Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Και όμως, ήταν μόλις χθες!



Το φυσικό περιβάλλον,
Και όμως ήταν μόλις χθες,

Υπήρξε κάποτε στην Πύλαρο τα παλιά χρόνια ένα αμόλυντο περιβαλλοντικό πράσινο και πέτρινο φυσικό περιβάλλον τότε που δεν υπήρχαν σκουπίδια. Τότε που η κινητήριο δύναμη για το αλώνισμα του σταριού ήταν τα άλογα και ο άνεμος για το ανέμισμα, οι ανεμόμυλοι για το άλεσμα, ακόμα και ο χειρόμυλος, για το κοφτό, ή για πλιγούρι.
Μια εποχή που συνέθλιβαν τις ελιές δυο κυλινδρικά λιθάρια που τα γύριζε ένα άλογο, γινόταν πολτός όπου έμπαινε σε τσόλια τα δίπλωναν και τα έβαναν το ένα πάνω στο άλλο και τα έστυβαν με μια χειροκίνητη πρέσα. Το λάδι έτρεχε μαζί με το λιόζουμο στο ποδόχι, από εκεί το μετέφεραν σε ασκιά από τομάρι γίδας στις πλάτες οι λιτρουβιαρέοι στα σπίτια των νοικοκυραίων όπου το αποθήκευαν συνήθως σε πιθάρια πήλινα, σαν αυτό που είχε ο Διογένης. Το δε λιόζουμο χυνόταν στις άκρες του χωματένιου δρόμου σχηματίζοντας μαύρες ρυτίδες που μύριζαν μούχλα. Η φωτιά πάντοτε σε έξαψη εκεί σε μια άκρη του λιτρουβιού όπου την τροφοδοτούσαν με λιοκόκκια, πάνω στην πυροστιά έβραζε καζάνι με νερό όπου το έχυναν πάνω στα τσόλια με τον πολτό πριν το δεύτερο στύψιμο με την πρέσα.
Λυχνάρια από δω κι από εκεί κρεμασμένα στον τοίχο έδιναν ένα ημίφως όπου με το ζόρι μπορούσες να διακρίνεις τις κινούμενες οπτασίες των εργατών.
Πιτσιρικάς παρακολουθούσα την κίνηση πάντοτε νύχτα συνήθως χαράματα, η ευτυχία μου αν είχα καμιά φέτα ψωμί, έστω και μπομπότα να την πυρώσω στην φωτιά και να την βουτήξω στο λάδι, αυτό το παρθένο προϊόν που με έπιανε στο λαιμό να με πνίξει από την δύναμη της αγνότητάς του. Όπως κάθε ανέγγιχτο παρθένο πνίγει με την ανυπομονησία της πρώτης δοκιμής.
Και δίπλα μας η εκκλησία της μικρής ενορίας του χωριού, στην οποία ανήκε και το ελαιοτριβείο= λιτρουβιό.
Ένας κόσμος αγνός αλλά και σκληρός, ωμός, σα να ζούσαμε σε μια εποχή χιλιάδες χρόνια πριν, ίσως την του Οδυσσέα, μα το κυριότερο χωρίς σκουπίδια. Κόσμος ξεκομμένος από παραισθήσεις, γεμάτος όμως όνειρα για εμάς τους μικρούς, σαν τα παραμύθια που μας διάβαζαν στο σχολείο.
Βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε να κατακτήσουμε την κοινωνία το σύμπαν, να την γεμίσουμε σκουπίδια έτσι χάθηκαν ερήμωσαν, αυτά που γεννηθήκαμε, έγιναν ερείπια, κι εμείς αδιάφοροι τα προσπερνάμε χωρίς να θυμόμαστε πως κάθε τους ρυτίδα είναι ποτισμένη με σταγόνες ελπίδας, αυτής που μας έζησε όταν γεννηθήκαμε, όταν πασχίζαμε να επιζήσουμε. Στις φωτογραφίες βλέπετε αυτά τα λείψανα, που απέμειναν ελεύθερα στη φθορά του χρόνου, για μας που τα ζήσαμε είναι τα κειμήλιά μας, ένα κομμάτι της παιδικής μας ηλικίας, ένα χαμόγελό μας, κρυμμένο στη σκουριά τους, μια ελπίδα να χορτάσουμε κρυμμένη κάτω απ’ τα λιθάρια, αυτά που πολτοποιούσαν τις ελιές.
Για τους σημερινούς νέους είναι σαν να έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια:
Και όμως ήταν μόλις χθες.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Περιπέτεια στο κοιμητήριο:

.
Παραθέτω Ανθρώπινες συνήθειες
ήθη και έθιμα από άλλους τόπους,
αυτούς που έχω ζήσει και έχω λάβει μέρος
παρατηρώντας τις συνήθειες των συνανθρώπων μας,
μια και όλοι είμαστε παιδιά της ίδιας μάνας, της μητέρας γης.


