Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Η γη, όπως και η ζωή, είναι σφαίρα και γυρίζει.

η Ένα ενθύμιον στην χαρτοπετσέτα...


Η γη όπως και η ζωή, είναι σφαίρα και γυρίζει.

Έσπαζα το κεφάλι μου να βρω ένα θέμα να γράψω, κάτι το πρωτότυπο το καθεαυτό δικό μου. Ώσπου μπαίνει στη μέση ο άλλος μου εαυτός, αυτός που κάποτε είχε ζήσει σε μια αλλότρια παγκοσμιότητα. Έ! Που πας; Μου λέει, εδώ είσαι εσύ ο ίδιος, γιατί ξεφεύγεις; Τότε ήρθε μπροστά μου το λυκόφως της μνήμης μου στη Νέα Υόρκη, φάνηκα πίσω από έναν κυκλικό πάγκο, μπροστά μου η αίθουσα γεμάτη τραπέζια, οι πελάτες απολάμβαναν αυτό το κάπως εξωτικό μέρος, τροβαδούροι με κιθάρες ντυμένοι στα κιτρινοκόκκινα τραγουδούσαν παθιάρικα ισπανικά φλαμένκο της Ανδαλουσίας, σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική σε ένα ημίφως όπου τους έκανε να μοιάζουν σαν χρυσοί τσιγγάνοι. Κάποια στιγμή νοσταλγικά έκλεισα τα μάτια μου, μου φάνηκε ότι άκουγα αυτά τα συρτά μοιρολόγια, τραγούδια της πατρίδας μου. Ένας από τους σερβιτόρους ήρθε και μου έδωσε ένα χαρτάκι, φαινόταν αρωματισμένο προσεκτικά διπλωμένο, μια δεσποινίς το είχε δώσει για αυτόν αλλά αυτός δεν ήθελε. Ήταν αριθμός τηλεφώνου κι ένα όνομα. Δεν με ενδιέφερε, το πέταξα. Ένας πελάτης με κοίταζε επίμονα και σκιαγράφησε το πρόσωπό μου σε μια χαρτοπετσέτα, φεύγοντας μου την χάρισε. Ξαναείδα τον εαυτό μου να εισπράττω χρήματα, να κρατώ λογαριασμό μπρος σε ένα τεράστιο παλιό ταμειακό μηχάνημα, να χτυπώ τα κουμπιά ένα, ένα και μετά να γυρίζω την μανιβέλα και να ανοίγει το συρτάρι, να δίνω ρέστα, στο τέλος της παράστασης ακριβώς τα μεσάνυχτα να παραδίδω τις ταμειακές εισπράξεις σε έναν βραζιλιάνο ο οποίος με περίμενε στο πρώτο πάτωμα με τα διπλότυπα λογαριασμών. Ήμουν υπεύθυνος για το ταμείο μα και για την κάβα κρασιών. Η σκηνή σε ένα ισπανικό εστιατόριο ‘La buena mesa’ στο Lexington Ave. New York στον δεύτερο όροφο το οποίον σερβίριζε αλά καρτ μόνο κρέας ωμό σε ξύλινα πιάτα με ένα μακρύ πιρούνι κι ένα πήλινο δοχείο με καυτό λάδι πάνω σε καμινέτο με φλόγα στη μέση του τραπεζιού, ο πελάτης έψηνε μόνος του στο λάδι το κρέας, είχε και γαρίδες κοκτέιλ και άφθονο κρασί μα και ένα σωρό διαφορετικές σάλτσες, βουτήματα.


