Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Τα απόκρυφα της θάλασσας


Τα απόκρυφα της θάλασσας,

Αυτά που δεν λέγονται



Τις γυναίκες τις φανταζόμουν σαν αρωματισμένα όμορφα λουλούδια, αιθέρια πλάσματα, ανέγγιχτα μπιμπελό γεμάτα αγάπη, τρυφερότητα, όπως αυτή η ξανθομαλλούσα που άφησε τα ίχνη της στην καρδιά μου επάνω, απ’ του θρανίου τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα.
Στο Ρίο Τζανέιρο Βραζιλίας, πρωτάρης εγώ με το βαπόρι στο λιμάνι φορτωμένο κάρβουνο μείναμε 40 ολόκληρες μέρες, όχι ακόμα δεν είχα ενηλικιωθεί ήμουν μόλις στα 16, οι γυναίκες του λιμανιού με κυνηγούσαν, με πέρναγαν για αμερικάνο. Ω! θεέ μου τι ειρωνεία; Εκεί κάτω απ’ το άγαλμα του Χριστού Σωτήρα, να μας βλέπει απ’ την κορυφή του λόφου καμπούρη και δίπλα από την πλαζ Κοπακαμπάνα, εκεί στους δρόμους του Ρίο, εκεί στο Φλωρίδα μπαρ, εκεί όπου η σάμπα ήταν στην ημερησία διάταξη, γλεντώντας με φίλους ναυτικούς, γνώρισα τις γυναίκες.
Θεέ μου, βοήθησέ με, τι ωμή ζωώδη συμπεριφορά, τι απογοήτευση, κατέρρευσαν τα ανθρώπινα ιδανικά, έκλεισε η ψυχή, η καρδιά έγινε πέτρα, τι περίμενα να βρω και τι βρήκα
Η Αβάνα με έμαθε τα μυστικά του γυναικείου κορμιού, χωρίς ποτέ να κατορθώσουν ν’ αγγίξουν την καρδιά μου. Τι κι αν μου τραγουδούσαν το τραγούδι: Si naciste sin corazón en el pecho, tú no tienes la culpa de ser así… «Κι αν γεννήθηκες χωρίς καρδιά στα στήθια δεν φταις εσύ που είσαι έτσι,» τι κι αν μου διάβαζαν ποιήματα, τι κι αν χόρευαν μαζί μου, όλα αυτά με άφηναν ασυγκίνητο, η καρδιά μου κρύα παγωμένη χωρίς το παραμικρό σκίρτημα.
Τα χρόνια περνούσαν στην αγκαλιά της θάλασσας, ωρίμασα έγινα άνδρας, η ζωή μου απλή, το αίνιγμά της όμως ήταν τι να κρύβει ένα γυναικείο κορμί εκτός από τη γενετήσια διαφορετικότητα. Ήταν δια εμένα ένα δίλημμα, δεν μπορούσα να καταλάβω τη δύναμη της γυναίκας, υπερηφανευόμουν ότι ήμουν άτρωτος, εκτός από γυναικεία κορμιά, αντικείμενα του πόθου, του σεξ, δεν ήξερα τίποτε άλλο, ούτε με ενδιέφερε να μάθω.
Έβλεπε και κορόιδευα τους συναδέλφους ναυτικούς που ήταν δέσμιοι με μια γυναίκα. Μέσα μου βαθιά ήθελα να πιστεύω στη γυναίκα άνθρωπο, στην αγάπη, στον έρωτα, αλλά ήταν τόσο δύσκολο να παραδεχθώ την ύπαρξή τους, όπου και να κοίταζα δεν υπήρχαν πουθενά, έτσι αρμένιζα ξέγνοιαστος στον κόσμο ολόκληρο, γλεντούσα με γυναικεία κορμιά, έως να κουραστώ οπότε γύριζα στο βαπόρι.
Έβλεπα τη θάλασσα σαν να ήταν η μάνα μου, τα βαπόρια το σπίτι μου, τη ζωή της στεριάς, της νιότης τα καρδιοχτύπια, τις παρέες δεν τα είχα ζήσει, η ζωή που μου έμαθαν στο χωριό, αυτά που μας έλεγε ο Δάσκαλος, ο παπάς, η γέννηση του κόσμου απ’ τον Αδάμ και την Εύα όλα ήταν ψέματα, νόμιζα ότι μου τα είχαν διδάξει επίτηδες, για να μην τους ξεχάσω, φαινόταν ότι με κορόιδευαν, με έκαναν να πιστεύω ότι η ζωή προερχόταν από ένα βασίλειο Αγγέλων, αυτό που με έκανε και κοκκίνιζα από ντροπή όταν κοιτούσα τα κορίτσια. Έτσι μεγάλωνα με μια απίστευτη αφέλεια, το μέρος που γεννήθηκα η θύμηση του ένα άπιαστο όνειρο, τα πολλά χρόνια στη θάλασσα ο βούρκος των λιμανιών, με είχαν αποξενώσει. Περίμενα να έρθει κάποτε μια ευκαιρία, αλλά ούτε εγώ ήξερα τι εννοούσα έτσι έλεγα, μετά θα γύριζα στην Ελλάδα. Κόσμος μου ήταν ο κίνδυνος των κυμάτων, η αρμύρα της θάλασσας η επιβίωση σε καιρό φουρτούνας, τη μοναξιά μου την ικανοποιούσα με γυναικεία κορμιά, στα διάφορα λιμάνια. Στη ζωή μου ποτέ δεν είχα γνωρίσει γυναίκα που να μην κοιτά τον λεπτοδείκτη του ρολογιού της αφού πωλούσε το κορμί της με την ώρα. Πάντοτε είχα μια περιέργεια το πώς είναι φτιαγμένη μια γυναικεία καρδιά, μια γυναίκα αυτή που δεν μετρά την παρουσία μου με τους λεπτοδείκτες του ρολογιού.
Έτσι ένα βράδυ σε λιμάνι των τροπικών καθώς έσβηνε η μέρα και ο ορίζοντας είχε στολιστεί μ’ ένα πορτοκαλί χρώμα κουρασμένος κοίταζα τον ήλιο που εξαφανιζόταν, είδε τον εαυτό μου σαν απομεινάρια φλόγας που πάει να γίνει στάχτη, να χαθεί, τρόμαξα, για πρώτη φορά αισθάνθηκα μόνος, βγήκα στη στεριά, να κάνω ένα περίπατο είχα βαρεθεί τα τόσα πολλά γυναικεία κορμιά, την εκμετάλλευση, τη λάσπη των λιμανιών.
Τη ζητούσα; Μια τρυφερή ψυχή, ένα άνοιγμα καρδιάς, μια κουβέντα αγάπης, μια ρομαντική ύπαρξη, ένα λουλούδι, ένα γιασεμί, μια ντροπαλή ματιά, αντί αυτών συναντούσα, γυναίκες, γυναίκες, γυναίκες. Πλάσματα άγνωστα, σώματα προσφερόμενα, υστερόβουλα, τα έκανα πέρα, βαρεμένος περπατούσα, περπατούσα, περπατούσα. Άρχισε να βρέχει δυο ηλίανθοι για να με προστατεύουν μου έδειξαν μια καλύβα, από φύλλα φοινικιάς και στη μέση της πόρτας το χαμόγελο μιας γυναίκας. Εκεί σταμάτησα, ο ήλιος του χαμόγελου με τύφλωσε, ήταν η αρχή της αλλαγής, μιας υπερφυσικής κατάστασης αυτής που χτυπά σαν κεραυνός που δεν ήξερα ότι υπήρχε.
Αλήθεια, τι αφελής που ήμουν!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη





Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Λογοτεχνική εκδήλωση

Ο κύριος Μάκης Τζιλιάνος απαγγέλει
Η κυρία Υίωτα Στρατή Απαγγέλει

Η κυρία Άσπα Παπακωνσταντίου- Τριγώνη απαγγέλει


Η κυρία Βάνα Κοντομέρκου απαγγέλει



Υπάρχει μια ειρηνική θα έλεγα απραξία στο internet, στα BLOG μας, λοιπόν για να μην μας πάρει ύπνος είπα να ταράξω λιγάκι τα λιμνάζοντα ύδατα με την ακόλουθη ανακοίνωση:

Την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου, η Ιόνιος Πολιτιστική Ομοσπονδία και ο η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Αμερικής παρουσίασαν έργα ελληνο-αμερικανών συγγραφέων αυτών που γράφουν στην ελληνική γλώσσα. Η εκδήλωση αν πάρουμε ως παράδειγμα προηγούμενες εκδηλώσεις είχε αρκετή επιτυχία.
Η αίθουσα της Λημνιακής λέσχη «Ήφαιστος» ήταν γεμάτη.
Συντονιστής ο Λογοτέχνης Μάκης Τζιλιάνος,
Παραθέτω τα ονόματα μόνο αυτών που απάγγειλαν ποιήματα ή πεζά από τα έργα τους.
1) Βάνα Κοντομέρκου
2) Πωλίν Μάνου
3) κ. Νεοφώτιστου,
4) κ. Σεβαστή Μπούτου
5) Υιώτα Στρατή η οποία παρουσίασε εκτός του δικού της έργου, ποίηση ή πεζά της κ. Ιουστίνη Φραγκούλη Καναδά, του Βάιου Φασούλα Ελλάδα- Γερμανία, του Κώστα Δουρίδα Καναδά, του Ιάκωβου Γαριβάλδη, Αυστραλία, Χριστίνα Τσαρδίκου, Αργεντινή.
6) κ. Ασπασία Παπακωνσταντίνου,
7) κ. Πρέκα
8) Πάνος Βοζίκης,
9) Διονύσης Κονταρίνης,
10) Δ. Μαραβέγιας,
11) κ. Κοσμετάτος
12) κ.Δημήτρης Τριγώνης,
13) Γαβριήλ Παναγιωσούλης
14) Μάκης Τζιλιάνος

Ο αναγνώστης και ο συγγραφέας είναι αλληλένδετοι. Δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει ο ένας χωρίς τον άλλον.
Εάν ξέχασα κάποιον –α αναγνώστη-στρια παρακαλώ να με συγχωρέσουν! Όχι δεν έβγαλα φωτογραφίες σε όλους μόνο έλάχιστες διαυτό ζητώ την επιείκηά σας...
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Το ένα αγώι, έγιναν τέσσερα...

Το ένα αγώι, έγιναν τέσσερα.

