρίκες εκεί πιο πέρα στην πλατειούλα, ανεβασμένος στην ξύλινη βεράντα που χρησίμευε και σαν διάδρομος όπου ήταν το κατάστημα τουριστικών ειδών για ναυτικούς. Ο περιπτερούχος πουλούσε σουβενίρ σε τουρίστες και ναυτικούς, ο ίδιος είχε πάθει μόλυνση στο κάτω χείλος και είχε πρηστεί, ήταν πάντα μεθυσμένος.

Ο άνθρωπος με το μπλε σακάκι ξεχώριζε από τους άλλους, ήταν παρφουμαρισμένος, οδηγούσε ένα όπελ Καπιτάν, είχε ένα πρόσωπο κιτρινωπό σαν αυτό που δεν βγάζει ποτέ του γένια. Ερχόταν κάθε εβδομάδα στο περίπτερο να εισπράξει τη δόση του, ήταν τοκογλύφος, δάνειζε χρήματα.
Ένα βραδάκι φάνηκε ο περιπτερούχος χαρούμενος, είχε μια μπουκάλα ρούμι και κέρναγε τους γνωστούς περαστικούς. Με φώναξε κι εμένα, χωρίς να ρωτήσει μου έδωσε ένα πιοτό αγουαρδιέντε σκέτο, μια πρέζα αλάτι και μια φέτα λεμόνι πράσινο.
Γιατί να ήταν τόσο χαρούμενος τι είχε συμβεί; Ο Μπέτο που ήταν βετεράνος πρώην γραμματέας της αστυνομίας και τώρα ταξιτζής μου το είπε σαν μυστικό.
Βρήκαν το πτώμα του τοκογλύφου να πλέει στο ποτάμι.

Δίπλα απ’ το κιόσκι υπήρχε και το μπαρ Τίβολι, εκεί πήγαμε να πιούμε καμιά μπύρα, έρχεται κάποιος δίπλα μου, νεαρός με μουστάκι, μου λέει θα με κεράσεις, δεν βαριέσαι του λέω, πάρε κι εσύ μια μπύρα. Το μπαρ είχε και ορχήστρα, μου έπιασε την κουβέντα, ξέρω μου λέει που είναι το κορίτσι σου, έχω όμως μια μεγάλη ανάγκη, μου λείπουν 10 δολάρια να πάω να τ’ αφήσω στη μάνα μου που με περιμένει, δάνεισέ μου μέχρι αύριο και περίμενέ με να γυρίσω να συζητήσουμε.
Τον ξαναείδα την άλλη μέρα αποτέλεσμα άλλαζε δρόμο, ε! άμα δεν υπήρχαν οι κουτοί πως θα ζούσαν οι έξυπνοι!
Ο Ειρηνοδίκης ψάρευε πιο πέρα πλάι στο δρομάκι του μόλου, είχαμε γίνει φίλοι, αυτός κρατούσε την πετονιά του κι εγώ του έδινα τσιγάρο Κεντ και συζητάγαμε, ήταν ο μόνος που άνοιγε μια συζήτηση με παγκόσμιο ενδιαφέρον, όχι τοπικιστική. Από δίπλα μας πέρασαν οι προύχοντες, τους ήξερα όλους προσωπικώς. Ο λιμενάρχης Κορονέλ Ροδρίγεζ, ο του τμήματος αλλοδαπών Δον Κάρλος, του υγειονομείου, ο γιατρός Φερνάντεζ, ο τελωνειακός Δον Ιβάν, ο αρχηγός της υπηρεσίας είσπραξης οικονομικών φόρων και φρουρός της πύλης, ο αντιπρόσωπος του υπουργείου εργασίας μαζί με τον πράκτορα βγαίνανε από την πύλη. Είχαν πάει να πρατιγάρουν ένα καινούργιο βαπόρι. Ο Κάθε ένας τους κρατούσε και από μια τσάντα, μέσα είχαν από μια λίστα με τα ονόματα του πληρώματος και από μια κούτα τσιγάρα αμερικάνικα δώρο του πράκτορα μέσω βαποριού. Ο ειρηνοδίκης τους κοίταζε με ζήλια, τελικά με διπλάρωσε να του έφερνα και αυτού μια κούτα τσιγάρα. Από απέναντι στην πόρτα του μπαρ φάνηκε η Μαρίνα, με φώναξε και μου έκανε νόημα να μπω στο Τίβολι ζητούσε κάποιον να την κεράσει, ξέρεις μου λέει πρόκειται να παντρευτώ θα πάρω τον Ντίνο από το τάδε βαπόρι, μου το υποσχέθηκε, την κοίταξα και της ευχήθηκα, η ώρα η καλή, μου ήταν αδιάφορο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Η Επέτειος

