Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Τα ίχνη μιας περιπέτειας στον αέρα.

11 Σεπτεμβρίου 2001

Τα ίχνη μιας περιπέτειας στον αέρα.
Στο αεροδρόμιο της Ρώμης περίμενα σειρά να επιβιβαστώ σε αεροπλάνο της Αλιτάλια για Νέα Υόρκη. Είχα φθάσει νωρίτερα με πτήση Αλιτάλια από Αθήνα
Ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 2001. Κάποτε ήρθε το αεροπλάνο, ανεβήκαμε στους αιθέρες ο πιλότος ως συνήθως μας καλωσόρισε μας είπε την ώρα που περίπου θα φθάναμε στη Νέα Υόρκη. Στο σπίτι στη Νέα Υόρκη είχε μαζευτεί όλη η οικογένεια και με περίμεναν να κόψουμε την τούρτα γενεθλίων της εγγονής μου.
Είχαμε περάσει τις ακτές της βόρειας Γαλλίας και πετάγαμε πάνω απ’ τον ατλαντικό, όταν σε μια αγγλική γλώσσα που με το ζόρι καταλάβαμε τι έλεγε μας ανακοίνωσαν, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στη Ρώμη. Το αεροπλάνο έκανε λοιπόν στροφή, κατόπιν αρκετής ώρας πτήσης φάνηκαν μπροστά μας οι ακτές της Γαλλίας.
Στην καμπίνα επικράτησε ανησυχία, μας είπαν ότι είχαν κλείσει τα αεροδρόμια της Νέας Υόρκης, οι επιβάτες άρχισαν να διερωτώνται τότε γιατί δεν πάμε σε αεροδρόμιο άλλης πολιτείας; Άρα δεν μας λένε την αλήθεια. Μάλιστα όταν κατάλαβαν ότι μας έκρυβαν την αλήθεια, τόσο ποιο πολύ ανησυχούσαν. Κάποιοι που είχαν κινητά τηλέφωνα προσπαθούσαν να τα ενεργοποιήσουν, σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι, σε μια στιγμή γίναμε όλοι θεοφοβούμενοι, θρήσκοι, μια κοπέλα στο απέναντι κάθισμα δεν σταμάτησε κάθε πέντε λεπτά να σταυροκοπιέται και να ανοίγει κάτι φυλαχτά, εικόνες. Δεν μας έλεγαν τίποτα, παρά μόνο ότι πρέπει να επιστρέψουμε στη Ρώμη. Τότε σκέφτηκα και το είπα μάλιστα στους συνεπιβάτες μου, αν υπήρχε κίνδυνος θα πηγαίναμε σε αεροδρόμιο της Γαλλίας που ήταν κοντά μας…


Έτσι φτάσαμε στη Ρώμη ήταν νύχτα βγήκαμε έξω, γινόταν χαμός, πάω στη εταιρία λέω τι να κάνω, που να πάω; Μου απαντούν να πας στο προξενείο σου, να λάβεις οδηγίες, άντε να βρεις άκρη.

Μετά άλλαξα τακτική λέω θέλω να πάω Ελλάδα, πράγματι με έβαλαν σε αεροπλάνο για Αθήνα όπου φτάσαμε μετά τα μεσάνυκτα. Χαράματα έφτασα στο σύνταγμα, μέχρι να βγει ο ήλιος πήγα στην Πλάκα σε ένα παλιό ξενοδοχείο, δεν κοιμόταν κανένας ήταν κρεμασμένοι όλοι στην τηλεόραση, και τότε μόνο έμαθα τα καθέκαστα για την καταστροφή των διδύμων πύργων. Πήγα σε ένα δωμάτιο να ξεκουραστώ, αφού ξημέρωσε πήγα σε σπίτι φίλου, στην γλυφάδα, έκανε μια ζέστη αποπνικτική.