Ήταν σούρουπο, το σκοτάδι πάντοτε κουβαλούσε μαζί του και τη δροσιά στο τροπικό αυτό μέρος. Εμείς οι ταξιτζήδες στην πιάτσα μας απολαμβάναμε τη θαλασσινή αύρα περιμένοντας να έρθει η δημοτική ορχήστρα, να παίξει στη μέση της πλατείας μουσική, όπως έκανε κάθε Κυριακή βράδυ. Τότε ξετρύπωναν οι κάτοικοι γέμιζαν την πλατεία ή καθόταν στα παγκάκια του πάρκου. Ευκαιρία για εμάς τους ταξιτζήδες, να καμαρώσουμε τα κορίτσια, αυτά που έφερναν βόλτα, τάχαμου για να ακούσουν την ορχήστρα αλλά στην πραγματικότητα να επιδείξουν την άγουρη ομορφιά τους, που στεφανωμένη με την μουσική μας σερβίριζαν εμάς των θεατών μια πόρτα σε έναν φανταστικό παράδεισο που όμως υπήρχε και το δίλημμα ποιος θα έκανε το πρώτο βήμα. Η μουσική κάπως παλαιών αρχών, συνήθως pasodoble, κλασική ισπανική. Αν έκανε ότι έβρεχε τότε ήταν που θα είχαμε σίγουρο αγώι Από τη μια μεριά της πλατείας ήταν το κτίριο του Κυβερνείου, δυο σκοποί στεκόταν σα μαρμαρωμένοι στην είσοδο, από το άλλο μέρος συνόρευε με τη θάλασσα, από την άλλη ο δημόσιος δρόμος. Εκεί πιο πέρα το ξενοδοχείο Ντελ Νόρτε όπου κατέληγαν οι προύχοντες της πόλης για φαγητό σερβιρισμένο σε άσπρα τραπεζομάντηλα, οι διάφοροι πλασιέ φαρμακευτικών εταιριών, γιατροί, δικηγόροι και οι στρατιωτικοί της Αμερικανικής αποστολής, όχι οι ντόπιοι στρατιωτικοί δεν χωρούσαν. Ξάφνου φάνηκε το ξανθό λουστράκι, γιος μια γυναίκας του λιμανιού και σκανδιναβού ναυτικού. Στο ένα χέρι κρατούσε το κασελάκι με τα εργαλεία για λούστρο, απ’ το στόμα του κρεμόταν ένα αποτσίγαρο, με το άλλο χέρι άνοιξε την πόρτα του ταξί μου, στρογγυλοκάθισε στο μπροστινό κάθισμα, πάμε μου λέει, σε ζητά η Ελένα ιδιοκτήτρια μπαρ με γυναίκες.
Την Ελένα την ήξερα, ήταν αδελφή της πεθαμένης στη γέννα γυναίκας ενός φίλου μου έλληνα ναυτικού.
Έτρεξε μόλις με είδε, ξέρεις μου λέει: έχουν βάλει φυλακή τέσσερεις έλληνες ναυτικούς, μου το είπε ο Αλφόνσο ένας ταξιτζής που τους έφερε από το άλλο λιμάνι.
-Μα γιατί;
-Αρνήθηκαν να πληρώσουν το ταξί, τους φάνηκαν πολλά τα χρήματα, κι αυτός τους πήγε στην αστυνομία.
Βρήκα τη μάνα του Αλφόνσο η οποία γύριζε στους δρόμους κρατώντας απ’ το σχοινί μια αγελάδα, την έβοσκε στα χαντάκια στις άκρες του δρόμου και σε μια τσάντα πούλαγε καλλυντικά Avon αυτά που έβγαιναν από βαπόρια λαθραία σε κορίτσια του μπαρ, αυτές που φτιαχνόταν για να λάμπουν στα φώτα της νύχτας, ώστε να θαμπώνουν τους ναυτικούς. Τη ρώτησα για το γιο της,
