Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Τέτοιες Χρονιάρες Μέρες:











Σημερινός Χιονιάς 26-27 Δεκεμβρίου 2010







Η ζωή απ' την ανάποδη,





Στα φορτηγά αργοκίνητα βαπόρια τέτοιες χρονιάρες μέρες στη μέση του πελάγου ήταν οι πιο ανιαρές, παίζανε πόκα με πέντε ή με εφτά χαρτιά. Παίζανε μέχρι να ξημερώσει, ή μέχρι να πάνε για βάρδια, η καπνιά από τα τσιγάρα ήταν σαν ακίνητη ομίχλη σε στεριά, εκεί υπήρχαν οι χαμένοι και οι κερδισμένοι, υπήρχε και της πόκας ο νόμος της μαγκιάς, όταν σηκωνόσουν να φύγεις κερδισμένος δημιουργούνταν καυγάδες, έτσι έπρεπε να είσαι και πολιτικός, να το προ-δηλώσεις, μάγκες όταν έρθει στα χέρια μου η τράπουλα να μοιράσω χαρτιά θα φύγω. Έτσι το έπαιζες καραμπίνας που λένε πήγαινες συνέχεια πάσο, αν έβλεπες κάτι το σίγουρο έριχνες αν όχι συνέχιζες πάσο. Όταν τελείωναν τα χρήματα στο πέλαγος έβγαιναν στο τραπέζι οι κούτες τα τσιγάρα. Άγρυπνοι με κόκκινα μάτια πήγαιναν για δουλειά, ήταν και από τους πολλούς καφέδες. Αλλά οι καυγάδες ήταν πιο συχνοί από οτιδήποτε άλλο. Μέχρι που ο λιπαντής της μηχανής ένας έλληνας από την Αίγυπτο μορφωμένος με γλώσσες, είχε μπαρκάρει από το Ρότερνταμ Ολλανδίας, όπου έκανε τον σερβιτόρο στο Μπαρ της Λούλας έβγαινε στην κουβέρτα ξετιναγμένος να αναπνεύσει μες το κρύο και την παγωνιά χωρίς σακάκι, τούχαν πάρει στα χαρτιά και το πουκάμισο που λένε, πέθανε ο φουκαράς στο πέλαγος. Ένας Μανιάτης φοβέριζε ότι θα φέρει την καραμπίνα, και το πιο παράξενο πάντοτε έχανε.

Νέα Υόρκη στην αρχή η ζωή φαινόταν βουνό, η δουλειά σκληρή μόλις και μετά βίας μπορούσες ν’ ανασάνεις, φίλους και γνωστούς δεν είχες αν ήταν κανένας βαπορίσιος ο.κ. αν όχι έπρεπε να αρχίσεις απ’ την αρχή με ήθη και έθιμα στεριανά.
Παίζαμε λοιπόν πόκα, είχα πέντε κόκκινα χαρτιά καρά και κούπες, ο συμπαίκτης μου, μου έλεγε δικαίωμα να σκεφτεί μετά με κοίταζε να με ψυχολογήσει, κάπνιζε δεν μιλούσε… καπνίζαμε όλοι, εκεί που τους είχα όλους σίγουρος ξύπνησα, έτριψα τα μάτια μου, μωρέ τι παράξενο όνειρο αλλά για καλό κακό ας σημειώσω τα πέντε τραπουλόχαρτα που είχα. Πήρα μολύβι και χαρτί έγραψα τους αριθμούς και ξαναπήγα για ύπνο. Το μεροκάματο άρχιζε νωρίς 5 τα χαράματα.
Ο κινέζος που πουλούσε εφημερίδες τσιγάρα κλπ. δεν έκλεινε ποτέ, περαστικός για τη δουλειά μου πρωί, σκέφτηκα να παίξω τα 5 νούμερα σε λόττο;
Μπαίνω μέσα του τα δίνω, μα μου λέει χρειάζεσαι έξη νούμερα, και το συμπληρωματικό, βάλε ότι θέλεις εσύ, του λέω! Πήρα την απόδειξη την πέταξα στην τσέπη μου και την ξέχασα. Δεν είπα κανενός τίποτα, άλλωστε τι μπορείς να πεις όταν δεν έχεις τίποτα το συγκεκριμένο; Φαντάσου να έλεγα ότι είδα στον ύπνο μου τα νούμερα της πόκας. Ανοησίες σκέφτηκα. Ποιος πορεύεται με όνειρα;





Τετάρτη κλήρωνε, την Πέμπτη από περιέργεια κοίταξα την εφημερίδα, μωρέ μπράβο τα 5 νούμερά μου ήρθαν αλλά εφόσον δεν είχα το έκτο και το συμπληρωματικό μου έδωσαν το δεύτερο βραβείο.
Δεν πίστευα στα όνειρα, αλλά αν έδινα λίγη σημασία κι αν έκανα τους κατάλληλους συνδυασμούς εφόσον το λόττο είχε 40 νούμερα δηλαδή αν έπαιζα τα 5 νούμερα συν ένα και συν ένα το συμπληρωματικό σήμερα θα είχα εκατομμύρια.
Αλλά έτσι είναι η ζωή, πρέπει να την πάρουμε όπως έρχεται, όχι όπως θα θέλαμε να ήταν.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Συμπόσιο!

Απο Αριστερά,
ο Δ. Κονταρίνης, Ν. Λιψάνος, Στέλλα, Ζ. Φόλλεντερ, Βαγγέλης Διακογιάννης, Βάνα Κοντομέρκου, Δ. Μουστάκης, Γαβριήλ ΠαναγιωσούληςΑπό Αριστερά:
Νίκος Λιψάνος, Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Βάνα Κοντομέρκου, Στέλλα Ζ. Φόλλεντερ, Κ. Λυκογιάννης, Δ. Μουστάκης, Ντένης Κονταρίνης, Ανδρέας Κοντομέρκος, Β. Διακογιάννης.

Χριστούγεννα έρχονται, καινούργιος χρόνος μπαίνει, μοιράζονται καλοπροαίρετες ευχές, για την γέννηση του Θεανθρώπου, μα και για έναν καινούργιο χρόνο γεμάτα υγεία και ΕΙΡΗΝΗ σε όλο τον κόσμο.