Έτσι όπως ήμουνα με τον ιδρώτα να τρέχει, με την απελπισία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου, την οικογένειά μου να με περιμένει, μην ξέροντας πιο θα ήταν το επόμενο βήμα, η γυναίκα του φίλου μου, έχοντας μια έμφυτη καλλιτεχνική ροπή, κάθισε απέναντί μου κι αποθανάτισε την μοναδική αυτή στιγμή σε σκίτσο μιας απελπισμένης μορφής. Όταν μετά από 15 μέρες αναμονής στην Κεφαλονιά πήγα να τους αποχαιρετίσω μου έκαναν δώρο τις στιγμές αυτές σκιαγραφημένες, σε χοντρό χαρτί, που ανέδινε σκέψεις, που αποτυπωνόταν σε ρυτίδες, σε σταγόνες ιδρώτα, να μουσκεύουν τα ανακατεμένα εναπομείναντα μαλλιά που σαν βρώμικο χιόνι είχαν καταλάβει τους κροτάφους μου, μου έμεινε το σκίτσο το οποίο με ακομπανιάρει σαν ένα ακόμη ενθύμιο, στης ζωής το πολύπλοκο αίνιγμα, του πεπρωμένου και της τύχης.
Συμβάντα που άφησαν τα ίχνη τους, σε όλη την οικουμένη, σε εκατομμύρια ανθρώπους, μα και στον κάθε ένα μας ατομικά αναλόγως το πόσο τον επηρέασαν.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη


Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Μια Ελλάδα που παλεύει:

Έτσι πλάστηκε ο χαρακτήρας μας, άρχισε η μοναξιά.

Πάνω σε ένα τραπεζάκι μια γκαζιέρα πετρελαίου «Πίτσος», προσπαθούσε να ζεστάνει μια τριγωνική κονσέρβα corned beef αργεντινής για δείπνο, αυτή που είχα αγοράσει από το απέναντι παντοπωλείο. Η σκηνή στην γωνία των οδών Μεγίστης και Ηρακλέους στην Καλλιθέα. Όταν έβρεχε οι χωματένιοι δρόμοι ζάρωναν με ρυτίδες σε βαθιά χαντάκια λες και χάλαγε η επιδερμίδα τους. Πιο κάτω μετά από την παράλληλη οδό Δημοσθένους, ένα ρέμα έτρεχε ένα μαύρο μολυσμένο νερό, δεν ξέρω αν έφτανε μέχρι τα περιβόλια της αγίας Ελεούσας. Μερικά τετράγωνα πιο κάτω στην οδό Μεγίστης ήταν οι στάβλοι του στρατού. Στις άκρες του πεζοδρομίου εκεί όπου υπήρχε άφθονη κοπριά παιδάκια έστηναν παγίδες να πιάσουν σπουργίτια, τα έκαναν ψητά.
Στην λεωφόρο Συγγρού εκεί όπου συναντιόνταν με την Μεγίστης, στάση Χρυσάκη υπήρχε ένα περίπτερο, πήγαινα και καθόμουν στη γωνία και μετρούσα τα αυτοκίνητα, πρόσεχα τις μάρκες, θαύμαζα τις κούρσες, κοίταζα τα λεωφορεία. Ένα λεωφορείο αντικ χρώματος λαδί με μουσαμαδένια τέντα για σκεπή, χωρίς γυάλινα παράθυρα και πόρτες με χερούλι έκανε τη διαδρομή Ακαδημία-Βουρλοπόταμος. Μα κι αυτά τα λεωφορεία τα κίτρινα της πάουερ το κουμπί που πατούσες για στάση ήταν στη οροφή με σκαλιστά γράμματα με τη λέξη ΑΠΑΞ, το κοίταζα και δεν πίστευα τα μάτια μου. Η Ελλάδα ξαναζεί με το πάτημα ενός κουμπιού. Μετά μου άρεσαν τα άδεια πακέτα από τσιγάρα αυτά που πετούσαν στις άκρες, τα μάζευα λοιπόν κι έκανα κολεξιόν σκουπίδια. Ήταν μια εποχή 1949 όπου ακόμα δεν είχε τελειώσει ο εμφύλιος, τουλάχιστον στην επαρχία. Περπατούσα προς το δέλτα Φαλήρου, το ιπποδρόμιο δεν λειτουργούσε χάζευα τα αποθηκευμένα στρατιωτικά υλικά. Απέναντι η ταβέρνα «Τα Πεύκα» του Χειλά, πιο κάτω το Χασάνι. Ο αμερικανικός στόλος φουνταρισμένος στον φαληρικό όρμο, ναύτες έπαιζαν στον Ιππόδρομο Μπεις Μπολ, παιδάκια, πολλά, άλλα με πατίνια, άλλα χωρίς, σαν τις μύγες τους ακολουθούσαν, προσφέροντας τους κι εγώ δεν ξέρω τι, άπλωναν τα χέρια τους, τους ζήταγαν τσίκλες. Όταν βράδιαζε γύριζα στο ημιυπόγειο δωμάτιο όπου μέναμε μαζί με την θεία μου για ύπνο
.