-ψάχνει να σε βρει, μου είπε.
Με βρήκε.
-Τι έγινε; του λέω;
Τέσσερεις Έλληνες ναυτικοί μπήκαν στο ταξί μου, σταματήσαμε σε όλα τα μπαρ, έριχναν μια ματιά στο κάθε ένα, μετά γύριζαν πίσω, πάμε σε άλλο, και σε άλλο, κοκ.
Ξέρεις πως είναι τα πράγματα κάθε σταμάτημα-ξεκίνημα είναι καινούργια ταρίφα, έτσι όταν τους είπα την τιμή άρχισαν να φωνάζουν ότι τους κλέβω.
-Θα πάω στην αστυνομία και θα μου πληρώσετε και το αγώι προς την αστυνομία, τους είπα.
-Πάγαινε όπου θέλεις.
Τους πήγα στην αστυνομία, χωρίς δεύτερη κουβέντα τους έβαλαν στα κρατητήρια.
Η Ελένα μου λέει θα πάμε μαζί, εσύ θα εξηγήσεις στους ναυτικούς, γιατί δε μιλάνε τη γλώσσα μας, και είναι δύσκολο να μας καταλάβουν ποιος είναι ο νόμος εδώ κι εγώ θα μιλήσω με τον σταθμάρχη.
Ο σταθμάρχης ένας υπολοχαγός της αστυνομίας, όταν άκουσε την ιστορία μας είπε:
-Μα βεβαίως πρέπει να πληρώσουν το αγώι του ταξί που ήρθε ως εδώ, αλλά και όλα τα αγώια που χρωστούν, θα πληρώσουν και πρόστιμο και όχι μόνο αυτό αλλά θα πληρώσουν και υπερωρίες τέτοια ώρα να φέρουμε τον γραμματέα να ετοιμάσει την αίτηση για να αφεθούν ελεύθεροι.
Το γραφείο του γραμματέα ένα παλιό τραπέζι πάνω σ’ ένα τσιμεντένιο βρώμικο πάτωμα, ένα φως φθοριούχο γεμάτο έντομα των τροπικών, που μόλις και μετά βίας φώτιζε το χλωμό πρόσωπο του, οι τοίχοι ένα βαθύ πράσινο χρώμα, μια χειροκίνητη γραφομηχανή που έτριζε σα να σερνόταν φίδι, κάθε που πατούσε τα πλήκτρα.
Στο βάθος φαινόταν μια μεγάλη πόρτα και πίσω από αυτή κάγκελα κι ένα δωμάτιο γεμάτο κρατούμενος, οι περισσότεροι κρατούσαν και μια ψάθα υπό μάλης, για να την βάλουν στο τσιμεντένιο πάτωμα να περάσουν τη νύχτα. Μια βρώμα ουρίας κι ένα σούσουρο σαν φουσκωτό ποτάμι που ρέει λάσπη έφτανε ως τα αυτιά μας.
Ο σταθμάρχης είπε:
-Θα πληρώσετε 50 δολάρια πρόστιμο, χώρια το ότι χρωστάτε τέσσερα αγώγια στον ταξιτζή, πράγματι έτσι έγινε. Τους συμβούλεψα, εδώ μην κάνετε τους μάγκες, υπάρχει δικτατορία πληρώστε και γυρίσετε στο βαπόρι, αν σας βάλουν φυλακή σας ξεχνούν, ή αν θέλετε ας πάτε στο μπαρ να γλεντήσετε. Η Ελένα έφυγε ευχαριστημένη προεξοφλώντας την ευγνωμοσύνη των ναυτικών, με τη βοήθεια της βγήκαν από το κρατητήριο, η δε αστυνομία έμεινε και αυτή ευχαριστημένη αφού εισπράχθηκαν 50 δολάρια, οι δε ναυτικοί έμειναν κι αυτοί ευχαριστημένοι, θα μπορούσε να πέρναγαν τη νύχτα τους στην ψειρού, ή να έχαναν και το βαπόρι τους και μετά άντε γύρευε.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