Η γυναίκα του Πάντσο τον ξύπνησε νωρίς. Έβγαλε από τον κόρφο της και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα που μύριζε ιδρώτα. Το είχε φυλάξει με τόση δυσκολία από αυτά που του έπαιρνε πριν προλάβει να τα παίξει στα ζάρια.
-Σου έχω ετοιμάσει το φαγητό της πεθαμένης κόρης μας, θα πας στο κοιμητήριο να της κάνεις συντροφιά, σε περιμένει, πάρε κάτι και για σένα να φάτε μαζί. Εγώ βλέπεις δεν μπορώ να λείψω, έχω να προσέχω ένα σωρό εγγόνια από τις προκομμένες κόρες μας που τα γενούν και μου τα φέρνουν να τα προσέχω.
-Μα δεν ξέρω, δεν θυμούμαι τον τάφο της.
-Ψάξε και θα τον βρεις, είναι στην κατηφόρα κοντά στον τοίχο.
Ο Πάντσο πήρε τα λεφτά, πήρε επίσης και τη χαντζάρα (ματσέτε) βγήκε στον κεντρικό δρόμο σταμάτησε το ταξί μου, εκείνη την ημέρα έκανα δρομολόγια στον campo santo.
-Στο κοιμητήριο, είπε και κάθισε δίπλα μου στο μπροστινό κάθισμα.
Στα μισά του δρόμου το ταξί σταμάτησε απότομα, άντε έβγα να το σπρώξουμε στην άκρη μέχρι να πάω να φέρω βενζίνα, έμεινα πάλι. Είχα ξεχάσει να βάλω καύσιμα.
-Μα καλά δεν γράφει η βελόνα του καντράν;
-Πια βελόνα, τώρα θα δεις, άνοιξα το καπάκι του ντεπόζιτου κι έβαλα μέσα ένα σκουπόξυλο, να κοίτα άδειασε.
-Άφησέ με εδώ, θα συνεχίσω με τα πόδια, είπε ο Πάντσο.
Ιδρωμένος έφτασε στο νεκροταφείο, στην είσοδο συναντήθηκε με ένα μπουλούκι ναυτικούς γερμανούς μαζί με κορίτσια του μπαρ, είχαν πάει να τιμήσουν με ρούμι τον τάφο συμπατριώτη τους που είχε πεθάνει προ μηνών από το πολύ πιοτό. Αγκαλιασμένοι και γελώντας έβγαιναν προς την έξοδο όταν έπεσαν πάνω στον Πάντσο. Αυτός για να μη τον πετάξουν κάτω αγκάλιασε την προβοσκίδα ενός ελεφάντινου αγάλματος. Κοίταξε μέσα ένας πολυτελής τάφος με χρυσά γράμματα σε κάτασπρες μαρμάρινες πλάκες, έμοιαζε σαν απομίμηση του μαυσωλείου Taj Mahal, μόνο που του είχαν προστεθεί κεφαλές ελεφάντων, τάφος της γυναίκας πλούσιου ινδού μετανάστη στην πόλη του λιμανιού, ιδιοκτήτη κτηρίου κινηματογράφου.
Μοιάζει με κατοικία θεού μουρμούρισε ο Πάντσο, δεν ήξερα ότι και στο κοιμητήριο υπάρχουν κοινωνικές τάξεις.
Τον τάφο της κόρης του δεν τον θυμόταν, έψαξε στις φτωχογειτονιές, εκεί όπου δεν υπήρχαν μαρμάρινες πλάκες, είδε κάτι λιθαράκια σε φόρμα κύκλου. Αυτός πρέπει να είναι, έβγαλε τη χαντζάρα τον καθάρισε από τα αγριόχορτα. Ο σταυρός είχε πέσει σάπισε από την πολυκαιρία, δεν διακρινόταν ούτε τα γράμματα. Έψαξε την τσέπη του, δεν είχε πληρώσει το ταξί, πήγε στην είσοδο κι αγόρασε ένα αναψυκτικό, ένα κέρινο καντήλι, ένα χάρτινο στεφάνι και μια μπύρα για τον εαυτό του.
Γύρισε στον τάφο, έβαλε το στεφάνι πάνω από τον σάπιο σταυρό, άναψε το καντήλι, σερβίρισε το «φιάμπρε» ειδικό φαγητό για την ημέρα των νεκρών που είχε ετοιμάσει η γυναίκα του και τα πρόσφερε στην πεθαμένη κόρη του, μαζί με το αναψυκτικό, αυτός δε, έφερε το μπουκάλι της μπύρας στο στόμα του, ήπιε μια γουλιά, μετά σταμάτησε, ανάσανε, έβγαλε κι άναψε τσιγάρο από ένα μαύρο ταμπάκο, αυτό που κάπνιζαν οι φτωχοί, μάρκα payaso μετά άρχισε να μιλά στην κόρη του:
"Η μάνα σου κορούλα μου δεν μπόρεσε να έρθει, πρέπει να προσέχει τα εγγόνια της, η μια σου αδελφή λέει ότι ο πατέρας του παιδιού της, είναι ναυτικός, η άλλη δεν ξέρει, η άλλη χωροφύλακας".
Ήπιε την μπύρα φουμάρισε και το τσιγάρο, άφησε το φαγητό πάνω στον τάφο και πήρε το δρόμο του γυρισμού, σκεπτόμενος αν πραγματικά ήταν ο τάφος της κόρης του ή κάποιου άλλου νεκρού.
Τα λουστράκια περιφερόταν ανάμεσα στους τάφους με τα κασελάκια τους με το πρόσχημα να στιλβώσουν παπούτσια, στην πραγματικότητα για να βοηθήσουν τους νεκρούς να αποτελειώσουν το φαγητό τους. Μια και δεν υπήρχαν κοράκια.
Ήταν η 1η Νοεμβρίου ημέρα που τιμούνται οι νεκροί, ή κατά την δυτική εκκλησία η ημέρα των αγίων πάντων.