Είναι μια μέρα του Φλεβάρη, όπου τιμώ μια επέτειο μοναδική δική μου, που εορτάζεται μόνο από τον εαυτόν μου κάθε τέσσερα χρόνια.
Πρέπει να εξηγήσω:
Ότι ακολουθεί: είναι ένα μέρος της αφήγησης της ζωής ενός πιτσιρικά στην Αμερική ως λαθραίος στο νησί κρατητήρια του Έλλις,

Απόσπασμα από το βιβλίο μου Αχ! Νάξερα, σελίδα 199.

Έφτασε ο Φλεβάρης. Το ηθικό του Γερασιμάκη ήταν πλέον κουρελιασμένο. Όταν φτάσεις σε μια τέτοια κατάσταση δε σου μένει τίποτε άλλο παρά να αντιμετωπίζεις τη μοίρα σου με απάθεια. Είχε ήδη 115 μέρες φυλακή. Τις μετρούσε μια, μια και τις διέγραφε απ την ζωή του.
………………………………………………………………….......
Ένα πρωί τηλεφώνησε του θείου του…
« Ναι, είπα την ιστορία σου σε κάποιους χωριανούς» του είπε,
«Ένας από αυτούς,» συνέχισε «ενδιαφέρθηκε πολύ……
Έχει ένα βαποράκι στο Μπρούκλιν και μου υποσχέθηκε ότι θα σε πάρει ως πλήρωμα, όταν θα είναι έτοιμο να αναχωρήσει από τις ΗΠΑ. Μου είπε ότι υπολογίζει στα μέσα του Φλεβάρη.»
Η σπίθα της ελπίδας φούντωσε μέσα του και τον συνεπήρε ολόκληρο. Το είπε γεμάτος χαρά στους άλλους Έλληνες.
……………………………………………………....................
Τον λόγο ανέλαβε ο Ιερώνυμος: «Εσύ να φύγεις από εδώ μέσα;» Του φώναξε με κακία και βλοσυρό βλέμμα. «Ας γελάσουμε λιγάκι.»
……………………………………………………………………..
«Εσύ χωρίς χαρτιά που πας;» το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη του Γερασιμάκη.
Μαζεμένοι εκεί στη γωνιά σιγομιλούσαν αναμεταξύ τους. Δεν τον πίστευαν. Άρχισαν να χαμογελούν, νόμιζαν ότι είχε αρχίσει να παραμιλά, το πρώτο σημάδι της τρέλας.
……………………………………………………….................
Ήταν 28 του Φλεβάρη, η προτελευταία μέρα του μήνα. Τούτος εδώ ήταν δίσεκτος.
………………………………………………...........................
Η απελπισία είχε καταλάβει τον Γερασιμάκη. Έβλεπε τις υποσχέσεις να εξαφανίζονται, φοβόταν να σκεφτεί, να ρίξει μπροστά μια ματιά με θάρρος.
………………………………………....................................
Κλειδιά ακούστηκαν να κουδουνάνε. Η πόρτα άνοιξε, ένας φύλακας με πράσινη στολή κι ένα χρυσοκίτρινο σήμα στο αριστερό μέρος του στήθους του μπήκε μέσα.
Κρατούσε μια κόλα χαρτί και φώναξε το όνομα του Γερασιμάκη.
……………………………………………………………………
Το φέριμποτ άρχισε να απομακρύνεται απ το νησάκι.
………………………………………………………………......
Του ήρθε να ρίξει φάσκελα, τόση η αγανάκτηση που είχε συσσωρεύσει μέσα του. Αλλά φοβήθηκε. Πήγε να φτύσει αλλά και πάλι κρατήθηκε, μην αλλάξει γνώμη ο φύλακάς του.
………………………………………………………………......
Ένα στρατιωτικό τζιπ τους περίμενε στην αποβάθρα. Ο φύλακας τον έβαλε μέσα και κάθισε δίπλα του
.
Ο Γερασιμάκης στάθηκε τυχερός, μπορούσε επιτέλους να χαμογελάσει. .