********************************************************************************************

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Το Πάθος


ΤΟ ΠΑΘΟΣ
Μετρούσα τα βήματά μου, κοίταζα σε κάθε γωνία του δρόμου με όραμα την ελπίδα, μετά από μερικά βήματα έσβηνε κι αυτή σα στιγμιαία αχυρένια φλόγα, κοίταζα σα χαζός, κοίταζα μήπως φανεί εκείνη. Ο ζεστός αέρας με έλουζε με μια σκόνη ξερής λάσπης, αυτή που όταν ίδρωνα κολλούσε πάνω μου, περπατούσα σαν ζόμπι, αναζητούσα τη μοναξιά, πήγαινα στο παγκάκι του πάρκου, καθόμουν, το βλέμμα απλανές, μετρούσα τις ξύλινες ράγες του πάγκου, από πόσα καρφιά είχε η κάθε μία, κοίταζα τα έντομα που ζουζούνιζαν γύρω από τη φθοριούχο λάμπα της κολόνας. Άφηνα τα κουνούπια, αυτά που μου έπιναν το αίμα στα μπράτσα μου επάνω, να χορτάσουν. Ο κόσμος με κοιτούσε αδιάφορος. Πέρασε μια παλιά μου γνωστή, κάθισε δίπλα μου, μου χαμογέλασε, με ρώτησε τι έχω, δεν της απάντησα. Μου πρότεινε να κάνουμε παρέα να την πάω σπίτι της, την κοίταξα αδιάφορος, πάμε της είπα για να της κάνω το χατίρι, όταν έμεινα μόνος μαζί της τα μάζεψα κι έφυγα. Αυτή με έβρισε, ρε συ ή μεθυσμένος θα είσαι ή ερωτευμένος. Δεν απάντησα έφυγα σαν το σκυλί. Περνώντας έριξα μια ματιά στο Μόντε Κάρλο, ένα μπαρ με γυναίκες, η ιδιοκτήτρια Μαγδαλένια με είχε καλέσει στο βαφτίσει του μωρού της στην εκκλησία ο πατήρ Περούτσι θα έκανε το μυστήριο, μετά στην αυλή του κέντρου θα γινόταν τσιμπούσι, νονός ένας έλληνας ναυτικός. Της είχα υποσχεθεί ότι θα πήγαινα. Ήθελα να το αποφύγω, μου ήταν αδιάφορο. Μετά πέρασα απ’ το μπαρ «Ευρώπη» η ιδιοκτήτρια Ελένα ήρθε δίπλα μου, μου είπε να με κεράσει, μια καινούργια πιτσιρίκα που δεν με γνώριζε με πέρασε για πελάτη. Η ορχήστρα έπαιζε οι άλλοι χόρευαν, ο πορτογάλος ναυτικός από το Ακρωτήρι Σαν Βιτσέντε που ήταν μαζί της με πλησίασε, μου είπε ότι δεν αξίζει για μια γυναίκα να μαλώνουν οι ναυτικοί. Συμφωνώ, εξ άλλου δεν με ενδιαφέρει του είπα, για να τον ξεφορτωθώ. Βγήκα έξω στον δρόμο, άναψα ένα τσιγάρο, η ερημιά με έπνιγε, όλα μου ήταν αδιάφορα, περπάτησα προς την πύλη, ο φύλακας με την πράσινη στολή παραξενεύτηκε, γιατί τόσο ενωρίς; Τον κοίταξα, δεν του απάντησα, κι αν του έλεγα θα καταλάβαινε; Ανέβηκα και κλείστηκα στο βαπόρι. Χωρίς να το καταλάβω, έπαψαν να υπάρχουν γνωστοί, φίλοι, συγγενείς, δεν είχα μάτια για κανέναν μόνο γι’ αυτήν. Αυτή που με περίμενε κάθε βράδυ κάτω απ το φοινικόδεντρο, αυτή που κάναμε όρκους πίστης, αυτή που περνάγαμε μαζί τις ελεύθερες ώρες μου, που παίζαμε λοταρία, που πηγαίναμε στο λούνα Παρκ, που ακούγαμε μουσική τραγούδια της αγάπης, που χορεύαμε μαζί, αυτή που δεν τολμούσα να περπατήσω στο δρόμο κι έστελνε και με φώναζαν, αυτή που μου χάρισε την γυναικεία τρυφερότητα, που γι’ αυτήν ζούσα έπαψε να με φωνάζει, αυτή είχε χαθεί. Έφτιαχνα στη ζωή μου φανταστικά παλάτια μόνο γι’ αυτήν, ότι και να μου έλεγε ήταν διαταγή. Τη νύχτα εν πλω πήγαινα να ξαπλώσω στο κρεβάτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να ονειρευτώ μόνο αυτή. Με περίμενε κάθε φορά στην πύλη του λιμανιού. Η εξαφάνιση της μου είχε γίνει νταλκάς. Το προηγούμενο βράδυ είχα βγει χαρούμενος, είχαμε πει θα με περίμενε κάτω απ’ το φοινικόδεντρο, στο ίδιο παγκάκι, εκεί που είχαμε πρωτο-συναντηθεί. Όμως δεν φάνηκε, ανήσυχος πήγα στο σπίτι της, δεν ήταν ούτε εκεί.