Το μεροκάματο ήτανε στο Ρουφ σε ένα εργοστάσιο κάτι που έμοιαζε με παράγκα. Εργοστάσιο λαμπτήρων για φακούς και ποδήλατα. Όχι δεν υπήρχε τηλέφωνο, με πλήρωναν 11.000 δρχ. την ημέρα, έπαιρνα το λεωφορείο της ΕΔΕΜ αξία εισιτηρίου 500 δρχ. για Ακαδημία, περπατούσα στην ομόνοια οδός Πειραιώς έπαιρνα το πράσινο Τραμ, πάλι 500 δρχ. περνάγαμε την λαχαναγορά, κατέβαινα στη στάση Καμπά, περπατούσα, πέρναγα τις σιδηροδρομικές γραμμές, εκεί πολλοί έλληνες κληρωτοί έκαναν γυμνάσια, στην αριστερή μεριά ήταν η δουλειά. Από δεξιά η ταβέρνα ‘Τσάπελας’ όπου έπαιζε χωρίς διακοπή το (συννεφιασμένη Κυριακή και το Βαλεντίνα) είχα μαζί μου μια καραβάνα έ! ότι περίσσευε από το σπίτι, αλλά ποτέ δεν έφτανε έτσι αγόραζα μια μερίδα πατάτες ή φασόλια είχαν δυο χιλιάδες δρχ. στους στρατώνες εκεί υπήρχαν άγγλοι στρατιώτες, ήταν μια εταιρία NAAFI δεν ξέρω τι εννοούσαν τα γράμματα, αλλά εκεί στην καντίνα δούλευε ένας γνωστός μου ο οποίος μου βρήκε και την δουλειά. Εργάτριες όλα κορίτσια μόνο ένα ακόμη αγόρι ο Τάκης κι εγώ. Τραγούδαγαν συνεχώς (Το φανταράκι απόψε πάει έχει μεράκια και τάχει πιει…) και το (Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι κι ακουμπισμένος σε ένα δεντρί, ο τραυματίας αναστενάζει και τη μανούλα του ζητάει για να βρει…) σχεδόν όλα τα κορίτσια μίλαγαν μια άλλη γλώσσα ήταν από την Κερατέα μίλαγαν αρβανίτικα.

(Η αξία της δραχμής ισοδυναμούσε 1 δολάριο = 11.000. δρχ.) μετά όπου έφυγα έγινε 15.000 δρχ.)

Όχι δεν είχαμε ραδιόφωνο αλλά η κυρία από τη Νάξο που έμενε στο από πάνω το έβαζε διαπασών κι έτσι ακούγαμε την κυριακάτικη λειτουργία. Τρέχοντας γύριζα τα βράδια να προλάβω να πάω στο ιδιωτικό νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας 7-9 ή 10. Για το κρύο του χειμώνα ευτυχώς υπήρχαν τα σαράφικα στην οδό Αθηνάς βρήκα ένα πανωφόρι καφετί από αυτά τα μεταχειρισμένα που έστελναν οι αμερικάνοι.

Μετά από έναν χρόνο χωρίς ελπίδα καλυτέρευσης, άνοιξα πανιά όπως λέει και το τραγούδι «θα σε πάρω να φύγουμε σε άλλη γη σε άλλα μέρη…» μόνο που εγώ πήρα τον εαυτόν μου και τις αναμνήσεις μου παρέα, άνοιξα πανιά, έκτοτε με ακομπανιάρει η μοναξιά μου, οι αναμνήσεις μου, μα κι ένα μεγάλο γιατί; Ψάχνω για μια ολοκληρωτική προσωπικότητα, ή κάτι παρόμοιο, τι κρίμα δεν μπορώ να το διευκρινίσω, λέτε να είναι η νοσταλγία της νιότης; Ή το ότι προσπαθώ να συνδέσω τις τόσο διαφορετικές τεθλασμένες κουλτούρες που έπλασαν τη ζωή μου; σε κάτι πιο ολοκληρωμένο, δηλαδή σα να πούμε σε μια ευθεία οριζόντια φυσική γραμμή; Ειλικρινά δεν ξέρω…

Πάντως τα πρώτα φτερουγίσματα της ζωής δεν ξεχνιόνται ποτέ, είναι αυτά που μας δίδαξαν την αυτοσυντήρηση του εαυτού μας

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη


Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Αχ! Αυτά τα όνειρα.