Η ιστορία είχε αρχίσει από παλιά, ο Μιγκέλ ήτανε ακουμπισμένος στην κουπαστή του βαποριού, λες και κρατιόταν για να μην πέσει, όχι δεν μιλούσε μόνο κοίταζε, κοίταζε τα πρόσωπα μας. Η ματιά του κάπως φοβισμένη ή μάλλον παραπονιάρικη ξεχώριζε από την θρασεία συμπεριφορά των ντόπιων. Είχε μια ερώτηση στα χείλη του τα οποία τρέμανε λιγάκι από την αναποφασιστικότητα. Ήταν ένας χλωμός μεσήλικας γύρω στα 35 κάπως αδύνατος με μια φαλάκρα που μόλις άρχιζε. Φαινόταν ευρωπαίος. Είμαστε διπλαρωμένοι και δεμένοι στον μόλο του Puerto Limon Costa Rica, το βαπόρι ανεβοκατέβαινε μια και η ζωντανή θάλασσα ανέπνεε συνεχώς. Τελικά το αποφάσισε, με χαιρέτισε και μου λέει, μπορώ να σου πω; Ζητάω να μπαρκάρω, ζητάω δουλειά. Ήταν Ισπανός, ο Miguel Fernández, από τη Sevilla España. Ένας από αυτούς που είχαν φύγει ένεκα Φράνκο. Σκέφτηκα λιγάκι και του είπα, θα υπάρξει μια θέση όταν φτάσουμε στην Γουατεμάλα θα έφευγε το καμαροτάκι των αξιωματικών, πήγαμε μαζί στον καπετάνιο, τον σύστησα, κατάφερε μπαρκάρισε. Ήταν ένας τύπος ολιγόλογος, είχε πάνω του αυτή την υπεροψία των Ισπανών απέναντι στους ιθαγενείς, αλλά ήταν λογικός, γίναμε φίλοι.
Όταν ξεμπαρκάρισα στην Γουατεμάλα αυτός έμεινε με το βαπόρι, πέρασε ο καιρός και μια μέρα τον συναντώ ξέμπαρκο στο Puerto Barrios Guatemala. Κάναμε παρέα. Πέρασαν τα χρόνια, ήμουν νεόφερτος στη Νέα Υόρκη, έπρεπε να βρω εργασία. Δεν γνώριζα σχεδόν κανένα. Οπότε με χαρά λαμβάνω ένα τηλεφώνημα απ’ τον Μιγκέλ το έμαθε ότι ήμουν στη Νέα Υόρκη όπου έμενε κι αυτός. Συναντηθήκαμε του είπα ότι ζητούσα εργασία. Τότε υπήρχε στο Ισπανόφωνο κανάλι τηλεόρασης της Νέας Υόρκης ένας Ισπανός μάγειρας ο οποίος έδιδε μαθήματα μαγειρικής ο Antonio Cano, από τη Σεβίλη ήταν φίλος του Μιγκέλ. Χωρίς χρονοτριβή με συστήνει, ναι μου λέει υπάρχει εργασία στο Ισπανικό εστιατόριο la buena mesa που δουλεύω. Η δουλειά θα άρχιζε στις 3 το απόγευμα ως τις 11-12 μεσάνυχτα. Την πρώτη μέρα όπως μπήκα στο εστιατόριο στον πρώτο όροφο εκεί όπου υπήρχε παραδοσιακό Ισπανικό εστιατόριο ο μάγειρας με χαιρέτισε με ευγένεια και με ρώτησε πως τρως; Ε! κανονικά του είπα: αλλά μου φάνηκε παράξενο σε λιγάκι μου σερβίρισαν μια τεράστια μπριζόλα με κρεμμύδια τηγανιτά κλπ… τότε κατάλαβα εννοούσε την ποσότητα, ο σερβιτόρος ένας κολομβιανός μου λέει αν δεν σου αρέσει μην τρως επάνω έχει γαρίδες. Τα μαγαζιά γιατί στην πραγματικότητα ήταν δυο άνοιγαν για δουλειά στις πέντε απογευματινή, από τις 3 έως τέσσερις σερβίριζαν τους εργάτες, από 4-5 προετοίμαζαν ο κάθε ένας το πόστο του, ένας βραζιλιάνος μου έδινε τα χρήματα για το ταμείο για ρέστα $ 150 ανεβαίναμε στον δεύτερο όροφο κι ο κάθε ένας μας στο πόστο του
.
Ήμουν εκεί ως που ένας παλιός γνωστός Έλληνας πρώην ναυτικός αφού είχε παντρευτεί και μείνει στη Νέα Υόρκη έμαθε ότι είχα έρθει. Ήρθε και με είδε, πόσα κάνεις; τόσα, έλα μαζί μου θα σου δίνω μιάμιση φορά παραπάνω. Με νίκησε το χρήμα έφυγα. Έμπλεξα στα παράνομα ελληνικά κόλπα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


11 σχόλια:

Αστοριανή είπε...

"...κι έμπλεξες στα...παράνομα ελληνικά κόλπα...!!!"
Γαβρίλη μου!
για να τα βγάλεις πέρα, πρέπει να έχεις πολύ εξυπνάδα, να μην την δείχνεις... πολύ υπομονή... να την δείχνεις για να τους κάνεις να αιστάνονται "σπουδαίοι"...
ή
πολύ ανάγκη...
οπότε, ότι και να χρησιμοποιείς... πάει χαλάλι για να μπορέσεις να επιβιώσεις και να συμβάλλεις στην πρόοδο και τις απαιτήσεις της οικογένειας σου...
Έτσι είναι όλοι οι... ελληνο-αμερικάνοι της πρώτης γενιάς, φίλε μου, που ήρθαν για να αξιοποιήσουν το χρόνο τους, τις επιδιώξεις τους
και να μεγαλώσουν τα μικρά όνειρά τους.....
Σίγουρα, υπάρχουν και οι τυχεροί...
Να είστε πάντα καλά, Φίλε,
Υιώτα,
Αστοριανή του... Λονγκ Άιλαντ...

pylaros είπε...

Όταν πρωτοήλθα στις ΗΠΑ με μικρά παιδιά πήγα στο δημοτικό σχολείο μαζί με τα παιδιά μου και τους έλεγα τη γνώμη μου, την φιλοσοφία μου, ένεκα που δεν μίλαγαν αγγλικά. Τότε μια καθηγήτρια με φωνάζει και μου λέει στην Αμερική έχουμε μια παροιμία. «When you go to Rome do as the Romans do!»
E! λοιπόν αυτό έκανα κι εγώ, αλλά όταν κατασταλάζει ο χρόνος και μένουν οι αναμνήσεις σαν τη μούργα του λαδιού τότε λες αν και αν και εάν.
Αγαπητή μου Υιώτα,
Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Μαριάνθη είπε...

...Με το αν και αν μόνο φθορά στον εαυτό μας προσφέρουμε κ.Γαβριήλ. Όταν πολλές φορές σπρώχνουμε τα πράγματα προς μία κατεύθυνση και αυτά πάνε αλλού τότε λες πως έτσι έπρεπε να γίνουν και χωρίς να μοιρολατρώ το λέω αυτό.Βέβαια κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί να μη συνυπολογίζει και να μη τα λαμβάνει όλα υπόψη του.
Άμα η ζωή μας βγάζει σε ένα δρόμο δημιουργικό, πιστεύω πως πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι.Να λέμε "κάτι κάναμε".
Να είστε καλά.
Τους χαιρετισμούς μου.

Ανώνυμος είπε...

Γαβρίλη, γεια σου,
Από τη θαλασσοταραχή και το κατάστρωμα του πλοίου, στα τρεχάματα της Νέας Υόρκης. Και η ζωή και το γράψιμο συνεχίζεται.
Νάσαι καλά,
Νίκος

pylaros είπε...

Έχετε απολύτως δίκιο αγαπητή μου Μαριάνθη, με το αν, και το εάν, είναι σα να πηγαίνω κόντρα στην τύχη. Δεν εννοούσα αυτό απλούστατα οι σκέψεις κατεβαίνουν σαν χείμαρρος, τότε είναι που ερωτάω τον εαυτόν μου, Βρε Γαβριήλ φαντάσου αν κλπ…αλλά είναι μόνο περαστικές σκέψεις...
Κάποτε ο Νόελ Παρλαβάντζας Ράδιο-εκφωνητής της ΕΡΑ 5, με ρώτησε αν ξαναγεννιόσουν θα προτιμούσες μια ζωή ήσυχη στο χωριό σου, ή αυτήν που έχεις κάνεις έως τώρα;
Του απάντησα, αυτήν που έχω ζήσει ως σήμερα…
Τέλος καλό όλα καλά...

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Μαριάνθη είπε...

Με χαμόγελο σας δευτεραπαντώ κ. Γαβριήλ...
για όλα τα παραπάνω το λέει εξάλλου και η Edith Piaf:No rien de rien no je ne regrette rien...!!!!
Όλα καλά λοιπόν έγιναν και πληρότητα φέρνουν.
Καλό απόγευμα.

pylaros είπε...

Αγαπητέ Νίκο, όπως θα έχεις παρατηρήσει η ζωή είναι μια συνεχή περιπέτεια, πότε στο υγρό στοιχείο πότε στο στερεό.
Αυτό Το εστιατόριο ήταν στους 24 δρόμους και λέξινγκτον, ήταν για εμένα μια καινούργια νομική πείρα, εφόσον μια μέρα πήγα μισή ώρα πιο μπροστά δεν είχα τι να κάνω, και στο τέλος της εβδομάδας μου έδωσαν πληρωμή μια ώρα υπερωρίας όταν τους ρώτησα μου είπαν ότι πήγα πιο νωρίς στο μαγαζι.
ατώρα πάνε αυτά φύγανε, μας άφησαν την θυμηση,
Νίκο ευχαριστώ

Γαβριήλ

Dennis Kontarinis είπε...

Φίλε Γαβρίλη.
Απ΄ό,τι βλέπω μετά τις θαλασσινές σου περιπέτειες σειρά παίρνουν και οι στεριανές. Και φαίνεται πως και από αυτές διαθέτεις αρκετές.
Γιά συνέχισε λοιπόν.
Ντένης

pylaros είπε...

Στην αρχή η ζωή προήλθε από τη θάλασσα, μετα βγήκαν έξω και περπάτησαν στη στεριά.
Φίλε Ντένη ήταν η αρχή, η αρχή στο να αλλάξεις νοοτροπία, να προσαρμοστείς σε ένα άγνωστο περιβάλλον και με τεράστιες υποχρεώσεις, χωρίς να γνωρίζεις ούτε ψυχή...
Τέλος καλό, όλα καλά.
Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Μηθυμναίος είπε...

Χιλιοπερπατημένος, Γαβριήλ, σε στεριά και θάλασσα! Οι εμπειρίες μ 'αυτή την διηγηματική χροιά σου, είναι πάντα ενδιαφέρουσες!

pylaros είπε...

Φίλε Στράτο, η αρχή σε έναν κόσμο καινούργιο είναι πάντα απρόοπτη, ζήτημα τύχης, αναλόγως σε κάθε περίπτωση, πάντως στο τέλος οι μνήμες συσσωρεύονται περπατάς και λες, Α! κάποτε ήμουνα εκεί...
Είναι τόσο απλό.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