Εμείς νομίζαμε ότι ήταν μαζί σου, μου είπαν.
-Όχι, απάντησα.
Η μάνα της άρχισε να κλαίει. Ως φαίνεται κάτι θα ήξερε.
Φεύγοντας στάθηκα στον κορμό ενός δένδρου, ήταν σκοτάδι κανένας δεν με έβλεπε, κρύφτηκα απ’ το ίδιο το σκοτάδι, απ’ τα μάτια μου για πρώτη φορά έτρεχαν δάκρυα, από κάπου εκεί κοντά ακουγόταν γαύγισμα σκύλου, κατέβηκα στο δρόμο πέρασα απ’ το μπαρ ‘παλάτι’ φίλοι ναυτικοί γλεντούσαν. Κρύφτηκα, από τους φίλους μου για να μην προδώσω τον πόνο μου. Περνούσε ο καιρός.
Χάθηκε από το πρόσωπο της γης εξαφανίστηκε, έμεινε το γιατί, το ανεκπλήρωτο πάθος, κλείστηκα στον εαυτόν μου, δεν μιλούσα σε κανένα, πονούσα όταν βγαίνοντας έξω πέρναγα από τα ίδια μέρη που κάποτε είμαστε μαζί, προσπαθούσα να συνέλθω, δε βαριέσαι χαμένος κόπος. Πήγαινα στον κινηματογράφο αυτόν που κάποτε πηγαίναμε μαζί, καθόμουν ώρες ολόκληρες με μιαν ελπίδα στην καρδιά, να την ξαναδώ. Έτσι ένα βράδυ που προχωρούσα το πάθος ξανάναψε όταν είδα ένα κορίτσι στον δρόμο που έμοιαζε εκείνης. Έκανα τα αδύνατα δυνατά την έπιασα φιλενάδα, ήταν σα μια απομίμηση του πάθους. Βγαίναμε μαζί, της έκοβα το κεφάλι κι έβλεπα το κεφάλι της άλλης, ζούσα σε αυτή την ψευδαίσθηση για λυτρωμό, δεν βαριέσαι χαμένος κόπος. Έπρεπε να βρεθεί λύση, μια οποιαδήποτε λύση, ή έπρεπε να φύγω μακριά. Η ανθρώπινη καρδιά όταν πληγωθεί με την τύφλωση του πάθους γίνεται εφιάλτης, είναι καταδίκη, είναι αρρώστια. Λείπει η λογική, κι αρχίζει ο παραλογισμός, τίποτα δεν έχει αξία εμπρός στο πάθος.
Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως ήμουν απροετοίμαστος κι άφησα τον εαυτό μου να σκλαβωθεί έτσι σε μια γυναίκα; Τι μου έλειπε; Μήπως στη μοναξιά του ωκεανού μεγαλοποιούσα την γυναίκα τη θεωρούσα ένα άγιο αγνό μπιμπελό; Βρήκα τη σωτηρία στη φυγή μόνο αυτή, έτσι ξεμπαρκάρισα. Έπιασα άλλο βαπόρι πήγα στην Ινδία, στο Μπαγκλαντές, Κεϋλάνη, Βιρμανία, νότιο Αφρική, όχι δεν πήγα ν’ ασκητέψω, ούτε να γίνω Κρίσνα Χάρε, ούτε βούδας, στα κύματα, στον μουσώνα του Ινδικού Ωκεανού πήγα να ξεχάσω, «είδε φωτογραφία.»
Άρα πόσοι άνθρωποι έχουν γνωρίσει αυτό το μαρτύριο; Αυτό το ψυχικό πάθος που σκλαβώνει, που σκοτώνει, που ξεριζώνει το είναι σου, που αλλάζει, την προσωπικότητά σου, που σε κάνει κουρέλι να εκλιπαρείς; Μήπως φταίει η μοναξιά της θάλασσας; ,
Φάρμακο είναι ο χρόνος, μόνο αυτός, αλλά και πάλι δεν είσαι βέβαιος, μόνο ο θάνατος είναι αυτός που σβήνει τα πάντα, αλλά ποιος φταίει για αυτή την γεμάτη πάθος ψυχολογική αρρώστια; Ίσως η αφέλεια του άνδρα, μέσα στον παραλογισμό σου δεν μπορείς να σκεφτείς τι είναι αυτό που σου λείπει. Τι είναι αυτό που ξεγελά την νοημοσύνη, τη λογική;