Έτσι κι εμείς μια παρέα φίλων, που τους αρέσει η γραφή μα και η ανάγνωση, συγγραφείς μα και δημοσιογράφοι, αποφασίσαμε να ευχηθούμε καλό κατευόδιο στον παλιό χρόνο που φεύγει, καλωσορίζοντας τον καινούργιο, σαν μια νέα εποχή, ανταλλάσοντας συμβολικά δωράκια, κάνοντας ένα μικρό συμπόσιο, συζητώντας διαφορετικές απόψεις και γνώμες, πίνοντας το κρασάκι Νεμέας, με το ακομπανιαμέντο της φυσαρμόνικας του φίλου Βαγγέλη Διακογιάννη…
Κι όλα αυτά στη Νέα Υόρκη…

Χρόνια πολλά σε όλους σας.

Γαβριήλ

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Και του Χρόνου στα σπίτια μας...


Πρωτοχρονιά, έχουν περάσει από πάνω μου πολλές πρωτοχρονιές, η κάθε μια σε διαφορετικά μήκη και πλάτη του πλανήτη μας, έτσι θα μπορούμε να πούμε ότι η κάθε μια είχε μια δική της διαφορετική γεύση.
Ήτανε μια καπνοδόχο φτιαγμένη από τσίγκο όταν βάζαμε κούτσουρα για φωτιά στο τζάκι, γέμιζε καπνό έμοιαζε σαν τσιμπούκι, από αυτήν θα κατέβαινε ο Aϊ Βασίλης να μας φέρει τα Αγιοβασιλιάτικα δώρα .
Αποβραδίς βάζαμε τα παπούτσια μας κάτω απ’ την καπνοδόχο, περιμένοντας με λαχτάρα να ξημερώσει να δούμε τι θα μας δώριζε. Συνήθως κανένα μπαλονάκι (φούσκα) ένα τόπι ή καμιά φλογέρα.
Μικροί αθώοι είμαστε τόσο ευχαριστημένοι, με αυτά τα μικρά πράγματα, μετά οι μεγαλύτεροι θα μας έκαναν μποναμά, μια δεκάρα ή μια δραχμή, ότι είχε ο καθένας, μια κοινωνία που χάθηκε λες και ήταν η εποχή του Φαραώ κι όμως ήταν μόλις ΧΘΕΣ, αφού ακόμα και οι καμήλες υπάρχουν.

Στη μέση του Ατλαντικού εν πλω για Νέα Ορλεάνη, είχαμε αναχωρήσει από Δουνκέρκη Γαλλίας φορτωμένοι μελάσα ένα παχύρευστο υγρό που από τους εξαεριστήρες στο πέλαγος έβγαζε μια μυρωδιά σαν καμένη ζάχαρη.
Το βαπόρι ένα λίμπερτι δεξαμενόπλοιο είχε κάνει μάλιστα κι ένα κρακ στην κουπαστή στη δεξιά μεριά κάτω απ’ το ποδάρι της γέφυρας. Του είχαν βάλει όμως ένα καρφωτό ζωνάρι έτσι για πιο σιγουριά ότι δεν θα κοβόταν στα δυο.
Το πλήρωμα 30 άτομα όλοι έλληνες, τέτοιες χρονιάρες μέρες ο κάθε ένας σκεφτόταν την οικογένειά του, αυτούς που τον περίμεναν να γυρίσει.
Από βραδύς είχαμε όλοι μαζευτεί (εκτός ασφαλώς από τις βάρδιες) στο καπνιστήριο του πλοίου και παίζαμε χαρτιά, περιμένοντας να υποδεχθούμε τον καινούργιο χρόνο. Ακουγόταν ο γδούπος απ τα κύματα που έσπαγαν τα μούτρα τους στο βαπόρι κι αυτό έτρεμε λες και είχε τεταρταίο πυρετό και ρολάριζε από την μια μεριά στην άλλη, σα να μας νανούριζε.
Οι περισσότεροι παίζαμε 31, άλλοι έπαιζαν πόκα. Μεσάνυχτα ακριβώς κατεβαίνει ο πλοίαρχος απ’ την γέφυρα ένας Συριανός, μας χαιρετάει όλους και μας δίνει μια ευχή.
Χρόνια Πολλά, και του Χρόνου στα Σπίτια μας… αυτές τις λέξεις τίποτε άλλο, ο κάθε ένας μας προβληματίστηκε, μερικοί δάκρυσαν, μερικοί έπεσαν σε συλλογισμό, εν τέλει φέρανε ποτό κι έκοψαν την βασιλόπιτα. Ήμουν τυχερός, μου έτυχε το φλουρί, μετά διαλυθήκαμε ο κάθε ένας πήγε στην κουκέτα του,
Τώρα το πόσοι τα κατάφεραν στο να επαληθευτεί η ευχή (Και του χρόνου στα σπίτια μας) άγνωστο, πάντως εγώ δεν τα κατάφερα ίσως να με είχε δέσει ο Ωκεανός ή το πεπρωμένο του φλουριού της βασιλόπιτας.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς στην πύλη του μόλου λιμάνι της Ονδούρας μας περίμενε μια φίλη παρέα με άλλους φίλους, χρονιάρα μέρα βλέπεις, ο Κίλγορ ανάλαβε να μας οδηγεί πήγαμε σε κέντρα, από το ένα στο άλλο αγοράσαμε κροτίδες για να υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο. Έτσι ήταν το έθιμο του τόπου. Τα μεσάνυχτα ακριβώς βάλαμε φωτιά στα βαρελότα, η πολιτειούλα, το λιμάνι πνίγηκε στους καπνούς, τα βαπόρια άρχισαν να σφυρίζουν για την υποδοχή του νέου χρόνου, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους, φιλιά αγκαλιές Το ποτό οι μπύρες έρρεαν όλοι έπιναν και γλεντούσαν. Ξημερώματα γύρισα στο βαπόρι είχα υποχρέωση να ετοιμάσω το αγιοβασιλιάτικο μενού.

Κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς μαζευόμαστε εδώ στη Νέα Υόρκη στο σπίτι μας, οικογένεια και φίλοι μαζί, πίναμε ποτό, χορεύαμε τα μεσάνυχτα ακριβώς βάζαμε την τηλεόραση και βλέπαμε το μεγάλο μήλο να πέφτει στην πλατεία Times square τότε γινόταν πανζουρλισμός, ανοίγαμε σαμπάνια, και υποδεχόμαστε τον καινούργιο χρόνο, το γλέντι συνεχιζόταν, σε μια ατμόσφαιρα θαλπωρής, εμπιστοσύνης, ξεγνοιασιάς. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά, πολλά χρόνια
.
Τώρα ε! ακόμα υπάρχει ο ενθουσιασμός με τα χρόνια όμως τα παιδιά πήραν τα σκήπτρα, αλλά εξακολουθούμε να δίνουμε το καλώς όρισες στον καινούργιο χρόνο όλοι μαζί, στο σπίτι μας όπως τότε που πρωτοήλθαμε σε τούτο εδώ το κράτος.
Μια παράδοση γεμάτη ζεστασιά και οικογενειακή θαλπωρή.

Χρόνια Πολλά και καλά σε όλους σας. Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος 2011.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικες Σταλαγματιές


Ένα χαρτόνι, ζωγραφισμένη μια φάτνη, στημένη σ’ ένα ξύλο, παιδικές φωνές να ψάλλουν τα κάλαντα, το Χριστός γεννάτε σήμερον, με την ελπίδα ένα φιλοδώρημα, μια μπουκιά ψωμί, το χάραμα να τρέχουν στην εκκλησία να κάνουν χρυσό δόντι, μετά η λαχτάρα να γευτούν το Χριστουγεννιάτικο φτωχικό φαγητό εάν υπήρχε, ο παπάς ο άξονας της ύπαρξης του χωριού, αυτός που κρατούσε ‘δεφτέρι’ λες και ήταν μπακάλης των βαπτίσεων, γάμων, θανάτων, αυτός που μας έλεγε για την γέννηση του θεανθρώπου. Απ’ έξω απ’ την εκκλησία κόχλαζαν τα πάθη, οι σκοτωμοί, η πείνα, η δυστυχία, η κοινωνία μας μικρή , ο κόσμος μας, τόσο κλειστός όσο χώραγε το μάτι σου. Και όμως ήταν Χριστούγεννα!

Πρώτη φορά στην Αθήνα σε υπόγειο στην Καλλιθέα το κρύο τσουχτερό, αποβραδίς είχαμε προμηθευτεί μια κονσέρβα Αργεντινής Corned beef θα τρώγαμε κρέας. Του τηγανιού η λαδιά γέμισε την ατμόσφαιρα, μπήκε στα πνευμόνια μας, μας γέμισε ελπίδα αισιοδοξία, στην επαρχία ο εμφύλιος συνεχιζόταν, κι όμως ήταν Χριστούγεννα
.

Ήρθε η θάλασσα σαν λυτρωτής, βρέθηκα στην Χάβρη Γαλλίας με βαπόρι Λίμπερτι φορτωμένο σιτάρι μας επισκέφτηκαν πολλά άτομα, μια οικογένεια Έλληνες, ο άνδρας έλεγε ότι ήταν ράφτης, ερχόταν κι έτρωγε μαζί με τη γυναίκα του κι ένα κοριτσάκι. Όλοι καταλάβαμε ότι το ράφτης ήταν πρόσχημα, κλείναμε τα μάτια, ήταν Χριστούγεννα.

Ήρθε η φιλόπτωχος, κάποιας ενορίας της Νέας Υόρκης, μερικές συμπαθητικές κυρίες, μαζί τους κι ένας ιερέας, μας μοίρασαν δωράκια γλυκά απ’ την πατρίδα, ξημέρωνε Χριστούγεννα, την προηγούμενη μέρα είχε έρθει κι αυτός ο προξενικός λιμενάρχης ο κ. Καν.. οποίος ούρλιαζε προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει έλληνες εχθρούς του καθεστώτος. Ήρθε και η ώρα συσσιτίου αυτοί μας φέρθηκαν πιο ανθρώπινα μας τάισαν γέμιση γαλοπούλας με cranberry sauce μετά ήρθαν οι δεσμοφύλακες βαρώντας τη μαγκούρα τους για κλείσιμο, σιωπητήριο,
Εκεί ήρθαν τα όνειρα, περνούσαν τα τζάμια με τα κάγκελα, ο αντικατοπτρισμός των φώτων του Μανχάταν στην επιφάνεια του ποταμού, η διαμαρτυρόμενη βοή της Μπουρού, τα δάκρυα, η ανημποριά, η λύτρωση του ύπνου. Ήταν Χριστούγεννα στο νησί Έλλις.

Ο Ινδικός Ωκεανός είχε βαλθεί να μας βουλιάξει, μέσα στην κοσμοχαλασιά αυτή, μέσα στην κιβωτό της Βαβέλ οι ελλείψεις στα τρόφιμα τεράστιες, ο μάγειρας ένας Κεφαλλονίτης αρνήθηκε να ζυμώσει ψωμί ‘δεν το λέει η σύμβαση’ τα μέσα πρωτόγονα, το περισσότερο πλήρωμα ξένοι, ξένη και η σημαία του πλοίου. Όσο υπήρχε αλεύρι ζύμωνα εγώ, ερχόταν Χριστούγεννα.

Οι λιτανείες (posadas) διαδεχόταν η μια την άλλη, όλες κουβαλούσαν το ομοίωμα του Ιησού (Él Niño) και προσπαθούσαν να βρουν φιλοξενία να το κρύψουν σε σπίτια νοικοκυραίων, σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα. Περνούσαν απ’ έξω απ το σπίτι μου. Νεαρά άτομα έτρεχαν πάνω κάτω, οι γυναίκες έψαλλαν… ερχόταν Χριστούγεννα. Παρακολουθούσα σιωπηλός! Τι να πω; Οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, βρισκόμουν σε δίλλημα, καινούργιος σε αυτή την περιοχή σε μια πόλη με υψόμετρο 3000 μέτρων με ένα κλίμα ανοιξιάτικο με τους περισσότερους κατοίκους να μην έχουν δει ποτέ θάλασσα, ένα κράτος απογόνων των Μάγια με το παραδοσιακό τους Χριστουγεννιάτικο φαγητό ‘ταμάλες’, χοιρινό κοκκινιστό τυλιγμένο με καλαμποκίσια ζύμη σε μπανανόφυλλα, ετοιμαζόταν όλοι να υποδεχτούν την γέννηση του Θεανθρώπου γλεντώντας, όταν την παραμονή μας ήρθε επείγουσα εντολή, το αναμέναμε άλλωστε, πήγαμε στο Materno Infantil. Έτσι ήρθε στον κόσμο η πρώτη μας κόρη την ημέρα των Χριστουγέννων ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο, παλαιότερα λέγανε μας ήρθε η επίσκεψη του Πελαργού από τότε μέχρι σήμερα εορτάζουμε κάθε χρόνο διπλά την ημέρα των Χριστουγέννων.
Έχουν περάσει πολλά, πολλά χρόνια και το πιο παράξενο μου φαίνεται πως ήταν χθες!

Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Αναπολώντας

Υπάρχει εδώ στη Νέα Υόρκη ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα στα Ισπανικά με τον τίτλο: Recordar es vivir, κάτι σα να λέμε (ξαναζώ με τις αναμνήσεις μου)
Ε!
Αυτό κάνω κι εγώ, όσο παράξενο κι αν φαίνεται.

Corpus Christi, ένα λιμανάκι στο Τέξας, απογοητευμένοι γυρίζαμε στο βαπόρι, δεν είχαμε βρει τίποτε άξιον λόγου, έτσι αρχίσαμε και κλωτσάγαμε τα καπάκια από τα τενεκεδένια βαρέλια σκουπιδιών, αυτά που έβγαζαν στο πεζοδρόμιο οι νοικοκυραίοι, μέχρι που κάποιος βγήκαν και μας έβαλαν τις φωνές.
Φυσικά τρέξαμε στο βαπόρι. Τώρα κατάλαβα, όπου κάνω την ίδια δουλειά, βγάζω τα σκουπίδια μου στο πεζοδρόμιο την καθορισμένη ημερομηνία. Πολλές φορές έβγαινα τα βράδια μόνος μου περπατούσα στους ήσυχους δρόμους της πόλης του λιμανιού κοιτάζοντας τα σπιτάκια και ονειρευόμουν, αν ποτέ θα είχα κι εγώ μια τέτοια τύχη. Όσο πιο μικρό ήταν το λιμανάκι, τόσο πιο πολλά όνειρα φύτρωναν στο μυαλό μου λες και ήταν τρίχες της κεφαλής μου, τότε είχα πολλά μαλλιά.


Πήγαμε και στο Beaumont Τέξας, εκτός από Hοuston και Galveston μεγάλα λιμάνια αυτά. Μετά τραβήξαμε για Lake Charles Louisiana, Gretna, Μπατόν Ρουζ, New Orleans εδώ ήταν το λιμάνι όπου προμηθευόμαστε την τροφοδοσία του μηνός. Κάναμε βόλτες στην οδό Κανάλ, μετά στην Μπούρμπον στην γαλλική συνοικία και χαζεύαμε τα στριπτίζ, αλλά σπάζαμε πλάκα με τους κράχτες, αυτούς που μισάνοιγαν την πόρτα να δούμε κάνα γυμνό, ήταν το δόλωμα. Όποιος ήταν τυχερός και είχε φιλενάδα τον πήγαινε και στην γαλλική εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου έβρεχαν τα χέρια τους, ψιθυρίζοντας ένα Άβε Μαρία.
Άλλες φορές πηγαίναμε στην Pensacola, Tampa, Panama City, Florida, Gulfport Mississippi, και Mobile Alabama, το βαπόρι ήταν γενικού φορτίου παίρναμε κι αφήναμε σε κάθε λιμάνι, όλα στον κόλπο του Μεξικού. Πιάναμε στο Progresso Yucatan, φορτώναμε ανανάδες κονσέρβα, μετά Veracruz, Tampico, Μεξικό και τανάπαλιν.
Η Γουαδαλούπε από τη Μέριδα Γιουκατάν ήρθε με την οικογένειά της για επίσκεψη, πρώτη φορά έβλεπαν βαπόρι, ανέλαβα ξεναγός, την πήγα στη γέφυρα, από εδώ κι από εκεί, τελικά μου έμεινε το χαρτί με όνομα και διεύθυνση.

Στο λιμάνι της Βερακρούς υπήρχε κατάστημα που πουλούσε γυναίκες, πήγαινες και διάλεγες… την έπαιρνες, έφευγες κι όπου σε βγάλει η άκρη.
Όχι δεν ήταν μπαρ, η κλαμπ αλλά έμοιαζε με μοδιστράδικο.
Ένα από τα μυστήρια που κυνηγάνε τους ναυτικούς σε κάθε λιμάνι είναι να μαθαίνουν πρώτοι τον υπόκοσμο κι αν τους μείνει καιρός βγαίνουν στην επιφάνεια στην κοινωνία. Ήταν πολύ δύσκολο εσύ ως περαστικός ναυτικός να εισχωρήσεις σε μια τάξη ανθρώπων αυτών που λογίζεται ότι κρατούσαν την ηθική, ή ας πούμε την κοινωνική ζωή του τόπου.
Ήρθε ο πράκτορας στο βαπόρι στο λιμάνι του Ταμπίκο και είπε: Μια και είστε έλληνες έχουμε έναν έλληνα ναυτικό τον άφησε το βαπόρι του ασθενή και πέθανε αν θέλετε μπορείτε να έρθετε να τον δείτε πριν τον πάμε στο νεκροταφείο. Θυμάμαι πήγα εγώ με δυο άλλους στο γραφείο τελετών πριν τον θάψουν. Δεν τον ξέραμε τον άνθρωπο, πήραμε το όνομά του και διεύθυνση στην Ελλάδα βγάλαμε φωτογραφίες και τις στείλαμε στους δικούς του.
Κάθε μέρα που περνούσε και μια περιπέτεια και το κυριότερο ήταν ότι δεν μπορούσες να προγραμματίσεις τίποτα, αισθανόσουν ότι ήσουν ένα μέρος του κόσμου των λιμανιών, της ζωής και της λαχτάρας των εφήμερων γυναικών, μα κι εύκολη λεία για τους στεριανούς, αυτούς που σου προσέφεραν ότι σου γυάλιζε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Ευχαριστίες



Ημέρα Ευχαριστιών
Όλοι οι άνθρωποι κάποτε δίνουν ευχαριστίες και δοξασίες σε όποια δύναμη αυτοί οι ίδιοι πιστεύουν, ακόμα και σε συνανθρώπους τους.