Αχ! Αυτά τα Όνειρα.

Στα όνειρα δεν χρειάζεται να βάλουμε φωτογραφίες ή εικόνες, μια και τα όνειρα από μόνα τους τις ζωγραφίζουν.

Από μικρό παιδί είχα ένα όνειρο, μου άρεσε να γράφω, το όνειρό μου ήταν να βλέπω τον εαυτό μου ακουμπισμένο σε ένα τραπέζι με μολύβι και χαρτί να αποτυπώνει τα γεννοβολήματα της πένας μου, να ζω σε έναν όλο-δικό μου κόσμο. Αυτό έκανα μικρός, όταν έξω χιόνιζε, στο κρύο του χειμώνα μουτζούρωνα χαρτιά κοιτάζοντας απ’ το τζάμι τις νιφάδες. Τα καλοκαίρια ξαπλωμένος στο πάτωμα διάβαζα ότι έπεφτε στα χέρια μου. Τώρα ευρισκόμενος στο άλλον άκρον τη νήματος της ζωής, στρώνομαι στο γράψιμο. Αλλά με πιάνει μια βαριεστιμάρα, στη στιγμή αλλάζω γνώμη και λέω: Α! άστο για αύριο, κανένας δεν με κυνηγά. Το πρόβλημα μου όμως είναι ότι το αύριο δεν έρχεται ποτέ. Πάντοτε υπάρχει το σήμερα, το αύριο είναι υποθετικό.

Για να βρω τη ζωή των ονείρων πέρασα από διάφορα στάδια στο ρουν της ζωής μου. Πέρασα χρόνια χωμένος στο βασίλειο της θάλασσας, να κάνεις μέρες, μήνες, να δεις στεριά κι όταν εμφανιστεί εκεί στο βάθος του ορίζοντα κάποιος φώναξε στεριά, στεριά λες και ήταν ο Κολόμβος που ανακάλυψε τις Δυτικές Ινδίες, να τρέχεις στην κουπαστή να μυρίζεσαι την διαφορετικότητα του αέρα. Τότε τα όνειρα άρχιζαν να παίζουν παιχνίδια με τη φαντασία, όνειρα που κρυβόταν στις πράσινες ακτές, όνειρα μα και περιέργεια που αντανακλούσαν στα φώτα μια πολιτείας, τα ίδια όνειρα που πετούσαν τη νύχτα εν πλω στην τροχιά του φεγγαριού, αυτά που με νανούριζαν στο κούνημα των κυμάτων, κοιτάζοντας τον φωσφορίζοντα αφρό, αυτόν που άφηναν τα απόνερα της προπέλας, μα και όνειρα του άγνωστου μέλλοντος, του πως θα είναι η ζωή μου μετά από χρόνια.

Κάποτε λοιπόν αποφάσισα κι έσπασα αυτόν τον κλοιό της θαλασσινής ζωής, με το να δραπετεύσω στα πράσινα όνειρα, σε ένα τοπίο σχεδόν παρθένας ζούγκλας συντροφιά με το κορίτσι μου, εκεί όπου δεν υπήρχαν ανθρώπινοι νόμοι, αλλά ούτε και υποχρεώσεις, προς καμίαν κοινωνία, αφού δεν υπήρχε. Μα ούτε κι ευκολίες μιας σύγχρονης ζωής. Έτσι αφού ικανοποίησα ένα μέρος της ζωής των ονείρων μου, ξανά γύρισα στην ωμή πραγματικότητα.