Ευτυχώς που υπάρχει και η θάλασσα!


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Πριν την Έξοδο:




Πριν την έξοδο:

Στα Μαρκάτα που γεννήθηκα, ένα χωριό της Πυλάρου τη μόνη στενοχώρια που δεν είχαμε ήταν το πώς να αδυνατίσουμε, αφού είμαστε όλοι πετσί και κόκκαλο σαν τσίροι. Όλες οι υπόλοιπες στενοχώριες και προβλήματα υπήρχαν προπαντός η ανεύρεση τροφής στα μαύρα χρόνια της Ιταλικής κατοχής. Βλέπε τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορούσαν στην Κεφαλληνία και σε όλα τα Ιόνια νησιά, της εποχής του 1941-43



Η αμβροσία,



Όταν επισκεπτόμουν το σπίτι της νόνας* μου όπου έμενε η θεία μου πάντοτε με φίλευε ξερή μπομπότα. Είχε κρυμμένα δυο κούτσουρα που λαγοκοιμόταν στη χόβολη, γιατί δεν υπήρχαν σπίρτα παρά πυριόβολος, τα φύσαγε, πρώτα έβγαζαν σπίθα, μετά έβγαζαν φλόγα, το φύσημα της έφερνε ζαλάδα κρατιόταν από την πλάτη μιας ψάθινης παλιάς καρέκλας καφενείου, αυτή που της είχε κάνει δώρο όταν έκλεισε το καφενείο ο γείτονας ένεκα που δεν ήθελε να συνεργαστεί με τους Ιταλούς. Μια καρέκλα που κάποτε είχε επιδιορθώσει ένας πλανόδιος καρεκλάς με καινούργιο ψαθί χρώματος πράσινο και αχυρένιο, που κι αυτό είχε ξεφτίσει, από την πλάτη αυτής κρατιόταν για να μην πέσει. Πιο εκεί μια τρίποδη μαυρισμένη από τα χρόνια πυροστιά, με το ένα της ποδάρι ζαβωμένο από μια κλωτσιά που είχε φάει για να χωρέσει ένα πιο χοντρό κούτσουρο, το ποδάρι ισορροπούσε με τη βοήθεια μιας ξασπρισμένης πέτρας που είχε πεταχτεί από τα έγκατα της γης από ένα φουρνέλο όταν έκοβαν τον δρόμο, που τώρα είχε μαυρίσει απ’ τον καπνό. Έβαζε την πυροστιά πάνω από τη φλόγα και πίθωνε το τηγάνι, ξεκρέμαγε απ’ τον τοίχο μια χάλκινη κουτάλα, που είχαν γανώσει πλανόδιοι γανωματήδες ηπειρώτες, έβγαζε από το πήλινο πιθάρι αυτό που χωρούσε τρεις παλιάτσες* λάδι, μια κουταλιά που είχε πήξει από το κρύο του χειμώνα σε ένα χρώμα πράσινο με άσπρες πίκες, με προσοχή μην μπει βαθειά η κουτάλα και πιάσει μούργα από τον πάτο του πιθαριού, το έβαζε στο τηγάνι εκεί τηγάνιζε την ξερή μπομπότα. Ο καπνός από τα κούτσουρα της κοκκίνιζε τα μάτια. Έμοιαζε σα να κλαίει, τα δάκρυα έπεφταν στο τηγάνι, τότε το λάδι τσίριζε για τις ανθρώπινες σταγόνες που χανόταν χωρίς να έχουν τη δύναμη της συμπόνιας από άλλες ανθρώπινες καρδιές, μα ούτε και τη δύναμη να μουσκέψουν την μπομπότα, να χορτάσουμε. Μαζί τρώγαμε την τηγανιτή μπομπότα και ήταν τόσο λίγη!