Έτσι κι εδώ στην πατρίδα όπου ζούμε έχουν καθιερώσει μια ειδική ημέρα την τελευταία Πέμπτη Νοεμβρίου παίρνοντας παράδειγμα από τους πρωτοπόρους μετανάστες της Νέας Αγγλίας που η θεία πρόνοια φρόντισε να τους προμηθεύσει έτοιμους να θυσιαστούν διάνους - γαλοπούλες, για να χορτάσουν την πείνα τους.
Είναι μια μη θρησκευτική εορτή, όπου μαζευόμαστε όλοι μαζί σε μια ζεστή οικογενειακή θαλπωρή να γευματίσουμε τον θυσιασμένο διάνο, γάλο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Απλές Σκέψεις

Ανεβασμένος σε ένα σεληνιακό τοπίο εκεί όπου είχα σταθεί προσπαθώντας να σταματήσω τη φθορά του χρόνου κοίταξα κάτω τη γη και είδα στο βάθος τη θάλασσα, το νότιο άκρον της Ιθάκης, κάτω με το πράσινο η Πύλαρος Κεφαλληνίας με το λιμανάκι της Αγίας Ευφημίας… μπροστά μου ήταν το κυκλικό ερημικό τοπίο, πίστεψα ότι ήμουν στο φεγγάρι, μόνο που το τοπίο ήταν συνδεδεμένο με τον τόπο μου ο οποίος στροβιλιζόταν πάνω στον άξονα της γης, άκουγα τον θόρυβό του καθώς γύριζε έτσι μου έμεινε η ψευδαίσθηση ότι κάποτε πήγα στο φεγγάρι, αλλά ήμουνα ακίνητος στον τόπο μου.
Ο ανατολικός ποταμός ρέει παραπλεύρως, από εκεί που μένω. Δυο τεράστιες κρεμαστές γέφυρες είναι στην γειτονιά μου ενώνουν το Μπρονξ με το Κουήνς, εκεί όπου βρίσκονται τα δυο αεροδρόμια της Νέας Υόρκης, μα και η ελληνική γειτονιά της Αστόριας.
Ανάμεσα στις δυο γέφυρες υπάρχει συνορεύοντας με την ακροθαλασσιά μια τεράστια επίπεδη επιφάνεια όπου τις άκρες, τις ποτίζουν του ποταμού τα υφάλμυρα δάκρυα, εκεί υπάρχει ένα κοιμητήριο καθολικών του αγίου Ραϋμούνδου με όμορφους διαδρόμους γεμάτους δένδρα και πικροδάφνες. Μπορείς να κάνεις τον περίπατό σου αισθανόμενος μια αιωνία ειρήνη.
Όταν πρωτοήρθα εδώ και πολλά χρόνια μια 31 Οκτωβρίου μια μέρα γεμάτη συννεφιά άκουσα έναν θόρυβο μου φάνηκε ότι έτρεμε όλο το σπίτι, έτρεξα έξω ένα αεροπλάνο πετούσε χαμηλά η σκιά του φάνηκε μέσα απ τα σύννεφα, νόμιζες ότι ήταν ο χάρος, ότι θα έπεφτε πάνω στο σπίτι. Σάστισα, κανείς δεν μου είχε πει για αεροπλάνα.
Καθώς βραδιάζει λες και έχουν βάλει στοίχημα τα αεροπλάνα περνούν το ένα μετά το άλλο, πετούν χαμηλά αν κοιτάξεις ψηλά μπορείς να διακρίνεις την εταιρία που ανήκουν, περνούν μόνο αναλόγως από πού φυσά ο άνεμος συνήθως όταν είναι κακοκαιρία. Όταν ο καιρός είναι συννεφιασμένος, ή όταν έχει ομίχλη κάνουν έναν θόρυβο παράξενο που σου φέρνει ανατριχίλα λες και έχει θυμώσει ο Αίολος που του κατακτούν το αερικό βασίλειό του.
Μετά από μερικές ώρες σταματά ο θόρυβος συνήθως πριν από τα μεσάνυχτα, από πάνω από αυτήν τη γειτονιά του Μπρονξ υπάρχει αεροδιάδρομος προσγείωσης στο αεροδρόμιο La Guardia της Νέας Υόρκης. Οι κάτοικοι εδώ γύρω έχουν συνηθίσει, είναι σαν τους νανουρίζει ο θόρυβος της γης που κάνει γυρίζοντας πάνω στον άξονά της καθώς περιμένουν να φανεί η επόμενη χαραυγή το φως του ήλιου, η ελπίδα, η ίδια η συνέχιση της ζωής. Μια συνέχιση όπου θ’ έρθει η άνοιξη, θα ανθίσουν τα λουλούδια, θα μας λούσει με φως ο πατέρας ήλιος
Ο άξονας της γης έχει νικήσει τη φθορά του χρόνου, τουλάχιστον στα μάτια εμάς των θνητών, που η διάρκεια της ζωής μας είναι σαν ένας κόκκος άμμου, που τον φιλούν τα κύματα, τον χαϊδεύει η θάλασσα, τον παίρνει ο άνεμος, που χτίζουν κάστρα, που τον λατρεύουν οι Βεδουίνοι, που τον νικά η όαση, που ενώνεται με τσιμέντο και κατασκευάζουν ουρανοξύστες, κόκκος που όμως φθείρει και κονιορτοποιεί ο χρόνος, εδώ πάνω στην γη μας.
Κάτι που η ανθρώπινη επιστήμη, ο ανθρώπινος νους προσπαθεί να ανατρέψει την φθορά, σκεπτόμενος με τετράγωνη λογική με το να προσθέτει ή να αφαιρεί ουσίες και φάρμακα για την επιμήκυνση της παρουσίας της ζωής μας, που αλληγορικά την παρομοιάζω με κόκκο άμμου.
Αλλά στη γη μας υπάρχει αρχή και τέλος για όλα, τίποτα δεν είναι αιώνιο. Από πάνω μας είναι το άγνωστων σύμπαν κι από κάτω μας το άγνωστων σκοτάδι, στην μέση είμαστε εμείς σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη αέρα γεννιόμαστε αναπνέομαι, αγαπάμε, μισούμε γελάμε και κλαίμε κατασκευάζουμε πιστεύω και υπάρχουμε κολλημένοι στον φλοιό της γης, ιδιόμορφες δισεκατομμύρια ψυχές, σαν τους κόκκους άμμου, αλλά τον άμμο τον παρήγαγε η τριβή της θάλασσας με τις πέτρες, ενώ εμάς;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ

Κάθε που το βαπόρι πήγαινε στο λιμάνι της Ονδούρας, μας περίμενε ο Σπύρος ο Κεφαλλονίτης . Καλό παιδί δούλευε σε εμπορικό κατάστημα Τούρκων έτσι τους έλεγαν, στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν τούρκοι αλλά Λιβανέζοι. Μαραγκός στα βαπόρια ο Σπύρος είχε ξεμπαρκάρει σε τούτο το σημείο της γης. Τα βράδια που έβγαινα έξω κάναμε παρέα, οι κοπέλες τον πείραζαν χαριεντιζόταν μαζί του. Βρε του λέω, πως τα περνάς εδώ; Δεν έχεις ζευγαρωθεί με καμιά γυναίκα; Όχι μου λέει είμαι μόνος, θέλω την ησυχία μου, μετά όταν μπλέξεις δεν ξεμπλέκεις, υπάρχουν τόσες και τόσες, η κάθε μια με τα δικά της μπλεξίματα. Μετά είναι και οι οικογένειες τους συζείς με κάποιαν μαζεύονται ουρά οι υπόλοιποι. Έτσι φίλε έχω μείνει μόνος, τον πήραμε στο βαπόρι πλήρωμα. Ένας σοφός, άνθρωπος, κατά τη γνώμη μου ένας που ήξερε πολλά στη ζωή.
Είμαστε κι εμείς στα ποντοπόρα φορτηγά βαπόρια όλοι νεαροί, γυναίκα ήταν η συζήτηση απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ κι απ’ το βράδυ μέχρι να ξημερώσει. Καμιά φορά σκέφτομαι την τεχνητή ζωή που περνάγαμε, τίποτα να στενοχωρηθείς, φαγητό και ύπνος υπήρχαν, ο μισθός αν και πενιχρός έτρεχε, αφορολόγητα τσιγάρα υπήρχαν, σαπούνι και σεντόνια υπήρχαν. Στα λιμάνια ξεχυνόμαστε σαν ταύροι.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια, πολλά χρόνια, σε μια απομίμηση ζωής, σε μια παγκοσμιότητα που δεν ήταν η πατρίδα σου, που δεν σου παρείχε τίποτα κι όχι μόνο αλλά σου στερούσε και την ευκαιρία να μορφωθείς αφού δεν στεκόσουν παραπάνω από μια βδομάδα μέχρι ένα μήνα, σε κάθε λιμάνι, σε κάθε κράτος, σε κάθε λαό. Πολλές οι εμπειρίες, πολλές οι μέρες εν πλω με ουρανό και θάλασσα μ’ ένα σκαφίδι τόσο δα μικρό, μια φορά κάναμε από Νέα Ορλεάνη στο Μπανγκλαντές από τον γύρω του ακρωτηρίου της καλής ελπίδας 120 μερόνυχτα πέλαγος, αλλόκοτες, παράξενες, περιπέτειες, ξενικές, θαλασσοβρεγμένες ή όχι. Ένα έμεινε όταν πλέον έφυγες απ’ αυτή την θαλασσινή ζωή θα έπρεπε να γνωρίσεις από την αρχή την κοινωνία τον κόσμο, μα και την βιοπάλη. Τις ανθρώπινες καλές σχέσεις, την πλατωνική αγάπη, να κατανικήσεις το κοκκίνισμα του προσώπου όταν σου μιλούσε κορίτσι, τεράστια η διαφορά, θα υπήρξε μια πρώτη φορά για όλα να τα μάθεις μεγάλος αυτά που οι άλλοι τα έμαθαν σε παιδική ηλικία. Έτσι μετά από χρόνια ξαναγεννήθηκες στη ζωή της στεριάς, ανήξερος σα να ερχόσουν από τον εξωγήινο κόσμο. Θαύμαζες αυτούς που οδηγούσαν, το όνειρό σου να πιάσεις κι εσύ κάποτε τιμόνι. Είναι τόσο απλό.

Γιατί τα γράφω αυτά, μα για να κάνω έναν αντιπερισπασμό που με πνίγει για τον αφύσικο τεχνητό τρόπο ζωής, αυτής που ανήλικος απότομα βρέθηκες στις Βραζιλιάνικες νύχτες του Ρίου για σαράντα μερόνυχτα χωμένος στην αγοροπωλησία της γυναικείας σάρκας, μέρος όπου η φαντασία γινόταν πραγματικότητα, όπου σου στερούσε το χάρισμα του ονείρου, το καρδιοχτύπι της αγάπης, την αμφιβολία αν με θέλει, κι όλα αυτά μέσα σε ένα νωθρό στην ταχύτητα φορτωμένο κάρβουνο βαπόρι να σε περιμένει, κι έζησες τις χίλιες και μία νύχτα, κονσερβοποιημένες σε 40 νύχτες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Μια Διαφορετική Νέα Υόρκη