Στην φώτο το ταξί και ο οδηγός του.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Στην φωτογραφία, ο παππούς Γαβριήλ και το εγγόνι Λούις-Γαβριήλ


Εξομολόγηση:

Είναι τρομερό, δεν μπορώ να το παραδεχθώ, τελείωσαν τα όνειρα, αυτά που κρατούσαν το ενδιαφέρον στη ζωή, ο ένας μετά τον άλλο οι πύργοι κατέρρευσαν, τελείωσε ο αγώνας του μεροκάματου, το αχ βαχ του γυρισμού τελείωσε. Η προσωρινότητα στο ξένο κράτος έμεινε ως μονιμότητα, από τη νοσταλγία έμεινε μόνο η θύμηση, οι φίλοι χάθηκαν, η γυναίκα κι εγώ γίναμε ένα σύμπλεγμα κοινωνικής συμβίωσης, χάθηκε το καρδιοχτύπι κι αν υπάρχει είναι άτολμο, κρυφό, χάθηκαν τα γλέντια, το πιοτό, τα ξενύχτια, χάθηκε και η αθωότητα. Χάθηκαν τα λιμάνια, οι συγκινήσεις Χάθηκαν και οι άνθρωποι που ονειρευόμουν αυτοί που με περίμεναν. Άργησα, άργησα πολύ, νόμιζα ότι θα σταμάταγα το χρόνο, αλλά ο χρόνος μου έγινε Κρόνος.
Να γιατί ζω, υπάρχω πάντα με το παρελθόν μου, αναπνέω κάθε του στιγμή, οσφραίνομαι τα αρώματα των νεανικών ερώτων, αγοράζω τα αρώματα του τότε, kolonia 1800, pompeia, tres flores, agua de florida, soir de parι, vitalis, κι άλλα πολλά. Και κάτι ακόμα διαβάζω, διαβάζω ιστορίες διηγήματα της τότε εποχής και ου το θαύμα, ξαναζώ, ξανα-υπάρχω, η καρδιά μου ξαναχτυπά, γι’ αυτό φίλοι μου μην με παρεξηγείτε όταν γράφω, κι αρχίζω πάντα σαν το ευαγγέλιο τω καιρώ εκείνο…
Για εμένα το παρελθόν μου είναι το Ευαγγέλιο, το δικό μου Ευαγγέλιο, αλλά πράμα παράξενο όταν νομίζω ότι το ξαναβρήκα, όταν με κομμένη την ανάσα το πλησιάζω σχεδόν το αγγίζω, η καρδιά μου χτυπά ανυπόμονα, αυτό απομακρύνεται δεν με αναγνωρίζει! Απογοητεύομαι, κοιτώ τον καθρέφτη, βλέπω την ομίχλη, από πίσω αμυδρά ξεχωρίζει ο εαυτός μου, περιμένω τον άνεμο να διώξει την ομίχλη. Μάταιη η αναμονή μου. Δεν φυσά.
Προσπαθώ να καταλάβω το γιατί; Από μια γωνιά του εαυτού μου το καταλαβαίνω αλλά δεν θέλω να το παραδεχθώ, έχω καταλάβει ότι, το ότι απέμεινε από τα χρόνια εκείνα τρομάζει, τρομάζει τους νεώτερους, ακόμη και τους παλιούς συναδέλφους.
Έτσι θα πρέπει να αισθάνομαι (conforme) άνετα με την νέα μου ιδιότητα: την του παππού. Αλλά είναι κι αυτό (η του παππού) μια ευχάριστη αναδρομή στην αθωότητα των παιδικών μας χρόνων.
Η ζωή είναι σφαίρα και γυρίζει…



Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Πολυπολιτιστικό φεστιβάλ βιβλίου στην Αστόρια, Νέα Υόρκη.

