Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Αναπολώντας

Υπάρχει εδώ στη Νέα Υόρκη ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα στα Ισπανικά με τον τίτλο: Recordar es vivir, κάτι σα να λέμε (ξαναζώ με τις αναμνήσεις μου)
Ε!
Αυτό κάνω κι εγώ, όσο παράξενο κι αν φαίνεται.

Corpus Christi, ένα λιμανάκι στο Τέξας, απογοητευμένοι γυρίζαμε στο βαπόρι, δεν είχαμε βρει τίποτε άξιον λόγου, έτσι αρχίσαμε και κλωτσάγαμε τα καπάκια από τα τενεκεδένια βαρέλια σκουπιδιών, αυτά που έβγαζαν στο πεζοδρόμιο οι νοικοκυραίοι, μέχρι που κάποιος βγήκαν και μας έβαλαν τις φωνές.
Φυσικά τρέξαμε στο βαπόρι. Τώρα κατάλαβα, όπου κάνω την ίδια δουλειά, βγάζω τα σκουπίδια μου στο πεζοδρόμιο την καθορισμένη ημερομηνία. Πολλές φορές έβγαινα τα βράδια μόνος μου περπατούσα στους ήσυχους δρόμους της πόλης του λιμανιού κοιτάζοντας τα σπιτάκια και ονειρευόμουν, αν ποτέ θα είχα κι εγώ μια τέτοια τύχη. Όσο πιο μικρό ήταν το λιμανάκι, τόσο πιο πολλά όνειρα φύτρωναν στο μυαλό μου λες και ήταν τρίχες της κεφαλής μου, τότε είχα πολλά μαλλιά.


Πήγαμε και στο Beaumont Τέξας, εκτός από Hοuston και Galveston μεγάλα λιμάνια αυτά. Μετά τραβήξαμε για Lake Charles Louisiana, Gretna, Μπατόν Ρουζ, New Orleans εδώ ήταν το λιμάνι όπου προμηθευόμαστε την τροφοδοσία του μηνός. Κάναμε βόλτες στην οδό Κανάλ, μετά στην Μπούρμπον στην γαλλική συνοικία και χαζεύαμε τα στριπτίζ, αλλά σπάζαμε πλάκα με τους κράχτες, αυτούς που μισάνοιγαν την πόρτα να δούμε κάνα γυμνό, ήταν το δόλωμα. Όποιος ήταν τυχερός και είχε φιλενάδα τον πήγαινε και στην γαλλική εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου έβρεχαν τα χέρια τους, ψιθυρίζοντας ένα Άβε Μαρία.
Άλλες φορές πηγαίναμε στην Pensacola, Tampa, Panama City, Florida, Gulfport Mississippi, και Mobile Alabama, το βαπόρι ήταν γενικού φορτίου παίρναμε κι αφήναμε σε κάθε λιμάνι, όλα στον κόλπο του Μεξικού. Πιάναμε στο Progresso Yucatan, φορτώναμε ανανάδες κονσέρβα, μετά Veracruz, Tampico, Μεξικό και τανάπαλιν.
Η Γουαδαλούπε από τη Μέριδα Γιουκατάν ήρθε με την οικογένειά της για επίσκεψη, πρώτη φορά έβλεπαν βαπόρι, ανέλαβα ξεναγός, την πήγα στη γέφυρα, από εδώ κι από εκεί, τελικά μου έμεινε το χαρτί με όνομα και διεύθυνση.

Στο λιμάνι της Βερακρούς υπήρχε κατάστημα που πουλούσε γυναίκες, πήγαινες και διάλεγες… την έπαιρνες, έφευγες κι όπου σε βγάλει η άκρη.
Όχι δεν ήταν μπαρ, η κλαμπ αλλά έμοιαζε με μοδιστράδικο.
Ένα από τα μυστήρια που κυνηγάνε τους ναυτικούς σε κάθε λιμάνι είναι να μαθαίνουν πρώτοι τον υπόκοσμο κι αν τους μείνει καιρός βγαίνουν στην επιφάνεια στην κοινωνία. Ήταν πολύ δύσκολο εσύ ως περαστικός ναυτικός να εισχωρήσεις σε μια τάξη ανθρώπων αυτών που λογίζεται ότι κρατούσαν την ηθική, ή ας πούμε την κοινωνική ζωή του τόπου.
Ήρθε ο πράκτορας στο βαπόρι στο λιμάνι του Ταμπίκο και είπε: Μια και είστε έλληνες έχουμε έναν έλληνα ναυτικό τον άφησε το βαπόρι του ασθενή και πέθανε αν θέλετε μπορείτε να έρθετε να τον δείτε πριν τον πάμε στο νεκροταφείο. Θυμάμαι πήγα εγώ με δυο άλλους στο γραφείο τελετών πριν τον θάψουν. Δεν τον ξέραμε τον άνθρωπο, πήραμε το όνομά του και διεύθυνση στην Ελλάδα βγάλαμε φωτογραφίες και τις στείλαμε στους δικούς του.
Κάθε μέρα που περνούσε και μια περιπέτεια και το κυριότερο ήταν ότι δεν μπορούσες να προγραμματίσεις τίποτα, αισθανόσουν ότι ήσουν ένα μέρος του κόσμου των λιμανιών, της ζωής και της λαχτάρας των εφήμερων γυναικών, μα κι εύκολη λεία για τους στεριανούς, αυτούς που σου προσέφεραν ότι σου γυάλιζε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Ευχαριστίες



Ημέρα Ευχαριστιών
Όλοι οι άνθρωποι κάποτε δίνουν ευχαριστίες και δοξασίες σε όποια δύναμη αυτοί οι ίδιοι πιστεύουν, ακόμα και σε συνανθρώπους τους.

Έτσι κι εδώ στην πατρίδα όπου ζούμε έχουν καθιερώσει μια ειδική ημέρα την τελευταία Πέμπτη Νοεμβρίου παίρνοντας παράδειγμα από τους πρωτοπόρους μετανάστες της Νέας Αγγλίας που η θεία πρόνοια φρόντισε να τους προμηθεύσει έτοιμους να θυσιαστούν διάνους - γαλοπούλες, για να χορτάσουν την πείνα τους.
Είναι μια μη θρησκευτική εορτή, όπου μαζευόμαστε όλοι μαζί σε μια ζεστή οικογενειακή θαλπωρή να γευματίσουμε τον θυσιασμένο διάνο, γάλο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Απλές Σκέψεις