Μετανάστευσα στην πόλη του μεγάλου μήλου, αυτή με τους ουρανοξύστες και τα πολλά φώτα, έλα όμως που τα όνειρα εδώ σταματούν να είναι όνειρα, έτσι μετά από μεροκάματα σε εργασία που δεν μου άρεσε, όχι ότι γεννήθηκα τεμπέλης, αλλά ήταν επιβεβλημένη για να μπορώ να υπάρχω, να κερδίζω τα της οικογενειακής επιβίωσης. Τα ουτοπικά όνειρα επαναπατρισμού, μου έδιναν δύναμη να αντέχω τη συνέχιση της ζωής και με την ελπίδα ότι κάποτε θα έρθει η ευλογημένη ώρα να ξεκουραστώ να πάρω σύνταξη, να απολαύσω τα τόσα όνειρά μου, να ασχοληθώ με αυτό που μου αρέσει, και όχι μόνο αλλά να αισθανθώ ελεύθερος από υποχρεώσεις. Όταν πλέον φθάσεις στην κορυφή της ανηφόρας αυτού του επιτεύγματός σου απότομα σταματάς, αισθάνεσαι άδειος. Κοιτάς προς τα πίσω, μετράς τα άνυδρα χρόνια που χάθηκαν στην μάχη του μεροκάματου, στην πόλη του μεγάλου μήλου. Όχι μόνο αυτό, αλλά εφόσον ανακατεύεσαι με τα βιβλία με την γραφή, αυτά που δεν έχουν υλικό κέρδος, οι υπόλοιποι συμπατριώτες σε θεωρούν σαν να μην ανήκεις στην κάστα τους.

Τίποτε δεν λειτουργεί όπως θα ήθελες, σου απομένουν μόνο τα όνειρα, αυτά που υπάρχουν και παραμένουν όνειρα, είναι ένα κομμάτι του γνήσιου εαυτού σου, ένα άπιαστο κομμάτι της καθεαυτό φανταστικής δικής σου ζωής, όπου δεν χωρούν αλλότριες επεμβάσεις.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη





Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Η ημέρα της Μητέρας.

Τα κρινολούλουδα ήταν από αυτό εδώ το μέρος, Μαρκάτα Πυλάρου



Η ημέρα της Μητέρας,

Χαιρετίζω όλες τις μητέρες του κόσμου, μα και όλες τις γυναίκες του κόσμου,
Χαιρετίζω την μάνα που με γέννησε, αυτήν που δεν πρόλαβα να της το πω όσο ζούσε, που ποτέ δεν συνεορτάσαμε μαζί μια μέρα σαν και τούτη. Γιατί απλούστατα δεν υπήρχε στον καιρό της αυτή η εορτή τουλάχιστον στο μέρος μας. Έτσι με ένα μπουκέτο κρινολούλουδα, αυτά που ζωγραφίζει ο νους μου, αυτά τα αθώα κρινολούλουδα που ήταν ζωγραφισμένα στο εξώφυλλο αναγνωστικού μου Β! δημοτικού, του καιρού που ζούσε η μητέρα μου, τότε που βασίλευε η αθωότητα, τα καταθέτω ως ένδειξη σεβασμού, αγάπης και τρυφερότητας σε όλες τις μητέρες, του κόσμου αυτές που μας θήλασαν, που απλόχερα μας έδωσαν τη συνέχιση της ζωής, τα προσφέρω στις γυναίκες την ημέρα της γιορτής τους, αυτές που μας δίδαξαν την αγάπη, ‘feliz día de las madres’ λουλούδια βγαλμένα από μια παιδική ψυχή γεμάτα πίστη μα και αφοσίωση στην παντοτινή μάνα.

Αυτά τα κρινολούλουδα τα προσφέρω στη αγαπητή μας Ιουστίνη ευχόμενος της ειδικώς μια ευτυχισμένη μέρα της μητέρας, A happy Μother’s day, μα κι ένα ευχαριστώ για τον χρόνο που μας διάθεσε στην συνέντευξη μας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Μοντρεάλ, συνέντευξη από την Ιουστίνη στην κ. Υίωτας Στρατή κι εμένα κατοίκων Νέα Υόρκης.

Ας μου επιτραπεί να γράψω ένα στιχάκι του ποιητή Γ. Δροσίνη από το (Χώμα Ελληνικό) μεταφορικά για πόσο μας λείπει η μάνα.