Πολύ-πολιτιστικό Φεστιβάλ Βιβλίου στην Αστόρια Νέας Υόρκης:

Θέλω να ευχαριστήσω την φίλη συγγραφέα κ. Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη για την ευκαιρία πρόσκληση- που μου –μας εδόθη να παραστώ στην παρουσίαση του βιβλίου της, «Ημερολόγιο Αβάνας» επίσης και την δημοσιογράφο Jacqueline Donado με ελληνικές Κεφαλλονίτικες ρίζες γεννημένη στην Κολομβία την οποία γνώρισα στο τέλος της έκθεσης υπεύθυνη της NY ART BOOK EXPO πολυπολιτιστικής έκθεσης βιβλίων στην Αστόρια Νέας Υόρκης στις 4 Οκτωβρίου 2008
Ομολογώ ότι αν και ζω στη Νέα Υόρκη δεν ήξερα ότι υπήρχε αυτή η οργάνωση, ίσως επειδή είχα αυστηρώς επιδοθεί μόνο στον ελληνικό μικρόκοσμο.
Η καλλιτεχνική έκθεση αυτή, εκτός από συγγραφείς με τα βιβλία τους υπήρχαν και ζωγράφοι, θέατρο, παιδικές παραστάσεις, κλπ μου άφησε μια χαρούμενη ικανοποιητική αίσθηση, ότι είμαι-αστε όλοι οι άνθρωποι οι ίδιοι, αγωνιζόμαστε όλοι για τον ίδιο σκοπό.
Η αίθουσα ήταν γεμάτη, τα τραπέζια πάγκοι γεμάτα βιβλία, ελληνικά βιβλία μόνο σε ένα τραπέζι το της κ. Ιουστίνης, παρόντες συγγραφείς από πάρα πολλές εθνικότητες υπερτερούσαν οι λατινοαμερικάνοι από πολλά κράτη. Όχι δεν ήταν έκθεση φημισμένων συγγραφέων π.χ. Γαβριέλ Γκ. Μάρκες (εκτός βεβαίως της φίλης Ιουστίνης) αλλά άνθρωποι σαν κι εμάς που έχουν γράψει βιβλία και προσπαθούν, αγωνιούν, να τα παρουσιάσουν στον κόσμο στην κοινωνία, καρδιοχτυπούν να γίνουν γνωστοί, επίσης αρκετά έντυπα με πληροφορίες εκδοτικών μικρών οίκων και εκτυπωτών.
Λυπάμαι διότι θα μπορούσα να πήγαινα από το πρωί εφόσον άνοιξε στις 9 η ώρα, όπως είδα στο πρόγραμμα αλλά δεν με ειδοποίησε κανένας, έτσι έχασα πολλές ευκαιρίες συνομιλίας μου με συγγραφείς και τους ιθύνοντες.
Υπήρξε μια ζεστασιά μια θαλπωρή λες και είμαστε όλοι γνωστοί από χρόνια, συνομίλησα με συγγραφείς από Ecuador, Colombia, Puerto Rico, Santo Domingo, Uruguay, όλοι αυτοί γράφουν στα Ισπανικά. Με άλλα λόγια ξαναβρήκα τον εαυτό μου. Ακόμα υπήρχε και Φιλιπινέζικο τραπέζι με βιβλία γραμμένα στα Αγγλικά, όπως κι από άλλες εθνικότητες.
Παρών ήταν επίσης η φίλη συγγραφέας κ. Υιώτα Στρατή και ο φίλος συγγραφέας Δημήτρης Μουστάκης από Νέα Υόρκη. Έλειπε η παρουσίαση βιβλίων των ομογενών ελλήνων συγγραφέων και είμαστε αρκετοί, νομίζω από έλλειψη πληροφόρησης.
Να μια έκθεση βιβλίων μέσα στην Ελληνική Αστόρια χάσαμε την ευκαιρία ως έλληνες ομογενείς να δηλώσουμε ότι είμαστε παρόν, να συμμετέχουμε κι εμείς σε ένα κομμάτι από την πίτα μιας καλλιτεχνικής ζωής που με το λυχνάρι ψάχνουμε να την βρούμε όπου υπάρχουν έλληνες, ίσως την επόμενη φορά.

Και πάλι ευχαριστώ την Συγγραφέα Ιουστίνη Φραγκούλη Α. κaι την NY BOOK EXPO και υπεύθυνη του φεστιβάλ βιβλιου δημοσιογράφο Jacqueline Donado.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Bronx, New York