Ήταν μια σκάλα ξύλινη παλιά, κάθε σκαλοπάτι έτριζε καθώς ανέβαινες προς τον δεύτερο όροφο. Με το που άνοιγες την πόρτα μια μπόχα από τσιγάρο σου έπαιρνε την αναπνοή. Υπήρχαν δυο τραπέζια τα έλεγαν γραφεία ένα δυο τρία τηλέφωνα στο κάθε ένα. Γύρω, γύρω καρέκλες, φορμάριζαν κύκλους λες και συνωμοτούσαν οι καθήμενοι. Σε κάθε κουδούνισμα τηλεφώνου έπαυαν οι ομιλίες, μια νεκρική σιωπή διαδεχόταν τα πάντα και τα βλέμματα συγκεντρωνόταν στο τραπέζι, ο τηλεφωνητής μας κοίταζε όλους μας, ταλαντευόταν μετά φώναζε ένα όνομα, του έδινε ένα χαρτί στο χέρι με διεύθυνση για το που να πάει για δουλειά, αν είχε λεφτά πλήρωνε αμέσως αν όχι θα τα κρατούσε το αφεντικό απ’ τον μισθό του, αν η εργασία ήταν μόνο για μια μέρα $ 5 αν ήταν κανονική ένα βδομαδιάτικο, Ήταν ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας στους 40 δρόμους και 8η Λεωφόρο. Ο ιδιοκτήτης Έλληνας ο Γιώργος στο άλλο τραπέζι γραφείο καθόταν ο Σοφοκλής.
Άνοιξα και μπήκα, πήγα κοντά στο τραπέζι ο καθήμενος έγραψε τ’ όνομά μου, μετά με ρώτησε τη δουλειά ξέρεις, τι ψάχνεις να βρεις; Με κοίταξε από την κορφή μέχρι τα νύχια, συνήθως η απάντηση ήταν για την ώρα δεν υπάρχει τίποτε αλλά μην απελπίζεσαι κάθισε και περίμενε, ίσως κάποιος να τηλεφωνήσει. Ήταν μια ανεργία του διαβόλου. Καινούργιος στην Νέα Υόρκη είχα χάσει τη δουλειά μου όπως και πολλοί ακόμα. Έπρεπε όμως να βρεθεί μεροκάματο τα έξοδα έτρεχαν
Η ελπίδα ερχόταν με το κουδούνισμα του τηλεφώνου, ως επί το πλείστων οι περισσότεροι έλληνες μετανάστες του καιρού εκείνου εργαζόταν στα εστιατόρια, ήταν μια εργασία που δεν χρειαζόσουν μόρφωση, σκληρή αλλά πλήρωναν καλά, έστω κι αν ήταν δεκάωρη, ποιος κοίταζε τέτοια;
Η αίθουσα γεμάτη Έλληνες μετανάστες, αυτοί της δεκαετίας του 70.
- είχε αρχίσει να σουρουπώνει ήταν Κυριακή αφού σκούπισε τα χέρια του με την λερή ποδιά του, μέτρησε τις εισπράξεις της ημέρας, μέτρησε μερικά με φώναξε άκου εδώ, δεν μου κάνεις; πάρε το βδομαδιάτικό σου και φύγε, φώναξε τον πιατά έναν ισπανόφωνο να κλειδώσει πίσω μου την πόρτα… ένιωσα σαν παρείσακτος.

-τηλεφώνησα την περιπέτεια αυτή σε γνωστό μην στενοχωριέσαι έλα την ερχόμενη εβδομάδα να εργαστείς στο δικό μου εστιατόριο. Ησύχασα, αποβραδίς μου τηλεφωνεί: ξέρεις μην έρθεις για δουλειά, σκέφθηκα ότι θα είναι πολύ βαριά για εσένα.
Η ιδιοκτήτρια εστιατορίου μια όμορφη Ρωσίδα, η μόνη που έδειξε κάποια συμπόνια με φώναξε ιδιαιτέρως. Παιδί μου ξέρω πως αισθάνεσαι πρωτάρης, να πάρε τον μισθό σου και πήγαινε στην ευχή του Θεού, με σύστησε μάλιστα και σε έλληνες της περιοχής να με βοηθήσουν.

Έφυγα, έφυγα, τσακισμένος, όχι δεν το έβαλα κάτω, άρα ποιος να φταίει; Έβλεπα τα αυτοκίνητα, αυτές τις λιμουζίνες που περνούσαν δίπλα μου, οι οδηγοί με στολή, στην φαντασία μου έμοιαζαν στρατηγοί.
Βρήκα φίλο από την Σεβίλλη Ισπανίας είμαστε στα καράβια μαζί, με σύστησε σε ισπανικό εστιατόριο, από την Ανδαλουσία είχε και ορχήστρα μουσική φλαμέγκο, ήταν η πρώτη μου φορά που ένιωσα καλοδεχούμενος, μετά από αυτό η ζωή κύλησε κορδόνι, έγινα στο σώμα νεοϋορκέζος, απόκτησα αυτοκίνητο, τα καλοκαίρια πήγαινα-ω στην Ελλάδα.

-το αφεντικό ένας Ελληνο-αμερικανός άνοιξε την πόρτα του παρκαρισμένου αυτοκινήτου ένα τζιπ Cherokee και το γέμισε με παράνομους εργάτες αυτοί που δούλευαν δίπλα μου στο μαγαζί του για να τους κρύψει, με φώναξε παρουσιάσου μπροστά. Μια κυρία σ’ ένα τραπεζάκι ήταν από το υπουργείο εργασίας.
Πόσα χρήματα σε πληρώνει την ώρα; Τόσα.
Πληρώνεις το φαγητό σου; Όχι
Τα άσπρα ρούχα που φοράς τα πληρώνεις; Όχι
Τα σημείωσε, εντάξει γύρισε στη δουλειά σου.

ΣΗΜΕΡΑ τους βλέπεις σε κάθε γωνιά του δρόμου και σε κοιτάν στα μάτια, είναι παράνομοι μετανάστες, τους βλέπεις απ’ έξω απ’ τα καταστήματα ειδικώς αυτών που πουλούν οικοδομικά υλικά, σε κοιτούν στα χέρια να δουν τι κρατάς και σου ψιθυρίζουν θέλεις βοήθεια; θέλεις εργάτη; Πας σε εστιατόριο Diner έχουν και ελληνικό μενού, Μεξικανός ή άλλος Λατινοαμερικάνος ο μάγειρας, ο σερβιτόρος, ο πιατάς. Στα προάστια στις άκρες των δρόμων κάνουν πηγαδάκια, κάθε που σταματήσει αυτοκίνητο τρέχουν, μερικοί τους βρίζουν, άλλοι τους κάνουν παζάρια, είναι αυτοί που μαζεύουν τα φύλλα, που κόβουν το χορτάρι, που ξεχιονίζουν την αυλή σου, που βάφουν τους τοίχους, που τραβάνε τα καροτσάκια στις υπεραγορές, είναι οι καθαρίστριες σπιτιών, σε αυτούς βασίζεται η αμερικανική υποδομή τουλάχιστον εδώ στη Νέα Υόρκη, και είναι πολλοί λένε 12 εκατομμύρια σε όλες τις ΗΠΑ. Είναι οι αόρατοι, αυτοί που υπάρχουν, μα δεν υπάρχουν σε στατιστικές, οι ανειδίκευτοι, είναι αυτοί που κάποτε ήμασταν μερικοί από εμάς στα
παπούτσια τους.
Σήμερα με βλέπουν και τους βλέπω, περνώ με τις τέσσερες ρόδες μου πλάι τους, όχι δεν είναι λιμουζίνα αλλά μια ανάγκη, ένα φτωχό Τογιότα, στα μάτια τους όμως ίσως να μοιάζει λιμουζίνα.
Ο χρόνος έφερε τη φθορά για εμάς,
Όμως οι καταστάσεις δεν άλλαξαν!!!!!!!!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Η Σύνδεση

Φιλονικούσαν δυο σχολιαστές πάνω σε ξένη ιστοσελίδα, ξάφνου πετιέται ένας τρίτος και τους γράφει, ρε σεις δεν πάτε να ανοίξετε δικό σας μπλογκ έτσι θα διαβάζεται μόνοι σας τα δικά σας γραπτά και θα χαιρόσαστε θα ικανοποιείτε το εγώ σας, αντί να μας γεμίζεται με ανοησίες;
Ομολογώ εντυπωσιάστηκα, η αλήθεια είναι ότι το μπλογκ σου δίνει την ελευθερία να εκφραστείς, όπως εσύ νομίζεις καλύτερα.