(Κι αν το ριζικό μου έρημο και μαύρο
Μούγραψε να φύγω και να μη γυρίσω,
Τη στερνό συχώριο εις εσένα θάβρω,
το στερνό φιλί μου σένα θα χαρίσω…)

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Η γη, όπως και η ζωή, είναι σφαίρα και γυρίζει.

η Ένα ενθύμιον στην χαρτοπετσέτα...


Η γη όπως και η ζωή, είναι σφαίρα και γυρίζει.

Έσπαζα το κεφάλι μου να βρω ένα θέμα να γράψω, κάτι το πρωτότυπο το καθεαυτό δικό μου. Ώσπου μπαίνει στη μέση ο άλλος μου εαυτός, αυτός που κάποτε είχε ζήσει σε μια αλλότρια παγκοσμιότητα. Έ! Που πας; Μου λέει, εδώ είσαι εσύ ο ίδιος, γιατί ξεφεύγεις; Τότε ήρθε μπροστά μου το λυκόφως της μνήμης μου στη Νέα Υόρκη, φάνηκα πίσω από έναν κυκλικό πάγκο, μπροστά μου η αίθουσα γεμάτη τραπέζια, οι πελάτες απολάμβαναν αυτό το κάπως εξωτικό μέρος, τροβαδούροι με κιθάρες ντυμένοι στα κιτρινοκόκκινα τραγουδούσαν παθιάρικα ισπανικά φλαμένκο της Ανδαλουσίας, σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική σε ένα ημίφως όπου τους έκανε να μοιάζουν σαν χρυσοί τσιγγάνοι. Κάποια στιγμή νοσταλγικά έκλεισα τα μάτια μου, μου φάνηκε ότι άκουγα αυτά τα συρτά μοιρολόγια, τραγούδια της πατρίδας μου. Ένας από τους σερβιτόρους ήρθε και μου έδωσε ένα χαρτάκι, φαινόταν αρωματισμένο προσεκτικά διπλωμένο, μια δεσποινίς το είχε δώσει για αυτόν αλλά αυτός δεν ήθελε. Ήταν αριθμός τηλεφώνου κι ένα όνομα. Δεν με ενδιέφερε, το πέταξα. Ένας πελάτης με κοίταζε επίμονα και σκιαγράφησε το πρόσωπό μου σε μια χαρτοπετσέτα, φεύγοντας μου την χάρισε. Ξαναείδα τον εαυτό μου να εισπράττω χρήματα, να κρατώ λογαριασμό μπρος σε ένα τεράστιο παλιό ταμειακό μηχάνημα, να χτυπώ τα κουμπιά ένα, ένα και μετά να γυρίζω την μανιβέλα και να ανοίγει το συρτάρι, να δίνω ρέστα, στο τέλος της παράστασης ακριβώς τα μεσάνυχτα να παραδίδω τις ταμειακές εισπράξεις σε έναν βραζιλιάνο ο οποίος με περίμενε στο πρώτο πάτωμα με τα διπλότυπα λογαριασμών. Ήμουν υπεύθυνος για το ταμείο μα και για την κάβα κρασιών. Η σκηνή σε ένα ισπανικό εστιατόριο ‘La buena mesa’ στο Lexington Ave. New York στον δεύτερο όροφο το οποίον σερβίριζε αλά καρτ μόνο κρέας ωμό σε ξύλινα πιάτα με ένα μακρύ πιρούνι κι ένα πήλινο δοχείο με καυτό λάδι πάνω σε καμινέτο με φλόγα στη μέση του τραπεζιού, ο πελάτης έψηνε μόνος του στο λάδι το κρέας, είχε και γαρίδες κοκτέιλ και άφθονο κρασί μα και ένα σωρό διαφορετικές σάλτσες, βουτήματα.