Ανεβασμένος σε ένα σεληνιακό τοπίο εκεί όπου είχα σταθεί προσπαθώντας να σταματήσω τη φθορά του χρόνου κοίταξα κάτω τη γη και είδα στο βάθος τη θάλασσα, το νότιο άκρον της Ιθάκης, κάτω με το πράσινο η Πύλαρος Κεφαλληνίας με το λιμανάκι της Αγίας Ευφημίας… μπροστά μου ήταν το κυκλικό ερημικό τοπίο, πίστεψα ότι ήμουν στο φεγγάρι, μόνο που το τοπίο ήταν συνδεδεμένο με τον τόπο μου ο οποίος στροβιλιζόταν πάνω στον άξονα της γης, άκουγα τον θόρυβό του καθώς γύριζε έτσι μου έμεινε η ψευδαίσθηση ότι κάποτε πήγα στο φεγγάρι, αλλά ήμουνα ακίνητος στον τόπο μου.
Ο ανατολικός ποταμός ρέει παραπλεύρως, από εκεί που μένω. Δυο τεράστιες κρεμαστές γέφυρες είναι στην γειτονιά μου ενώνουν το Μπρονξ με το Κουήνς, εκεί όπου βρίσκονται τα δυο αεροδρόμια της Νέας Υόρκης, μα και η ελληνική γειτονιά της Αστόριας.
Ανάμεσα στις δυο γέφυρες υπάρχει συνορεύοντας με την ακροθαλασσιά μια τεράστια επίπεδη επιφάνεια όπου τις άκρες, τις ποτίζουν του ποταμού τα υφάλμυρα δάκρυα, εκεί υπάρχει ένα κοιμητήριο καθολικών του αγίου Ραϋμούνδου με όμορφους διαδρόμους γεμάτους δένδρα και πικροδάφνες. Μπορείς να κάνεις τον περίπατό σου αισθανόμενος μια αιωνία ειρήνη.
Όταν πρωτοήρθα εδώ και πολλά χρόνια μια 31 Οκτωβρίου μια μέρα γεμάτη συννεφιά άκουσα έναν θόρυβο μου φάνηκε ότι έτρεμε όλο το σπίτι, έτρεξα έξω ένα αεροπλάνο πετούσε χαμηλά η σκιά του φάνηκε μέσα απ τα σύννεφα, νόμιζες ότι ήταν ο χάρος, ότι θα έπεφτε πάνω στο σπίτι. Σάστισα, κανείς δεν μου είχε πει για αεροπλάνα.
Καθώς βραδιάζει λες και έχουν βάλει στοίχημα τα αεροπλάνα περνούν το ένα μετά το άλλο, πετούν χαμηλά αν κοιτάξεις ψηλά μπορείς να διακρίνεις την εταιρία που ανήκουν, περνούν μόνο αναλόγως από πού φυσά ο άνεμος συνήθως όταν είναι κακοκαιρία. Όταν ο καιρός είναι συννεφιασμένος, ή όταν έχει ομίχλη κάνουν έναν θόρυβο παράξενο που σου φέρνει ανατριχίλα λες και έχει θυμώσει ο Αίολος που του κατακτούν το αερικό βασίλειό του.
Μετά από μερικές ώρες σταματά ο θόρυβος συνήθως πριν από τα μεσάνυχτα, από πάνω από αυτήν τη γειτονιά του Μπρονξ υπάρχει αεροδιάδρομος προσγείωσης στο αεροδρόμιο La Guardia της Νέας Υόρκης. Οι κάτοικοι εδώ γύρω έχουν συνηθίσει, είναι σαν τους νανουρίζει ο θόρυβος της γης που κάνει γυρίζοντας πάνω στον άξονά της καθώς περιμένουν να φανεί η επόμενη χαραυγή το φως του ήλιου, η ελπίδα, η ίδια η συνέχιση της ζωής. Μια συνέχιση όπου θ’ έρθει η άνοιξη, θα ανθίσουν τα λουλούδια, θα μας λούσει με φως ο πατέρας ήλιος
Ο άξονας της γης έχει νικήσει τη φθορά του χρόνου, τουλάχιστον στα μάτια εμάς των θνητών, που η διάρκεια της ζωής μας είναι σαν ένας κόκκος άμμου, που τον φιλούν τα κύματα, τον χαϊδεύει η θάλασσα, τον παίρνει ο άνεμος, που χτίζουν κάστρα, που τον λατρεύουν οι Βεδουίνοι, που τον νικά η όαση, που ενώνεται με τσιμέντο και κατασκευάζουν ουρανοξύστες, κόκκος που όμως φθείρει και κονιορτοποιεί ο χρόνος, εδώ πάνω στην γη μας.
Κάτι που η ανθρώπινη επιστήμη, ο ανθρώπινος νους προσπαθεί να ανατρέψει την φθορά, σκεπτόμενος με τετράγωνη λογική με το να προσθέτει ή να αφαιρεί ουσίες και φάρμακα για την επιμήκυνση της παρουσίας της ζωής μας, που αλληγορικά την παρομοιάζω με κόκκο άμμου.
Αλλά στη γη μας υπάρχει αρχή και τέλος για όλα, τίποτα δεν είναι αιώνιο. Από πάνω μας είναι το άγνωστων σύμπαν κι από κάτω μας το άγνωστων σκοτάδι, στην μέση είμαστε εμείς σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη αέρα γεννιόμαστε αναπνέομαι, αγαπάμε, μισούμε γελάμε και κλαίμε κατασκευάζουμε πιστεύω και υπάρχουμε κολλημένοι στον φλοιό της γης, ιδιόμορφες δισεκατομμύρια ψυχές, σαν τους κόκκους άμμου, αλλά τον άμμο τον παρήγαγε η τριβή της θάλασσας με τις πέτρες, ενώ εμάς;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ

Κάθε που το βαπόρι πήγαινε στο λιμάνι της Ονδούρας, μας περίμενε ο Σπύρος ο Κεφαλλονίτης . Καλό παιδί δούλευε σε εμπορικό κατάστημα Τούρκων έτσι τους έλεγαν, στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν τούρκοι αλλά Λιβανέζοι. Μαραγκός στα βαπόρια ο Σπύρος είχε ξεμπαρκάρει σε τούτο το σημείο της γης. Τα βράδια που έβγαινα έξω κάναμε παρέα, οι κοπέλες τον πείραζαν χαριεντιζόταν μαζί του. Βρε του λέω, πως τα περνάς εδώ; Δεν έχεις ζευγαρωθεί με καμιά γυναίκα; Όχι μου λέει είμαι μόνος, θέλω την ησυχία μου, μετά όταν μπλέξεις δεν ξεμπλέκεις, υπάρχουν τόσες και τόσες, η κάθε μια με τα δικά της μπλεξίματα. Μετά είναι και οι οικογένειες τους συζείς με κάποιαν μαζεύονται ουρά οι υπόλοιποι. Έτσι φίλε έχω μείνει μόνος, τον πήραμε στο βαπόρι πλήρωμα. Ένας σοφός, άνθρωπος, κατά τη γνώμη μου ένας που ήξερε πολλά στη ζωή.
Είμαστε κι εμείς στα ποντοπόρα φορτηγά βαπόρια όλοι νεαροί, γυναίκα ήταν η συζήτηση απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ κι απ’ το βράδυ μέχρι να ξημερώσει. Καμιά φορά σκέφτομαι την τεχνητή ζωή που περνάγαμε, τίποτα να στενοχωρηθείς, φαγητό και ύπνος υπήρχαν, ο μισθός αν και πενιχρός έτρεχε, αφορολόγητα τσιγάρα υπήρχαν, σαπούνι και σεντόνια υπήρχαν. Στα λιμάνια ξεχυνόμαστε σαν ταύροι.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια, πολλά χρόνια, σε μια απομίμηση ζωής, σε μια παγκοσμιότητα που δεν ήταν η πατρίδα σου, που δεν σου παρείχε τίποτα κι όχι μόνο αλλά σου στερούσε και την ευκαιρία να μορφωθείς αφού δεν στεκόσουν παραπάνω από μια βδομάδα μέχρι ένα μήνα, σε κάθε λιμάνι, σε κάθε κράτος, σε κάθε λαό. Πολλές οι εμπειρίες, πολλές οι μέρες εν πλω με ουρανό και θάλασσα μ’ ένα σκαφίδι τόσο δα μικρό, μια φορά κάναμε από Νέα Ορλεάνη στο Μπανγκλαντές από τον γύρω του ακρωτηρίου της καλής ελπίδας 120 μερόνυχτα πέλαγος, αλλόκοτες, παράξενες, περιπέτειες, ξενικές, θαλασσοβρεγμένες ή όχι. Ένα έμεινε όταν πλέον έφυγες απ’ αυτή την θαλασσινή ζωή θα έπρεπε να γνωρίσεις από την αρχή την κοινωνία τον κόσμο, μα και την βιοπάλη. Τις ανθρώπινες καλές σχέσεις, την πλατωνική αγάπη, να κατανικήσεις το κοκκίνισμα του προσώπου όταν σου μιλούσε κορίτσι, τεράστια η διαφορά, θα υπήρξε μια πρώτη φορά για όλα να τα μάθεις μεγάλος αυτά που οι άλλοι τα έμαθαν σε παιδική ηλικία. Έτσι μετά από χρόνια ξαναγεννήθηκες στη ζωή της στεριάς, ανήξερος σα να ερχόσουν από τον εξωγήινο κόσμο. Θαύμαζες αυτούς που οδηγούσαν, το όνειρό σου να πιάσεις κι εσύ κάποτε τιμόνι. Είναι τόσο απλό.

Γιατί τα γράφω αυτά, μα για να κάνω έναν αντιπερισπασμό που με πνίγει για τον αφύσικο τεχνητό τρόπο ζωής, αυτής που ανήλικος απότομα βρέθηκες στις Βραζιλιάνικες νύχτες του Ρίου για σαράντα μερόνυχτα χωμένος στην αγοροπωλησία της γυναικείας σάρκας, μέρος όπου η φαντασία γινόταν πραγματικότητα, όπου σου στερούσε το χάρισμα του ονείρου, το καρδιοχτύπι της αγάπης, την αμφιβολία αν με θέλει, κι όλα αυτά μέσα σε ένα νωθρό στην ταχύτητα φορτωμένο κάρβουνο βαπόρι να σε περιμένει, κι έζησες τις χίλιες και μία νύχτα, κονσερβοποιημένες σε 40 νύχτες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Μια Διαφορετική Νέα Υόρκη


Ήταν μια σκάλα ξύλινη παλιά, κάθε σκαλοπάτι έτριζε καθώς ανέβαινες προς τον δεύτερο όροφο. Με το που άνοιγες την πόρτα μια μπόχα από τσιγάρο σου έπαιρνε την αναπνοή. Υπήρχαν δυο τραπέζια τα έλεγαν γραφεία ένα δυο τρία τηλέφωνα στο κάθε ένα. Γύρω, γύρω καρέκλες, φορμάριζαν κύκλους λες και συνωμοτούσαν οι καθήμενοι. Σε κάθε κουδούνισμα τηλεφώνου έπαυαν οι ομιλίες, μια νεκρική σιωπή διαδεχόταν τα πάντα και τα βλέμματα συγκεντρωνόταν στο τραπέζι, ο τηλεφωνητής μας κοίταζε όλους μας, ταλαντευόταν μετά φώναζε ένα όνομα, του έδινε ένα χαρτί στο χέρι με διεύθυνση για το που να πάει για δουλειά, αν είχε λεφτά πλήρωνε αμέσως αν όχι θα τα κρατούσε το αφεντικό απ’ τον μισθό του, αν η εργασία ήταν μόνο για μια μέρα $ 5 αν ήταν κανονική ένα βδομαδιάτικο, Ήταν ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας στους 40 δρόμους και 8η Λεωφόρο. Ο ιδιοκτήτης Έλληνας ο Γιώργος στο άλλο τραπέζι γραφείο καθόταν ο Σοφοκλής.
Άνοιξα και μπήκα, πήγα κοντά στο τραπέζι ο καθήμενος έγραψε τ’ όνομά μου, μετά με ρώτησε τη δουλειά ξέρεις, τι ψάχνεις να βρεις; Με κοίταξε από την κορφή μέχρι τα νύχια, συνήθως η απάντηση ήταν για την ώρα δεν υπάρχει τίποτε αλλά μην απελπίζεσαι κάθισε και περίμενε, ίσως κάποιος να τηλεφωνήσει. Ήταν μια ανεργία του διαβόλου. Καινούργιος στην Νέα Υόρκη είχα χάσει τη δουλειά μου όπως και πολλοί ακόμα. Έπρεπε όμως να βρεθεί μεροκάματο τα έξοδα έτρεχαν
Η ελπίδα ερχόταν με το κουδούνισμα του τηλεφώνου, ως επί το πλείστων οι περισσότεροι έλληνες μετανάστες του καιρού εκείνου εργαζόταν στα εστιατόρια, ήταν μια εργασία που δεν χρειαζόσουν μόρφωση, σκληρή αλλά πλήρωναν καλά, έστω κι αν ήταν δεκάωρη, ποιος κοίταζε τέτοια;
Η αίθουσα γεμάτη Έλληνες μετανάστες, αυτοί της δεκαετίας του 70.
- είχε αρχίσει να σουρουπώνει ήταν Κυριακή αφού σκούπισε τα χέρια του με την λερή ποδιά του, μέτρησε τις εισπράξεις της ημέρας, μέτρησε μερικά με φώναξε άκου εδώ, δεν μου κάνεις; πάρε το βδομαδιάτικό σου και φύγε, φώναξε τον πιατά έναν ισπανόφωνο να κλειδώσει πίσω μου την πόρτα… ένιωσα σαν παρείσακτος.