Ήταν 29η Φεβρουαρίου 1952


Γαβριήλ Παναγιωούλης

Νέα Υόρκη

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Η Νοσταλγία της Δραχμής:











Όλοι μας όταν ήμασταν παιδιά μεγαλώσαμε με τα χαρτονομίσματα της δραχμής.
Αυτά μας έδιναν χαρά όταν μας έκαναν μποναμά την πρωτοχρονιά, ή ακόμα κι όταν πρώτο-εισπράξαμε τον πρώτο μας μισθό, ή ακόμα κι όταν μας έδιναν χαρτζιλίκι…
Τα χαρτονομίσματα έχουν αλλάξει τόσες πολλές όψεις, ώστε μερικά από αυτά που βλέπεται, «όχι όλα» μου θυμίζουν παιδικές αθώες εποχές. Γι’ αυτό και τα έχω φυλαγμένα αφού σε μερικά από αυτά ξαναζώ τη στιγμή, που μου τα έδιναν είτε κερδίζοντάς τα πουλώντας ελιές ή δαφνόφυλλο, αυτά που μαζεύαμε απ το βουνό, ή τσιγάρα χύμα στις κηδείες, είτε ως χαρτζιλίκι. Σε μια επόμενη δημοσίευσή μου θα παρουσιάσω τα Ιονικά χαρτονομίσματα εποχής 1940+…



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Ax!!!!!!!!! Μισή Ώρα Ανάσα!


Εργαζόμουν σε εστιατόριο ακριβώς απέναντι από το Presbyterian Hospital in New York, 10:30 με 11 πρωινή ήταν η δική μου, μισή ελεύθερη ώρα, ώρα για φαγητό, μπορούσα να κάνω το σώμα μου ότι ήθελα, συνήθως έβγαινα έξω να πάρω καθαρό αέρα ή ας πούμε να μου φύγει από πάνω μου αυτό το αίσθημα της καταπιεστικής σκλαβιάς. Άλλοι άνθρωποι δεν το καταλάβαιναν ή τους άρεσε, εμένα με πέθαινε, γυρνώντας στο σπίτι, η κούραση μου αφαιρούσε κάθε πρωτοβουλία, γινόμουν ένα κινούμενο πτώμα, αλλά υποχρεωτικά έσκυβα το κεφάλι στο δεκάωρο εργασίας έπρεπε να βγει ο επιούσιος.
Η γυναίκα μου, με συνάντησε σε αυτή την μισή ώρα ανάσας μου και πήγαμε μαζί στην τράπεζα που ήταν κοντά μας. Αυτή γύρισε σπίτι κι εγώ στην δουλειά μου, οπότε λαβαίνω ένα τηλεφώνημα, στην μισή ώρα αυτή, που ήταν προσδιορισμένη για να ανασάνω, κλέφτες έσπασαν την πόρτα του διαμερίσματος και είχαν κλέψει ότι βρήκαν.
Με κομμένη την ανάσα έφυγα νωρίτερα απ’ τη δουλειά, πήγα σπίτι ήρθε η αστυνομία, έκαναν κατάλογο των κλεμμένων, τα παιδιά είχαν γυρίσει απ’ το σχολείο, αγόρασα καινούργια κλειδαριά, αλλά τι το θέλεις ο φόβος και η ανασφάλεια άρχισαν να μας πνίγουν.

Η σκάλα ήταν στο κέντρο του κτηρίου, όχι δεν ήταν ουρανοξύστης είχε μόνο πέντε ορόφους, ούτε είχε ανελκυστήρα.
Δυο παιδιά παίζανε τρέχοντας τα σκαλοπάτια, το ένα έμενε στον πρώτο όροφο, το άλλο στον πέμπτο. Σε μια στιγμή πάνω στην κάψα του παιχνιδιού το παιδί που έμενε στον πέμπτο όροφο έτρεξε να φύγει να πάει στο διαμέρισμά του. Το του πρώτου ορόφου έβγαλε το πιστόλι και σημάδεψε από κάτω προς τα πάνω. Τον πέτυχε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά του τρίτου ορόφου. Έπεσε νεκρό λίγο πιο πάνω από την πόρτα μου. Την μισάνοιξα, άκουσα τις φωνές, τη σειρήνα του νοσοκομειακού, μετά ήρθε η αστυνομία. Βγήκα στον διάδρομο ρώτησα, έμαθα, ξανακλείστηκα στο διαμέρισμά μου, την άλλη μέρα μαζί με άλλους ενοίκους πήγαμε στο γραφείο κηδειών να δώσουμε το ύστατο χαίρε στους οικείους του παιδιού. Η οικογένεια του σκοτωμένου έψαξε βρήκε άλλο διαμέρισμα κι έφυγε απ το κτήριο. Η σκηνή σε ένα κτίριο της πάλε ποτέ ελληνικής γειτονιάς του Washington Heights Νέας Υόρκης, όχι δεν ήταν Ελληνικό γκέτο αλλά μια γειτονιά που άλλαζε προς το χειρότερο
. Ακριβώς δίπλα μας η εκκλησία και το κοινοτικό απογευματινό σχολείο των Αγίων Αναργύρων, εκεί όπου έμαθαν τα παιδιά μας τα πρώτα τους ελληνικά γράμματα. Ναι στο σχολείο της κοινότητας υπήρχαν προβλήματα, οι έλληνες διηρημένοι είχαν πολλές έριδες αναμεταξύ τους.
Είχαμε κάνα χρόνο που είχαμε έρθει στην χώρα των ευκαιριών, προερχόμενοι από την Γουατεμάλα δεν γνωρίζαμε νόμους και συνήθεις του τόπου, . Δεν είχαμε την πολυτέλεια σπουδών ή να διαλέξεις εργασία, έπρεπε να βγει το μεροκάματο… Μετά μόλις σκοτείνιαζε καθόμουν κλεισμένος στο διαμέρισμα και προσπαθούσα να καταλάβω τη διαφορά της ψυχοσύνθεσης των λαών, αλλά μ’ έπνιγε το άγχος, ζητούσα ψυχική βοήθεια, από Don ‘κύριος’, έγινα για το σύστημα Peón ‘ανειδίκευτος’ , κανένας δεν με καταλάβαινε, ούτε ο γιατρός που πήγα, ένας πραγματιστής Πειραιώτης, αποτέλεσμα σήκωνα το βάρος του κατεστημένου στο στήθος μου επάνω, το άγχος μου έγινε έλκος, πέρασε καιρός μέχρι που να συνηθίσω να σκύβω το κεφάλι…

Το κατεστημένο, τόσο δυνατό!!!!! Αλέθει την ατομικότητά σου σε έναν ομοιόμορφο κόκκο άμμου και τον πετά σε μια απέραντη κοσμοπολίτικη αμμουδιά, σε μια αμμουδιά που άλλοι την πατούν και λασπώνουν, άλλοι χτίζουν παλάτια, άλλοι φυτεύουν λουλούδια, σε αυτή την αμμουδιά κρύβεται, το μυστικό σου, η χαμένη προσωπικότητά σου, μια προσωπικότητα που μόνο εσύ γνωρίζεις.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη





Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Ένας αναμενόμενος Μεσαίωνας,


Το κείμενο αυτό δημοσιεύθει ως επιστολή στην Ελληνική εφημερίδα ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ Νέας Υόρκης , 19 Φεβ. 20010

Απίστευτα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα μας, την οποία έχει καταπλακώσει ένας μαύρος μεσαίωνας, με το να φτάσουμε σήμερα σε μια αναμενόμενη άλλωστε κατάσταση, στην οποία έχει χαθεί το φιλότιμο, έτσι όπως το ξέραμε, έχει χαθεί ο όρκος του Ιπποκράτη, τα ξένα ΜΜΕ δείχνουν τα πολυτελή ιδιωτικά Νοσοκομεία όπου κυριαρχεί το Φακελάκι, δείχνουν τα λιμάνια μας γεμάτα θαλαμηγούς, κότερα, και διατυμπανίζουν με ειρωνεία μόνο 100 άτομα στην Ελλάδα δηλώνουν ότι έχουν εισόδημα πάνω από 100.000 Ευρώ. Άρα τα κότερα ανήκουν στους φτωχούς έλληνες.
Οι κρατικές ατασθαλίες, τα κόλπα προς ατομικό πλούτο κάθε ενός που πιάνει τα ηνία στα χέρια του είναι πράξεις που θα πρέπει να τιμωρούνται, να δώσει η δικαιοσύνη το παράδειγμα στον απλό λαό, όμως εφόσον δεν γίνεται άρα τι θα πρέπει να γίνει για να πεισθούν να μην καταχρώνται; Μήπως πρέπει να επαναληφθεί η καταδίκη και το δράμα όπως στο Γουδί μετά από την Μικρασιατική καταστροφή; Το πιο δύσκολο απ όλα στην παρούσα κατάσταση είναι να κάνεις τους έλληνες να πιστέψουν, ότι πράγματι υπάρχει μια εθνική ανάγκη, να συρρικνωθούν τα έξοδα, να ελαττώσουν τον φραπέ και το τσιγάρο, αλλά το κυριότερο να εργάζονται, για το καλό της Ελλάδας το δικό τους και το δικό μας, όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας (Τα αγαθά κόποις κτώνται) .
Χρειάζεται αληθοφάνεια πράξεων πρώτα από τις αρχές, ώστε να κάνουν τον πολίτη να τους πιστέψει. Μέχρι σήμερα η μη προγραμματισμένη πολιτική, η αθρόα λήστεψη των κρατικών αποθεμάτων, η κατά κάποιον τρόπο κατάληξη των Αγροτο-γεωκτηνοτροφικών επιδοτήσεων σε αυτοκίνητα μπαρ και ουίσκι, η αναξιοπιστία των εκάστοτε στατιστικών έφθασαν σήμερα την Ελλάδα στο να μας ειρωνεύονται τα ξένα ΜΜΕ, και να προφέρουν την λέξι «φακελάκι» με μια βαριά ουνιτική προφορά. Και να ήταν μόνο αυτό; Πως ανέχεται το ελληνικό κράτος το ελληνικό δημόσιο την λέξη επιτηρητής να κρέμεται πάνω απ το κεφάλι του σαν η δαμόκλειο σπάθη;
Απ’ έξω καραδοκούν οι οπορτουνιστές μήπως μας αποπέμψουν από το Ευρώ, από την ευρωζώνη, τότε θα αρχίσει η μεγάλη κατηφόρα, για εμάς και ίσως και για τους πάρα πέρα…

Μετά από κάθε μεσαίωνα, μετά από κάθε σκοτάδι έρχεται το φως η αναγέννηση, αυτή περιμένουμε όλοι οι έλληνες, να ξαναζήσουν η υπερηφάνεια, το φιλότιμο, η φιλοπατρία…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Μπρονξ