Στο σπίτι μας το αλάτι ήταν μαυρόασπρο χοντρό βρώμικο, λες και είχε βγει από μνήματα, το τρίβαμε πάνω στο τραπέζι με μια μπουκάλα της μιας πίντας* και καρτεζί*. Η καλαμποκίσια πουλέντα* όταν υπήρχε, ήταν μια αμβροσία των θεών, ζεστή, ζεστή ν’ αχνίζει στην παγωνιά του χειμώνα, σε μια οικογενειακή φτωχή ζεστή θαλπωρή, ανάμεσα στα τρία μικρά παιδιά αυτός που κατόρθωνε να γλύψει την παδέλα* ήταν ο τυχερός. Κι όταν καμιά κότα έκανε αυγό, ε! κάναμε μια τρυπίτσα στο τσόφλι με ένα βελόνι αυτό που ξεκουραζόταν πάνω στο ροκέλο*, και το πίναμε ζεστό ωμό έτσι όπως ήταν. Την κότα την φυλάγαμε για τον άρρωστο μπάρμπα με το χτικιό. Ένα πικιόνι εμαγιέ, χίλιο- χτυπημένο με μαύρες πληγές, με αυτό πίναμε το λαχανόζουμο κάθε πρωί με μια κουταλιά λάδι. Με το σίκλο βγάζαμε νερό από τη στέρνα γεμίζαμε την πινιάτα* να έχουμε να πίνουμε, την σκεπάζαμε με μια παλιά σανίδα που από την πολυκαιρία είχε ρυτιδώσει σε ένα χρώμα σαν λασπωμένη γη.
Μαζεύαμε τα παπανούρια*, τις καφκαλίδες*, κάθε άνοιξη για τσιγαρίδια*, τις βρούβες από τις άκρες του δρόμου, προσέχαμε να μην τις έχουν κατουρήσει οι σκύλοι, τα αγριόχορτα για λαχανόζουμο τον χειμώνα, οι βλαστοί από τις περγουλιές για αλιάδα, ακόμα και οι μπομπόλοι* κάθε πρωτοβρόχια τσιγαριστοί. Τα κυδώνια, τα άγουρα τα κάναμε τσιγαριστά, γεμιστές τομάτες όταν υπήρχαν με πλιγούρι, κοφτό, ή τραχανά, στην τσερέπα*, το πιτοπούλι* στη χόβολή πάνω στη γωνιά.
Είχαμε κι ένα όνειρο, πότε θα φάμε μια πουλέντα* με σταρένιο αλεύρι.
Έφυγα, για να μην τα θυμάμαι, όμως αυτά έρχονται στη μνήμη μου, γιατί; Ούτε κι εγώ ξέρω, όχι, δεν τα αναπολώ, εκτός από τη φύση, αλλά το είναι μου διαμαρτύρεται για τον βασανισμό των αθώων παιδιών της εποχής εκείνης, για την πείνα, για την δυστυχία που φέρνουν οι πόλεμοι, μια κατάσταση η οποία σήμερα επαναλαμβάνεται, σε διάφορα μέρη του πλανήτη, μα και για τον κομφορμισμό της σημερινής κοινωνίας, σε μυωπική, υλιστική, υπερκαταναλωτική σκλαβιά.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Νέα Υόρκη

Γλωσσάριο:
Νόνα = γιαγιά.
Πίντα = μέτρο για υγρά, 16 ουγγιές.
Καρτεζί = ένα τέταρτο.
Παλιάτσα = μέτρο για υγρά 16 πίντες.
Πουλέντα = κουρκούτι.
Παδέλα = πήλινη χύτρα.
Πικιόνι = κύπελο.
Πινιάτα = μεγάλη χάλκινη κατσαρόλα.
Παπανούρια = τα χόρτα που βγάζουν τις παπαρούνες .
Καφκαλίδες = αγριόχορτα φαγώσιμα.
Τσιγαρίδια = χόρτα γιαχνιστά.
Τσερέπα = μόνο το καπάκι από φουρνάκι φτιαγμένο από πηλό και μαλλί γίδας.
Πιτοπούλι = καλαμποκίσιο αλεύρι με νερό και ψημένο στη γωνιά στη χόβολη.
Γωνιά = μαγειρείο, κουζίνα
Μπομπόλοι = κοχλίες.
Ροκέλο = κουβαρίστρα.
Σίκλος = κουβάς.