-τηλεφώνησα την περιπέτεια αυτή σε γνωστό μην στενοχωριέσαι έλα την ερχόμενη εβδομάδα να εργαστείς στο δικό μου εστιατόριο. Ησύχασα, αποβραδίς μου τηλεφωνεί: ξέρεις μην έρθεις για δουλειά, σκέφθηκα ότι θα είναι πολύ βαριά για εσένα.
Η ιδιοκτήτρια εστιατορίου μια όμορφη Ρωσίδα, η μόνη που έδειξε κάποια συμπόνια με φώναξε ιδιαιτέρως. Παιδί μου ξέρω πως αισθάνεσαι πρωτάρης, να πάρε τον μισθό σου και πήγαινε στην ευχή του Θεού, με σύστησε μάλιστα και σε έλληνες της περιοχής να με βοηθήσουν.

Έφυγα, έφυγα, τσακισμένος, όχι δεν το έβαλα κάτω, άρα ποιος να φταίει; Έβλεπα τα αυτοκίνητα, αυτές τις λιμουζίνες που περνούσαν δίπλα μου, οι οδηγοί με στολή, στην φαντασία μου έμοιαζαν στρατηγοί.
Βρήκα φίλο από την Σεβίλλη Ισπανίας είμαστε στα καράβια μαζί, με σύστησε σε ισπανικό εστιατόριο, από την Ανδαλουσία είχε και ορχήστρα μουσική φλαμέγκο, ήταν η πρώτη μου φορά που ένιωσα καλοδεχούμενος, μετά από αυτό η ζωή κύλησε κορδόνι, έγινα στο σώμα νεοϋορκέζος, απόκτησα αυτοκίνητο, τα καλοκαίρια πήγαινα-ω στην Ελλάδα.

-το αφεντικό ένας Ελληνο-αμερικανός άνοιξε την πόρτα του παρκαρισμένου αυτοκινήτου ένα τζιπ Cherokee και το γέμισε με παράνομους εργάτες αυτοί που δούλευαν δίπλα μου στο μαγαζί του για να τους κρύψει, με φώναξε παρουσιάσου μπροστά. Μια κυρία σ’ ένα τραπεζάκι ήταν από το υπουργείο εργασίας.
Πόσα χρήματα σε πληρώνει την ώρα; Τόσα.
Πληρώνεις το φαγητό σου; Όχι
Τα άσπρα ρούχα που φοράς τα πληρώνεις; Όχι
Τα σημείωσε, εντάξει γύρισε στη δουλειά σου.

ΣΗΜΕΡΑ τους βλέπεις σε κάθε γωνιά του δρόμου και σε κοιτάν στα μάτια, είναι παράνομοι μετανάστες, τους βλέπεις απ’ έξω απ’ τα καταστήματα ειδικώς αυτών που πουλούν οικοδομικά υλικά, σε κοιτούν στα χέρια να δουν τι κρατάς και σου ψιθυρίζουν θέλεις βοήθεια; θέλεις εργάτη; Πας σε εστιατόριο Diner έχουν και ελληνικό μενού, Μεξικανός ή άλλος Λατινοαμερικάνος ο μάγειρας, ο σερβιτόρος, ο πιατάς. Στα προάστια στις άκρες των δρόμων κάνουν πηγαδάκια, κάθε που σταματήσει αυτοκίνητο τρέχουν, μερικοί τους βρίζουν, άλλοι τους κάνουν παζάρια, είναι αυτοί που μαζεύουν τα φύλλα, που κόβουν το χορτάρι, που ξεχιονίζουν την αυλή σου, που βάφουν τους τοίχους, που τραβάνε τα καροτσάκια στις υπεραγορές, είναι οι καθαρίστριες σπιτιών, σε αυτούς βασίζεται η αμερικανική υποδομή τουλάχιστον εδώ στη Νέα Υόρκη, και είναι πολλοί λένε 12 εκατομμύρια σε όλες τις ΗΠΑ. Είναι οι αόρατοι, αυτοί που υπάρχουν, μα δεν υπάρχουν σε στατιστικές, οι ανειδίκευτοι, είναι αυτοί που κάποτε ήμασταν μερικοί από εμάς στα
παπούτσια τους.
Σήμερα με βλέπουν και τους βλέπω, περνώ με τις τέσσερες ρόδες μου πλάι τους, όχι δεν είναι λιμουζίνα αλλά μια ανάγκη, ένα φτωχό Τογιότα, στα μάτια τους όμως ίσως να μοιάζει λιμουζίνα.
Ο χρόνος έφερε τη φθορά για εμάς,
Όμως οι καταστάσεις δεν άλλαξαν!!!!!!!!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Η Σύνδεση

Φιλονικούσαν δυο σχολιαστές πάνω σε ξένη ιστοσελίδα, ξάφνου πετιέται ένας τρίτος και τους γράφει, ρε σεις δεν πάτε να ανοίξετε δικό σας μπλογκ έτσι θα διαβάζεται μόνοι σας τα δικά σας γραπτά και θα χαιρόσαστε θα ικανοποιείτε το εγώ σας, αντί να μας γεμίζεται με ανοησίες;
Ομολογώ εντυπωσιάστηκα, η αλήθεια είναι ότι το μπλογκ σου δίνει την ελευθερία να εκφραστείς, όπως εσύ νομίζεις καλύτερα.

Η πρωτοτυπία του θέματος παίζει πρωταρχικό ρόλο, κάτι που να μην είναι κοινό, έτσι λοιπόν ψάχνω στο μυαλό μου να γράψω κάτι το ασυνήθιστο.
Βάζω μπροστά τη μηχανή των αναμνήσεων, είναι λίγο σκουριασμένη αλλά υπάρχει μια διαφορά, η μηχανή αυτή είναι δική μου, δηλαδή μέσα σε αυτή ενηλικιώθηκα, οπότε μου ανήκουν όλα τα Copyright.

Μια πλατεία με φοίνικες και παγκάκια, μπροστά από μια μεγάλη εκκλησία, εκεί είχαμε βγει παρέα με το φίλο μου, τον Jose Dueña. Είμαστε ναυτικοί πλήρωμα από το ίδιο βαπόρι κάναμε βόλτες στην πλατεία Cienfuegos Cuba. Ξάφνου παρουσιάστηκε μια πιτσιρίκα, χαιρέτισε, ο Χοσέ μου λέει κάνε της παρέα αν θέλεις εγώ πάω σπίτι μου. Ήταν από εκείνα τα μέρη. Με τα στάνταρ της Κούβας τίποτα το παράξενο, κάναμε βόλτες, πήγαμε για ένα ποτό, για καφέ, μετά μου έσκασε το παραμύθι.
Ξέρεις μου λέει θα περάσουμε τη νύχτα μαζί αλλά έχω ένα πρόβλημα, ζω με την μάνα μου, αυτή με περιμένει να γυρίσω, με ψώνια, λοιπόν δώσε μου10 δολάρια να της τα δώσω ώστε να πάει μόνη της στην αγορά και περίμενέ με να γυρίσω θα περάσουμε τη νύχτα αγκαλιά. Κοίταξα την εκκλησία απέναντί μας, κοίταξα και τα αγάλματα, σαν καλός χριστιανός την πίστεψα! Ένα ακόμη μάθημα, το ρήμα περιμένω έμεινε μια κουκίδα, που σα διάττοντας αστέρας χάθηκε στο άπειρο της ζωής.