Η ιστορία είχε αρχίσει από παλιά, ο Μιγκέλ ήτανε ακουμπισμένος στην κουπαστή του βαποριού, λες και κρατιόταν για να μην πέσει, όχι δεν μιλούσε μόνο κοίταζε, κοίταζε τα πρόσωπα μας. Η ματιά του κάπως φοβισμένη ή μάλλον παραπονιάρικη ξεχώριζε από την θρασεία συμπεριφορά των ντόπιων. Είχε μια ερώτηση στα χείλη του τα οποία τρέμανε λιγάκι από την αναποφασιστικότητα. Ήταν ένας χλωμός μεσήλικας γύρω στα 35 κάπως αδύνατος με μια φαλάκρα που μόλις άρχιζε. Φαινόταν ευρωπαίος. Είμαστε διπλαρωμένοι και δεμένοι στον μόλο του Puerto Limon Costa Rica, το βαπόρι ανεβοκατέβαινε μια και η ζωντανή θάλασσα ανέπνεε συνεχώς. Τελικά το αποφάσισε, με χαιρέτισε και μου λέει, μπορώ να σου πω; Ζητάω να μπαρκάρω, ζητάω δουλειά. Ήταν Ισπανός, ο Miguel Fernández, από τη Sevilla España. Ένας από αυτούς που είχαν φύγει ένεκα Φράνκο. Σκέφτηκα λιγάκι και του είπα, θα υπάρξει μια θέση όταν φτάσουμε στην Γουατεμάλα θα έφευγε το καμαροτάκι των αξιωματικών, πήγαμε μαζί στον καπετάνιο, τον σύστησα, κατάφερε μπαρκάρισε. Ήταν ένας τύπος ολιγόλογος, είχε πάνω του αυτή την υπεροψία των Ισπανών απέναντι στους ιθαγενείς, αλλά ήταν λογικός, γίναμε φίλοι.
Όταν ξεμπαρκάρισα στην Γουατεμάλα αυτός έμεινε με το βαπόρι, πέρασε ο καιρός και μια μέρα τον συναντώ ξέμπαρκο στο Puerto Barrios Guatemala. Κάναμε παρέα. Πέρασαν τα χρόνια, ήμουν νεόφερτος στη Νέα Υόρκη, έπρεπε να βρω εργασία. Δεν γνώριζα σχεδόν κανένα. Οπότε με χαρά λαμβάνω ένα τηλεφώνημα απ’ τον Μιγκέλ το έμαθε ότι ήμουν στη Νέα Υόρκη όπου έμενε κι αυτός. Συναντηθήκαμε του είπα ότι ζητούσα εργασία. Τότε υπήρχε στο Ισπανόφωνο κανάλι τηλεόρασης της Νέας Υόρκης ένας Ισπανός μάγειρας ο οποίος έδιδε μαθήματα μαγειρικής ο Antonio Cano, από τη Σεβίλη ήταν φίλος του Μιγκέλ. Χωρίς χρονοτριβή με συστήνει, ναι μου λέει υπάρχει εργασία στο Ισπανικό εστιατόριο la buena mesa που δουλεύω. Η δουλειά θα άρχιζε στις 3 το απόγευμα ως τις 11-12 μεσάνυχτα. Την πρώτη μέρα όπως μπήκα στο εστιατόριο στον πρώτο όροφο εκεί όπου υπήρχε παραδοσιακό Ισπανικό εστιατόριο ο μάγειρας με χαιρέτισε με ευγένεια και με ρώτησε πως τρως; Ε! κανονικά του είπα: αλλά μου φάνηκε παράξενο σε λιγάκι μου σερβίρισαν μια τεράστια μπριζόλα με κρεμμύδια τηγανιτά κλπ… τότε κατάλαβα εννοούσε την ποσότητα, ο σερβιτόρος ένας κολομβιανός μου λέει αν δεν σου αρέσει μην τρως επάνω έχει γαρίδες. Τα μαγαζιά γιατί στην πραγματικότητα ήταν δυο άνοιγαν για δουλειά στις πέντε απογευματινή, από τις 3 έως τέσσερις σερβίριζαν τους εργάτες, από 4-5 προετοίμαζαν ο κάθε ένας το πόστο του, ένας βραζιλιάνος μου έδινε τα χρήματα για το ταμείο για ρέστα $ 150 ανεβαίναμε στον δεύτερο όροφο κι ο κάθε ένας μας στο πόστο του
.
Ήμουν εκεί ως που ένας παλιός γνωστός Έλληνας πρώην ναυτικός αφού είχε παντρευτεί και μείνει στη Νέα Υόρκη έμαθε ότι είχα έρθει. Ήρθε και με είδε, πόσα κάνεις; τόσα, έλα μαζί μου θα σου δίνω μιάμιση φορά παραπάνω. Με νίκησε το χρήμα έφυγα. Έμπλεξα στα παράνομα ελληνικά κόλπα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης