Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Έτσι έπλασαν τη γενιά μας:


Το βιβλίο υπάρχει αυτοτελές, τα πρώτα φύλλα μόνο έχουν φθαρθεί στις άκρες.

Στη γη όπου τα κίτρινα λουλούδια (μαρτιάκοι) αναζητούν τον ήλιο.

Τα τζαμένια παραθυρόφυλλα κλειστά, καθισμένος μπρος στο λαβομάνο με ανοιχτό ένα βιβλίο, ένα βιβλίο πολύ παλαιό που είχα βρει καταχωνιασμένο στο κατώι προσπαθούσα να διαβάσω. Διάβαζα ιστορίες της αρχαίας μας κληρονομιάς, αλλά προπαντός ιστορίες κι ανδραγαθήματα των ελλήνων για την απελευθέρωση από τους Τούρκους εις μίαν γλώσσα καθαρεύουσα όπου λόγιοι και συγγραφείς του 19 αιώνα προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν την ψυχολογία των ελλήνων και να αναλύσουν τα μύρια προβλήματα του ελληνικού έθνους. Ονομάζω μόνο μερικούς από τους παίρνοντας μέρος:
Κοραής, Τρικούπης, Βαλαωρίτης, Φ. Σκούφος, Ραγκαβής, Α. Σούτσος,
Αχ. Παράσχος, Παπαρηγόπουλος, Ζαλοκώστας κλπ…
Η εγκύκλιος του υπουργείου εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαίδευσης φέρει ημερομηνία (Εν Αθήναις τη 21η Νοεμβρίου 1884). Οι πατεράδες μας έμαθαν γράμματα με αυτό, εμείς όχι. Εμείς το χρησιμοποιούσαμε και σαν σημειωματάριο πάνω του γράφαμε τα νούμερα όταν παίζαμε κοντσίνα, από έλλειψη χαρτιού.

Έξω χιόνιζε, σήκωνα το βλέμμα προς τον ουρανό και έβλεπα τις νιφάδες του χιονιού να πέφτουν σαν στάχτη, όταν ήταν μικρές τις ονομάζαμε στουπουλίδα κι όταν ήταν μεγάλες πλατομαντήλα. Η ζεστή του σπιτιού ατμόσφαιρα θερμαινόταν από τα κούτσουρα που καιγόταν στην κουζίνα κι από έναν κουβά με αναμμένα κάρβουνα το ονομάζαμε μαγκάλι μα και από την παρουσία της μάνας η οποία δημιουργούσε μια οικογενειακή θαλπωρή, πάντα είχε μια παδέλα στη φωτιά, έστω και με πουλέντα. Ο πατέρας πήγαινε βόλτα στο καφενείο.

Όχι δεν είχαμε παιχνίδια, μα ούτε και ηλεκτρισμό, σαν βράδιαζε χωνόμαστε κάτω από τις κουβέρτες να ζεσταθούμε, το φως του λύχνου κι αυτό τρεμόσβηνε από τα χάδια του αέρα, αυτού που περνούσε απ’ τις ρωγμές, της σκεπής που πάνω της ξεκουραζόταν τα γύφτικα κεραμίδια.

Το για να διαβάσεις κάτι δεν υπήρχε αρκετό φως, μα ούτε και βιβλία εκτός ένα χοντρό σχολικό ξεφτισμένο με τίτλο Άπασα-Ύλη. Α! κι ένα παλιό περιοδικό το "Μπουκέτο," το οποίο μας έδινε δανεικό κάποιος γείτονας, ραμμένα πολλά φύλλα μαζί με σπάγκο βενέτικο διαβάζαμε δημοσιεύματα του Σταμ, Σταμ, κωμικές ιστορίες φραντέζων από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης του Α! παγκοσμίου πολέμου. Τα βράδια όλα τα παιδιά λέγαμε παραμύθια, με αυτά τα παραμύθια αποκοιμόμαστε, πάντα με τη λαχτάρα, με την αμφιβολία αν εμείς θα γινόμαστε κάποτε μέρος των παραμυθιών μας. Μοιάζαμε σαν μια πρωτότυπος πηγή παραμυθιών, Ελληνικού Χ. Κ. Άντερσεν, που όμως δεν καρποφόρησε. Ένα καντήλι κι αυτό έκαιγε νυχτιάτικα, σημάδι ότι κατοικούσαν άνθρωποι, με το πολύ κρύο η μάνα γέμιζε μπουκάλες ζεστό νερό και τις έβαζε κάτω απ τα σκεπάσματα, ώστε να ζεσταίνουμε τα πόδια μας. Μετά κάπως καλυτέρεψε η κατάσταση, ερχόταν και το περιοδικό «Θησαυρός» με τη Χοντρή και το Ζαχαρία στο οπίσθιο εξώφυλλο, με νουβέλες της Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, με το έλληνες και ξένοι κατάσκοποι στην Ελλάδα του Ι. Β. Ιωαννίδη, την Μαντάμ Σουσού, η πυργοδέσποινα του Βύθουλα, του Ψαθά, άρθρα του Παπαδάκη, ή Παπαδούκα, το Εκείνος κι Εκείνη του Χαιρόπουλου, κλπ… Ένα και μοναδικό περιοδικό έκανε το γύρω του χωριού.

Η ίδια κατάσταση επικρατούσε και μετά, ούτε ηλεκτρισμός, ούτε τρεχούμενο νερό, ούτε τίποτα, μέχρι που φύγαμε για να κατακτήσουμε τα όνειρα, αυτά που μας νανούριζαν σαν παραμύθια, στο κρύο του χειμώνα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

10 σχόλια:

Dennis Kontarinis είπε...

Γιά μιά ακόμη φορά καλέ μου φίλε η νοσταλγία σου γιά την παιδική μας ζωή σε κάνει να είσαι ένας μεγάλος τεχνίτης της γραφής αλλά και της ζωγραφικής.
Πανέμορφες στιγμές που μέσα στη φτώχια τους έκλειναν όλο το μεγαλέιο της ζωής. Κι΄είναι αυτές οι στιγμές που μας έδωσαν τη δύναμη μέσα από όλες τις τρυκιμίες της ζωής να παραμείνουμε άνθρωποι.
Νάσαι καλά
Ντένης

Αστοριανή είπε...

ΠωΠΩΠΩΠΩ Πόσα πράγματα θυμάσαι, βρε Γαβρίλη μου!!!!!!!!!!!!!!
Νομίζω, αντί να τ' αναφέρεις (ολιγον... ρετουσαρισμένα...) θα πρότεινα να τα γράψεις σε είδος παιδικών ιστοριών!!!!!!!!
¨ενας κόσμος, τόσο διαφορετικός κι απόμακρος!!!!!

¨οσο για τις..."στουπουλίδες" και τις "πλατομαντήλες" !!!!
περίμενε, και το Σάββατο λέει θα χιονίσει!
(άραγε, θα είναι ίδιες όπως εκείνο
τον καιρό...?)
Θα σε ...δω στο Φέις-Μπουκ!!!!
Γεια σου, φίλε μου,
κι αν έχεις
Βαρβάρες, και ΝΙκη-Νικολάκηδες...
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!
Υιώτα

pylaros είπε...

Φίλε Ντένη, καποιος είπε ότι η μνήμη είναι σαν το στυπόχαρτο, εγώ απλώς πιστοποιώ τη αλήθεια αυτού του ρητού.
Ξέρεις είναι ο πηλος που μας έπλασαν και γίναμε άνθρωποι, έτσι δεν ξεχνιώνται ποτέ!


Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Γεια σου αγαπητή μου Υιώτα,
Αχ! αυτή η ντοπιολαλλιά είναι που μας δίνει τη διαφορετικότητα, εννοώ το σχήμα του χιονιού.

Με αυτά μεγαλώσαμε, με αυτά ζήσαμε, αυτοί οι ανθρώποι οι συγγραφείς και δημοσιογράφει του τότε ήταν το "μοδέλο" μας, κι ακόμα έχω πολλούς που θυμάμαι οι οποίοι έδιναν το παράδειγμα προς μίμηση. Θυμάμαι τον Θησαυρό στο αγαπητή Μιράντα,
Ο Θ. Βαλτινός μάλιστα είχε γράψει κι ένα βιβλίο βασισμένο στις επιστολές του αγαπητή Μιράντα, το παρουσίασε στο ΚΕΠ πριν μερικά χρόνια.
Αυτές οι αναμνήσεις είναι μέρος της ζωής μας...