Ένα μικρό λιμανάκι στην Κούβα Isabela de Sagua, ναυτικοί εμείς ψάχναμε για διασκέδαση, κάποιος μας είπε έχει χορό ο δήμος, γιατί δεν πάτε κι εσείς, όλοι οι Κουβανοί φορώντας γουαγιαβέρας καθισμένοι στην βεράντα στις καρέκλες τους αυτές που δεν έχουν πόδια αλλά δυο καμπύλες και κουνιόταν σα να νανουρίζουν μωρά, μέσα στην αίθουσα ορχήστρα και χορός. Στα σκαλοπάτια της βεράντας μας σταμάτησαν, όχι μας είπαν απαγορεύονται οι ναυτικοί. Θυμώσαμε, πήραμε ταξί και πήγαμε στο εσωτερικό της Κούβας μια πόλη Sagua La Ggrande, εδώ κάπως άλλαζε ο κόσμος, όχι δεν υπήρχε διασκέδαση έπρεπε να το πάρουμε απόφαση θα γυρίζαμε στο βαπόρι, όπως φύγαμε, εν τέλει κάτι βρέθηκε, εκεί στη σκοτεινιά, στη λάσπη ασυνήθιστοι οι ντόπιοι από ναυτικούς έχασα τα λεφτά από την τσέπη μου.

Νέα Υόρκη, ξέμπαρκοι ναυτικοί, γυρίζαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, δεν ήταν εύκολο να σου ανοίξουν τις πόρτες τους οι εδώ ομογενείς. Κάτω στην 8η λεωφόρο τα καμπαρέ το Βρετάνια το Πορτ Σάιντ, το Αιγυπτιακοί Κήποι, κάθε γωνία και μπαρ, αλητεύαμε, πηγαίνοντας να ακούσουμε το «Ο χάρος την πόρτα μου χτυπά χτύπα κι εσύ καμπάνα…» και να δούμε χορεύτριες του χορού της κοιλιάς αυτές που τους έβαζες τα δολάρια στη ζώνη.
Μέχρι που να βρούμε κάποιον να μας συστήσει στο σύστημα δηλαδή το πώς να βρεις φιλενάδα, να μην μας φοβάται, δηλαδή να μας παρουσιάσει σαν τίμιους, νοήμονες ναυτικούς εδώ στη Νέα Υόρκη πέρναγε ο καιρός και θα έπρεπε να φύγουμε, αν όμως γνωρίζαμε την πρώτη οι άλλες ερχόταν αλυσίδα…

Τώρα πολλές φορές περπατώ τα βράδια στα μοναχικά δρομάκια της γειτονιάς μου, εδώ στο Μπρονξ, αναπνέω ελεύθερα, σαν αναλαμπές έρχονται στο μυαλό μου οι παλιές μου περιπέτειες, ξαναβρίσκω την σύνδεση του τότε με το σήμερα, πάνω στον ίδιον τον εαυτόν μου. Είναι αυτές όπου με έπλασαν, θυμώνω με την σημερινή κατάσταση μου, μου φαίνεται ότι έχω χάσει κομμάτι του εαυτού μου, αισθάνομαι αδύναμος να γυρίσω πίσω, απίστευτο κι όμως είναι αυτή η αδυναμία μου που με ηρεμεί, την χρησιμοποιώ σαν γέφυρα που ενώνει το χθες με το σήμερα, το τότε με το τώρα, έτσι εξακολουθώ να απολαμβάνω τη ζωή, σε μια ουτοπία ότι τίποτα δεν άλλαξε!

Γαβριήλ
Παναγιωσούλης







Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Αυτό που δεν Χάνεται...




Παππούς, Γιαγιά, Εγγόνια

Η Νέα Υόρκη είναι ένα χωνευτήρι, όπου όμως σου επιτρέπει να κρατάς τα δικά σου πατροπαράδοτα έθιμα, Θρησκεία γλώσσα εορτές και επετείους.
Εμείς οι μετανάστες, ή ας πούμε οι διαμένοντες από χρόνια στο εξωτερικό κατορθώσαμε να επιβιώσουμε και να μεταφέρουμε τις παραδόσεις μας, τη γλώσσα μας, όχι μόνο στα παιδιά μας αλλά και στα εγγόνια μας άλλο τόσο και η ελληνικότητα, η ελληνική παιδεία, τα ελληνικά γράμματα, δεν θα χαθούν αλλά θα επιβιώνουν έστω κι αν τα ελληνικά τους όταν μιλούν έχουν μια κάποια προφορά.
Μια εγγονούλα μου η Κλεοπάτρα βάφτισε ένα κοριτσάκι χθες Κυριακή στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, στο Μπρονξ όπου κατοικούμε από όπου και οι φωτογραφίες….
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Η Πρώτη Φορά!

Σε ένα πέτρινο δάσος, εκεί που ανθίζουν τα τριαντάφυλλα, οι μαργαρίτες, τα βελούδα, ανάμεσα στις ντάλιες, τους βασιλικούς, τις ανθισμένες μυγδαλιές, τις παπαρούνες, μέσα στ’ αγριολούλουδα μιας εποχής γεννήθηκε η πρώτη αναπνοή, το πρώτο φως, τα πρώτα βήματα, η στοργή και η μητρική αγάπη, η οικογενειακή θαλπωρή, εκεί γεννήθηκε ο ήλιος, γεννήθηκαν το φεγγάρι και τ’ άστρα, η νύχτα και η μέρα, γεννήθηκαν τα βουνά, η θάλασσα, οι πρώτες συλλαβές, οι πρώτες λέξεις οι πρώτες κουβέντες, οι πρώτες φοβίες, τα πρώτα πιστεύω. Το υπάρχω του Θεού και εκκλησίας, ο παπάς και η λειτουργίες, οι αμαρτίες και οι σαρακοστές. Γεννήθηκε το σχολείο, η γλώσσα και η πατρίδα, γεννήθηκαν τα βουνά και οι ορίζοντες, τα σημάδια στον ορίζοντα με τα συννεφάκια να αιωρούνται στο άπειρον ώστε να προβλέπουμε τον καιρό της επομένης μέρας. Γεννήθηκαν τα γιατροσόφια για τις διάφορες ανημποριές, οι γεύσεις και η νοστιμιά των φαγητών, γεννήθηκαν τόσα πολλά και όλα για πρώτη φορά, το μόνο που δεν πρόλαβε να γεννηθεί ήταν η αγάπη, ο έρωτας.
Αυτά τ' άφησαν στη μητέρα θάλασσα να τα διδάξει, λες και είχε την πείρα της θεάς Αφροδίτης, αν ποτέ! Η Θεά όμως ήταν κρυμμένη στης Κύπρου τις ακρογιαλιές .