Η πρωτοτυπία του θέματος παίζει πρωταρχικό ρόλο, κάτι που να μην είναι κοινό, έτσι λοιπόν ψάχνω στο μυαλό μου να γράψω κάτι το ασυνήθιστο.
Βάζω μπροστά τη μηχανή των αναμνήσεων, είναι λίγο σκουριασμένη αλλά υπάρχει μια διαφορά, η μηχανή αυτή είναι δική μου, δηλαδή μέσα σε αυτή ενηλικιώθηκα, οπότε μου ανήκουν όλα τα Copyright.

Μια πλατεία με φοίνικες και παγκάκια, μπροστά από μια μεγάλη εκκλησία, εκεί είχαμε βγει παρέα με το φίλο μου, τον Jose Dueña. Είμαστε ναυτικοί πλήρωμα από το ίδιο βαπόρι κάναμε βόλτες στην πλατεία Cienfuegos Cuba. Ξάφνου παρουσιάστηκε μια πιτσιρίκα, χαιρέτισε, ο Χοσέ μου λέει κάνε της παρέα αν θέλεις εγώ πάω σπίτι μου. Ήταν από εκείνα τα μέρη. Με τα στάνταρ της Κούβας τίποτα το παράξενο, κάναμε βόλτες, πήγαμε για ένα ποτό, για καφέ, μετά μου έσκασε το παραμύθι.
Ξέρεις μου λέει θα περάσουμε τη νύχτα μαζί αλλά έχω ένα πρόβλημα, ζω με την μάνα μου, αυτή με περιμένει να γυρίσω, με ψώνια, λοιπόν δώσε μου10 δολάρια να της τα δώσω ώστε να πάει μόνη της στην αγορά και περίμενέ με να γυρίσω θα περάσουμε τη νύχτα αγκαλιά. Κοίταξα την εκκλησία απέναντί μας, κοίταξα και τα αγάλματα, σαν καλός χριστιανός την πίστεψα! Ένα ακόμη μάθημα, το ρήμα περιμένω έμεινε μια κουκίδα, που σα διάττοντας αστέρας χάθηκε στο άπειρο της ζωής.

Ένα μικρό λιμανάκι στην Κούβα Isabela de Sagua, ναυτικοί εμείς ψάχναμε για διασκέδαση, κάποιος μας είπε έχει χορό ο δήμος, γιατί δεν πάτε κι εσείς, όλοι οι Κουβανοί φορώντας γουαγιαβέρας καθισμένοι στην βεράντα στις καρέκλες τους αυτές που δεν έχουν πόδια αλλά δυο καμπύλες και κουνιόταν σα να νανουρίζουν μωρά, μέσα στην αίθουσα ορχήστρα και χορός. Στα σκαλοπάτια της βεράντας μας σταμάτησαν, όχι μας είπαν απαγορεύονται οι ναυτικοί. Θυμώσαμε, πήραμε ταξί και πήγαμε στο εσωτερικό της Κούβας μια πόλη Sagua La Ggrande, εδώ κάπως άλλαζε ο κόσμος, όχι δεν υπήρχε διασκέδαση έπρεπε να το πάρουμε απόφαση θα γυρίζαμε στο βαπόρι, όπως φύγαμε, εν τέλει κάτι βρέθηκε, εκεί στη σκοτεινιά, στη λάσπη ασυνήθιστοι οι ντόπιοι από ναυτικούς έχασα τα λεφτά από την τσέπη μου.

Νέα Υόρκη, ξέμπαρκοι ναυτικοί, γυρίζαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, δεν ήταν εύκολο να σου ανοίξουν τις πόρτες τους οι εδώ ομογενείς. Κάτω στην 8η λεωφόρο τα καμπαρέ το Βρετάνια το Πορτ Σάιντ, το Αιγυπτιακοί Κήποι, κάθε γωνία και μπαρ, αλητεύαμε, πηγαίνοντας να ακούσουμε το «Ο χάρος την πόρτα μου χτυπά χτύπα κι εσύ καμπάνα…» και να δούμε χορεύτριες του χορού της κοιλιάς αυτές που τους έβαζες τα δολάρια στη ζώνη.
Μέχρι που να βρούμε κάποιον να μας συστήσει στο σύστημα δηλαδή το πώς να βρεις φιλενάδα, να μην μας φοβάται, δηλαδή να μας παρουσιάσει σαν τίμιους, νοήμονες ναυτικούς εδώ στη Νέα Υόρκη πέρναγε ο καιρός και θα έπρεπε να φύγουμε, αν όμως γνωρίζαμε την πρώτη οι άλλες ερχόταν αλυσίδα…

Τώρα πολλές φορές περπατώ τα βράδια στα μοναχικά δρομάκια της γειτονιάς μου, εδώ στο Μπρονξ, αναπνέω ελεύθερα, σαν αναλαμπές έρχονται στο μυαλό μου οι παλιές μου περιπέτειες, ξαναβρίσκω την σύνδεση του τότε με το σήμερα, πάνω στον ίδιον τον εαυτόν μου. Είναι αυτές όπου με έπλασαν, θυμώνω με την σημερινή κατάσταση μου, μου φαίνεται ότι έχω χάσει κομμάτι του εαυτού μου, αισθάνομαι αδύναμος να γυρίσω πίσω, απίστευτο κι όμως είναι αυτή η αδυναμία μου που με ηρεμεί, την χρησιμοποιώ σαν γέφυρα που ενώνει το χθες με το σήμερα, το τότε με το τώρα, έτσι εξακολουθώ να απολαμβάνω τη ζωή, σε μια ουτοπία ότι τίποτα δεν άλλαξε!

Γαβριήλ
Παναγιωσούλης