Σε είδα στο Φαίςμπούκ, αλλά πολυς κόσμος εκεί...
Ευχαριστώ

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Οπως μας λες, Γαβρίλη, είχες κάπως δεθεί με οτιδήποτε λογοτεχνικό από μικρός.
Ετυχε κι εγώ ν'αποχτήσω - δε θυμάμαι πως - ένα βιβλίο Ταρζάν-Γκαούρ και το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα, θαυμάζοντας τους ήρωες της ζούγλας. Που να φανταστώ τότε, τις ζούγλες που θα συναντούσα μέσα στην πολιτισμένη κοινωνία.
Να'σαι καλά,
Νίκος

pylaros είπε...

Νίκο, σκέψου τη μοναξιά του χωριού, το κρύο τον χειμώνα τη φτώχεια το φόβο από τους κατακτητές, το καλοκαίρι με την ζέστη όχι φως ούτε ψυγείο, η μόνη μας απόδραση από την κατάσταση αυτή ήταν δια μέσω των ονείρων κι αυτά τα τροφοδοτούσαμε με το διάβασμα, αν σου πω ότι διάβαζα σε συνέχεις πολλά, πολλά μυθιστορήματα, όπως οι Δόγηδες της Βενετία, το Ζανέτα Λορεντάνη, ο Αρχισηδηρουργός, Το συμβούλιο των δέκα, οι δέκα μελοθάνατοι, ο Κόκκινος Διάβολος, τότε έβγαινε κι ένα περιοδικό ο ΗΛΙΟΣ, τα βιβλια ο Ροβινσών Κρούσος, στη Χώρα των Αδαμάντων, το περιοδικό ΚΛΕΙΩ κλπ.
Όλα αυτά είναι γραμμένα μέσα μου, αν τα ξανάβλεπα ίσως να ξαναγινόμουν παιδί, αλλά μόνο για μια μέρα, η ηλικία Δεν Συγχωρεί

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Μαριάνθη είπε...

Α!αυτό είναι κειμήλιο κ. Γαβριήλ!
Αριστουργηματική ανάρτηση. Είναι να μην αισθάνεται κανείς δέος;Και πόσες σκέψεις, πόσες θύμησες δε φέρνει ένα φθαρμένο εγχειρίδιο; Να σαν και αυτά που γράψατε. Πλούτος πραγματικός.

Μηθυμναίος είπε...

Σε συλλογίζομαι, φίλε, στο κατώγι σου να ξεφυλλίζεις αυτό τον καταχωνιασμένο θησαυρό –γιατί ναι θησαυρός είναι- έστω κι έτσι... «ταλαιπωρημένο», κιτρινισμένο, σκισμένο, με νούμερα κοντσίνας σημειωμένα πάνω του, μα… με γνώση! Αυτή τη γνώση που μεταδόθηκε στο γονιό σου από την «ξεφτισμένη Άπασα Ύλη», τότε το 1884 και βάλε… και τώρα στα χέρια σου να ξαναρυθμίζει το μαρμαρωμένο χρόνο… με το καντήλι να καίει σα φάρος και να δείχνει υπάρξεις που ζεσταίνουν τα πόδια τους σε θερμό νερό και κάνουν όνειρα… και τη ζωή τους παραμύθι…

Άστο, φίλε, στο δικό σου κατώγι να υπάρχει... ποιος ξέρει...

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Μαριάνθη,
Όσο ζούμε, μάλλον όσο περνάν τα χρόνια τόσο ξεσκαλίζουμε κι εκτιμάμε τα ευρήματα του παρελθόντος, έτσι είναι σα να προσπαθούμε να ξαναφτιάσουμε τη βάση της ζωής μας με τα διδάγματα μιας περασμένης εποχής, που ακόμα επιδρά πάνω μας.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

pylaros είπε...

Φίλε Στράτο, αυτά τα παλαιά κειμήλια, κατά κάποιον τρόπο μας identifican quienes somos de donde venimos, έστω αν και κιτρινισμένο είναι μια απόδειξη του παρελθόντος μας.


Την Άπασα Ύλη αυτό το χοντρό βιβλίο στο οποίο ήταν σα μια μικρή περιλιπτική εγκυκλοπαίδια δηλαδή μια σελίδα για κάθε ζήτημα, εκεί έμαθα τα πρώτα μου γράμματα για την ύπαρξη και άλλου κόσμου εκτός τον του χωριού μου.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