Η θάλασσα μας έφερε επαφή σε κόσμους φανταστικούς, κόσμους ελκυστικούς, σε κόσμους που τα πρωτεία τα κατείχε η ύλη και σάρκα, που έψαχναν για κατανάλωση, όπου το κάθε όνειρό σου η κάθε σου λαχτάρα ικανοποιούταν. Κόσμους πολυτελείας, προσφοράς της νιότης, η γυναίκα κούκλα ντυμένη σε πολύχρωμα οργαντί στην πρώτη γραμμή, σε κάθε κλίμα, σε κάθε κράτος από Ρίο μέχρι Αβάνα κι ακόμα πάρα πέρα. Κόσμους ψεύτικους απατηλούς που αγκάλιαζαν τα χρόνια της νιότης, μέσα σε γυάλινες σφαίρες όπου χόρευαν για σένα νεράιδες. Οι κούκλες πολλές, η μια έπαιρνε τη θέση της άλλης, η κάθε μια με διαφορετικό γούστο. Έμενες με μια καρδιά παγωμένη ελεύθερη, χωρίς σκοτούρες. Κι όλα αυτά τα χρόνια ριγμένα σε μια γυάλα σαν αυτή που διάβαζε την τύχη σου η Αλγερινή χαρτορίχτα στη Χάβρη της Γαλλίας, βαμμένη όμως απ’ έξω με λάσπη, απ αυτήν που έχουν τα λιμάνια. Μια αχτίνα ήλιου έπεσε πάνω και φάνηκες εσύ με φόντο την αρμυρή θάλασσα, εκεί στο βάθος να κατοπτρίζεσαι αμφίβολος πιο δρόμο να τραβήξεις… Η Αφροδίτη είχε χαθεί.

Ο φίλος μου, Μιχάλης ο Θεσσαλονικιός δάκρυσε καθώς με αποχαιρετούσε, δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο για σένα, τουλάχιστον πάρε τούτο το δαχτυλίδι να με θυμάσαι, ένα χρυσό με μια γαλάζια στρογγυλή πέτρα. Και γυρίζοντάς μου τις πλάτες έτρεξε προς την πύλη του λιμανιού, ακούστηκε μια μακρόσυρτη βραχνή σφυριξά σαν ρόγχος ετοιμοθάνατου, σημείο ότι το βαπόρι ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα κι έχουν περάσει από τότε πολλά χρόνια. Η θάλασσα τον πήρε, πήρε τους φίλους μου, τις γνωριμίες μου κι άφησε εμένα σαν καραβοφάναρο, ελεύθερο να μάθω, τον κόσμο, τη ζωή, ότι δεν είχα προλάβει να γνωρίσω, τούτη τη φορά με τη βοήθεια της Αφροδίτης. Η σκηνή σε ένα τροπικό λιμάνι της Καραϊβικής.
Η καταπράσινη βλάστηση μας έκρυβε από τα μάτια του κόσμου, εκεί για πρώτη φορά άρχισε μια νέα ζωή, σα να ξαναγεννήθηκα, σε άλλο κλίμα, σε άλλον Θεό, άλλο πιστεύω.
Μαζί βουτούσαμε στο ποτάμι για μπάνιο, την θαύμαζα καθώς έτρεχε στ’ άλογα καβάλα στον κάμπο χωρίς σέλα, τρώγαμε τα φρούτα της γης, ψαρεύαμε στη λίμνη, τρώγαμε ψάρια μαγειρεμένα σε ζουμί καρύδας, κάναμε τη σιέστα μας στην αιώρα ανάμεσα σε πλατύφυλλες μπανανιές, γνώρισα καινούργια φύση καυτερούς ήλιους. Σαν σκοτείνιαζε μαζευόμαστε γύρω από λάμπα πετρελαίου με γυμνό φυτίλι για να διώχνει τα κουνούπια κι ακούγαμε τα παραμύθια και τους θρύλους των ντόπιων ιθαγενών, που μας έφερναν ανατριχίλα στην πλάτη. Περνούσαμε τα βράδια αγκαλιά προστατευμένοι με δίχτυ κάτι σα κουνουπιέρα για να διώχνει τις νυχτερίδες, αυτές που πετούσαν από την παρακείμενη ζούγκλα.
Ήταν μια καινούργια ζωή, το κάθε τι, τα πάντα για πρώτη φορά.
Ο απέραντος κόσμος μας είναι γεμάτος με συμβάντα πρώτης φοράς, από την αρχή του κύκλου ως το τέλος πάντα θα υπάρχει μια πρώτη φορά.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Σημαίες

Η πρωτεύουσα της Λουϊζιάνας Μπατόν Ρουζ είναι χτισμένη στις όχθες του Μισισιπή, 200 μίλια από την εκβολή του. Εκεί λοιπόν αποφάσισα να φύγω απ’ το βαπόρι ένα δεξαμενόπλοιο που μετάφερε μελάσες. Ζητούσα κάτι τι το καινούργιο, κάτι άγνωστο. Έβγαλα εισιτήριο με το λεωφορείο της εταιρίας με το κυνηγόσκυλο για Νέα Υόρκη, ταξίδι 42 ωρών. Φθάνοντας έβαλα τον σάκο μου μέσα στο ειδικό ντουλαπάκι του σταθμού, έκλεισα την πόρτα, για να βγάλω το κλειδί έπρεπε να βάλω χρήματα σε μια ειδική θυρίδα. Έβαλα μερικά κέρματα έστριψα το κλειδί, κλείδωσε το έβαλα στην τσέπη μου και βγήκα στο δρόμο. Η σκηνή στον σταθμό Πενσυλβάνιας τραίνων και λεωφορείων της Νέας Υόρκης, όταν θα είμαι έτοιμος να φύγω θα ξαναπεράσω θα πάρω το σάκο μου. (Δεν πρόσεξα το τι έγραφε στην πόρτα.) Έτσι αξύριστος ταλαιπωρημένος παρουσιάστηκα σε έναν γνωστό μου που είχε δωμάτια. Ο άνθρωπος τρόμαξε, κάτσε να πλυθείς να ξυριστείς...
Το κλειδί με γαργάλαγε συνέχεια στην τσέπη μου, το χάιδευα και σκεφτόμουν ότι όλη την περιουσία μου που είχα ήταν κλειδωμένη, όταν ήμουν έτοιμος να φύγω πήγα να πάρω το σακίδιό μου, είχαν αλλάξει την κλειδαριά, έπρεπε να πάω στην διεύθυνση να πληρώσω για την φύλαξη του σάκου, πλήρωσα, τους πέταξα το κλειδί στα μούτρα κι έφυγα.
Είχα βαρεθεί τις μετακινήσεις, να μην έχω κάτι το σίγουρο, να στεριώσω κάπου. Γύριζα για χρόνια από δωμάτιο σε δωμάτιο, από κράτος σε κράτος από γειτονιά σε γειτονιά, από γυναίκα σε τίποτα, από θάλασσα, σε θάλασσα. Τίποτα το σταθερό, μου έλλειπε ένας σημαδιακός ορίζοντας, όπως στο χωριό μου, ώστε να ξέρω από πού ανατέλλει ο ήλιος.
Κάποτε μετά από χρόνια κατάφερα και έφτασα στη Νέα Υόρκη σαν μόνιμος κάτοικος. Αμέσως έπιασα δουλειά σε εστιατόριο εκεί κοντά όπου βρισκόταν το Νοσοκομείο Πρεσβυτέριαν 168 δρόμους και Μπρόντγουαιi, η αστερόεσσα κυμάτιζε στην οροφή, απέναντι περνούσε ο υπόγειος πριν κατεβώ στα έγκατα της γης καθόμουν και κοίταζα την σημαία αυτή, σκεφτόμουν ότι από εδώ και εμπρός θα ήμουν κάτω από τους νόμους αυτής της σημαίας.

Προσπαθούσα να συγκρίνω τα 16 χρόνια που ήμουν κάτω από τη γαλανόλευκη, τα 4 χρόνια κάτω από την Παναμαϊκή, τα 9 χρόνια κάτω απ της Λιβερίας, τα 8 χρόνια κάτω από της Γουατεμάλας γαλανόλευκη κι αυτή. Ένα σωρό σημαίες κράτη, εθνικότητες, τελικά σταμάτησα να σκέπτομαι, έπρεπε να στρωθώ στη δουλειά, δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκλεισα τους γρίφους της σκέψης, τους έκλεισα σφιχτά για πολλά χρόνια και στρώθηκα στη δουλειά, η οποία απαιτούσε σώμα και νου, η κούραση εκμηδένιζε τη σκέψη, έπρεπε να επιζήσουμε.
Ήταν ένα κλειδί μικρούτσικο τόσο δα, έκλεινε την πόρτα του διαμερίσματος, στη Νέα Υόρκη. Το απομεσήμερο στην ώρα του φαγητού μου, έφυγα απ τη δουλειά με περίμενε η γυναίκα μου πήγαμε στην τράπεζα για να κανονίσουμε λογαριασμούς. Θα ήταν 2 η ώρα το μεσημέρι, έλειψε μόνο μια ώρα, στο διάστημα αυτό κλέφτες έσπασαν τον κύλινδρο της κλειδαριάς, μας είχαν κλέψει. Είχαμε ακόμη δυο κλειδαριές ασφαλείας στην πόρτα αλλά τις βάζαμε το βράδυ, μου τηλεφώνησε, πήγα σπίτι ήρθε η αστυνομία, κοίταξα το κλειδί έτσι καμπουριασμένο, άχρηστο πια, τι να το κάνω; Το πέταξα απ’ το παράθυρο. Όχι οι αστυνομικοί δεν το ήθελαν για απόδειξη. Κοίταξα γύρω μου αισθάνθηκα μόνος, ήμουν όμως κάτω από τους νόμους της αστερόεσσας, έχασα ότι μπορούσαν να κλέψουν… δεν βρέθηκαν ποτέ.
************************************
Στηριζόταν πάνω σε δυο κρίκους, ένα λουκέτο με ένα θηλυκό κλειδί σίμωνε αυτούς του δυο κρίκους κι έκλεινε την πόρτα. Μέσα του έκλεινε την θαλπωρή, απ’ έξω ο κόσμος. Στην βεράντα έμενε η αιώρα μόνη της κρεμασμένη, λέγανε ότι όταν την νύχτα κουνιόταν μόνη της, φαντάσματα περνούσαν, έτσι την μάζευα πριν κοιμηθώ, λάδωνα το λουκέτο για να μη σκουριάσει, τελικά το άφησα και φύγαμε με το κλειδί μέσα του να κρέμεται έτσι άχρηστο νεκρό. Εδώ βασίλευαν οι νόμοι της μπλε και άσπρης σημαίας της Γουατεμάλας.
************************************
O καιρός της φτώχειας στο χωριό, πήγα να επισκεφτώ το σπίτι της θείας μου στο διπλανό χωριό, ήξερα ότι κάτι θα με φίλευε, πεινούσα τόσο, φθάνοντας από την πίσω πόρτα ήταν κλειδωμένη κι αυτή έλειπε. Η πόρτα έβλεπε στην κουζίνα στην μέση είχε μια τρύπα για να μπαίνουν οι γάτες, για να φοβίζουν τα ποντίκια υπολόγισα να σηκώσω την πόρτα ψηλά να την βγάλω απ τις μπετούγιες, έτσι θα έπεφτε η πόρτα, έλα όμως που η πόρτα άγγιζε το ανώφλι από μέσα και δεν έβγαινε. Δεν είχα κλειδί, έψαξα εκεί γύρω τίποτα, απ τον θόρυβο μια γειτόνισσα, νόμισε ότι ήταν κλέφτες, ήξερε που ήταν η θεια μου, πήγε και την φώναξε. Ήρθαν όλες φοβισμένες περιμένοντας το χειρότερο, έκπληκτες με είδαν, τους εξήγησα, έβγαλε το κλειδί έμοιαζε σαν πιστόλι άνοιξε την πόρτα και μου τηγάνισε ξερή μπομπότα με λάδι!
Εδώ κυμάτιζε περήφανα η γαλανόλευκη.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Προμελετημένη επιθυμία.

Με τέτοια ζέστη κι αυτός ο κύριος έτσι κομψά ντυμένος επέμενε να φορά γραβάτα. Όχι δεν χτύπησε την πόρτα ήρθε μέσα στο σπίτι απρόσκλητος.. άνοιξε μια τσάντα και γέμισε το τραπέζι με πολύχρωμα φυλλάδια. Τα πιτσιρίκια και ήταν πολλά τον περικύκλωσαν.
Η γιαγιά έπλενε στην αυλή τα ρουχαλάκια των μικρών, τα σαπούνιζε και τα άπλωνε πάνω στα χορτάρια των τροπικών να τα δει ο ήλιος, για να ασπρίσουν, μετά τα μάζευε και τα πέρναγε νερό τα κρέμαγε στο σχοινί της αυλής να στεγνώσουν. Άκουσε τον θόρυβο που έκαναν τα πιτσιρίκια, στέγνωσε τα χέρια της στην ποδιά της κι έτρεξε να δει. Ο παππούς με τη λίμα στο χέρι τρόχαγε ένα ματσέτε αυτό που καθαρίζουν της ζούγκλας τα αγριόκλαδα. Στάθηκε όρθιος και παρακολουθούσε χωρίς να μιλά.
Η γιαγιά μπήκε μπροστά, δεν έχουμε λεφτά είπε, ότι και να πουλάς. Μα κυρά μου, να για κοίτα γύρω σου; όλοι μας είμαστε χαρούμενοι, σκέφτηκες ποτέ σου τι θα γίνει όταν έρθει η σειρά σου να πεθάνεις; γιατί κάποτε θα γίνει κι αυτό, κανένας μας δεν είναι αθάνατος. Λοιπόν σας πουλάω ασφάλεια εν περιπτώσει θανάτου, αναλαμβάνουμε τα έξοδα ταφής μόνο με τρία δολάρια το μήνα, είναι τόσο λίγα! Τα παιδιά, η γυναίκα, οι κόρες του γύρισαν και κοίταξαν τον παππού. Φαινόταν αδύνατος. Κανένας δεν μίλησε, η γυναίκα του χωρίς δεύτερη σκέψη είπε δώσε μια ασφάλεια για τον γέρο. Ο παππούς είπε ‘μα γιατί μόνο εμένα;’

Η απόλυτη ησυχία της νύχτας είχε απλώσει τα φτερά της πάνω από την πόλη του λιμανιού, από κάπου μακριά ακουγόταν ο συριγμός των ατμομηχανών του τραίνου αυτών που μετέφεραν βαγόνια με μπανάνες ή καφέδες στην αποβάθρα για να φορτωθούν σε βαπόρια προς εξαγωγή. Που και που ακουγόταν τα βήματα κάποιου μεθυσμένου ναυτικού ο οποίος είχε χαθεί προσπαθώντας να γυρίσει στο βαπόρι. Νυσταγμένες οι κοπέλες της νύχτας άφηναν τα μπαρ για ύπνο.

Ποδοβολητό αλόγων ακούστηκε στον δρόμο, και το τρίξιμο τροχών αμάξης η οποία περνούσε μπροστά από την πόρτα, η αιώρα κρεμασμένη στη βεράντα κουνήθηκε μόνη της, λες και πέρασε αερικό. Η γιαγιά σηκώθηκε κοίταξε από τη χαραμάδα του σκεβρωμένου παραθύρου, ψιθύρισε μέσα της, ‘μα αυτή είναι η άμαξα που μαζεύει ψυχές,’ είπε ένα Άβε Μαρία, όχι δυνατά για να μην ξυπνήσει τα παιδιά, ξάπλωσε πάλι και κοιμήθηκε. Ο παππούς κοιμόταν μόνος του στο διπλανό σπιτάκι, ο ήλιος είχε βγει κι αυτός ακόμα να φανεί. φώναξε της κόρης της να τον ξυπνήσει, ο παππούς δεν κινήθηκε. Τρόμαξαν βγήκαν στο δρόμο φώναξαν ταξί.

Περνούσα από εκεί, με σταμάτησαν μπήκα στο σπίτι. Έβαλα το χέρι κάτω απ τη μέση του, ανάμεσα στο στρώμα και το κορμί του, ήταν ζεστό. Έτρεξα για γιατρό. Ήρθε, έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα χαρτάκι έμοιαζε με επιταγών, έγραψε καρδιακή προσβολή. Ο πεθαμένος ήταν φίλος μου ήταν αυτός που θαύμαζε πάντοτε την απομίμηση του μαυσωλείου του Ταζ Μαχαλ αυτού που ήταν στην είσοδο του νεκροταφείου έργο ενός πλούσιου κατοίκου της πόλης απ την Ινδία για τη γυναίκα του, με τις κεφαλές ελεφάντων να προεξέχουν σε κάθε πλευρά του. Ήταν αυτός που στάθηκε θαυμάζοντας το, όταν με το ταξί μου τον είχα μεταφέρει στο κοιμητήριο την ημέρα των Αγίων Πάντων για να κάνει παρέα της πεθαμένης κόρης του και να φάει το ειδικό φαγητό πάνω από το φτωχό μνήμα της, όπως ήταν η συνήθεια του τόπου.
Ήρθαν οι αντιπρόσωποι της εταιρίας (Η Πρόβλεψη) έφεραν το φέρετρο στο σπίτι, έβαλαν μέσα τον νεκρό, το ακούμπησαν ανάμεσα σε δυο καρέκλες για το ξενύχτι.
Μαζεύτηκαν γειτόνισσες μερικές φέρανε κομποσκοίνια, άλλες φέρανε καντήλια, άναψαν κεριά, καθόταν σε καρέκλες δίπλα απ το φέρετρο μετρούσαν τις χάντρες από το κομποσκοίνι κι έψαλλαν το Άβε Μαρία. Είχαν φέρει και βεντάλιες να διώχνουν τα κουνούπια, ο καπνός από τα κεριά, το σκοτάδι της νύχτας η αποπνικτική ζέστη, τα κλάματα, και στη μέση ο νεκρός μια σκηνή από έργο φαντασίας.
Κόσμος μαζεύτηκε στην αυλή, πίνανε ρούμι, μπύρες, κι έλεγαν παραμύθια, μερικοί είχαν έρθει στο κέφι και σιγοτραγουδούσαν τα πιτσιρίκια έτρεχαν στην αυλή παίζοντας, τα ταξί ερχόταν το ένα μετά το άλλο φέρνοντας γνωστούς, είχε μαθευτεί ο θάνατος, ήταν ένα ακόμη ξενύχτι, κάτι σα μια στιγμιαία γιορτή, ευκαιρία για να πιουν, να φάνε,
Υπήρχε μια πήλινη κατσαρόλα όπου έβραζε καφές μαύρος με ζάχαρη, Ήρθε και η κόρη του, αυτή που για χάρη της είχε αυτοκτονήσει ο νεαρός, αυτός που τραγουδούσε κάτω απ’ το παράθυρό της.


Σαν ξημέρωσε έγινε η κηδεία βάδιζαν πεζοί προς το κοιμητήριο, ο κόσμος ακολουθούσε, ένα μνήμα έχασκε ανοικτό χτισμένο δίπλα από το μαυσωλείο, ήταν η αναγνώριση της ματαιότητας, εκεί έβαλαν τον νεκρό, με τσιμέντο έχτισαν την πόρτα και το έβαψαν πράσινο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης