Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Το Αντίδοτο,

Η νοσταλγία και οι αναμνήσεις , είναι μέρος της ζωής σου, σε βοηθούν να καταλάβεις το ποιος είσαι, φανερώνουν την ταυτότητά σου, στην πολυπολιτισμική κοινωνία όπου ζεις και υπάρχεις.
Μια διαφορετική Πρωτοχρονιά!
Η κουκέτα μου δίπλα στο φινιστρίνι, ένα γραφείο βιδωμένο στο πάτωμα, με μια κινητή καρέκλα, ένας ανεμιστήρας βιδωμένος στον τοίχο, η πόρτα του δωματίου μου πάντοτε στον γάντζο, ώστε να μην με κλείσει μέσα, εν περιπτώσει ναυαγίου, μια σέσουλα τενεκεδένια σφηνωμένη κόντρα στο φινιστρίνι για να φέρνει αέρα στις ζεστές θάλασσες και λιμάνια. Η καμπίνα μου ήταν στη μέση του βαποριού επικρατούσε φοβερή ζέστη. Ήταν ακριβώς πάνω από το στόκολο, δηλαδή πάνω από τα καζάνια παραγωγής ατμού. Είχε κι ένα νιπτήρα, σε αυτό το ίδιο δωμάτιο, στο ίδιο βαπόρι έζησε 6 ολόκληρα χρόνια. Συνήθως αυτούς τους ναυτικούς που μένουν τόσο πολλά χρόνια στο ίδιο βαπόρι τους λένε καραμάνια, δηλαδή χάνουν την επαφή με τον έξω κόεμο. Γίνονται ένα με τη λαμαρίνα τουλάχιστον αυτή τη αλείφουν ψαρόλαδο για να μην σκουριάζει. Η γάτα που είχαμε στο βαπόρι για να μην την πιάσει η λαμαρίνα και τρελαθεί, της κρεμούσαμε στο λαιμό ένα κομμάτι χαλκό, μπακίρι, εμείς ασφαλώς όχι όλοι αλλά οι περισσότεροί μας για να μην μας πιάσει η λαμαρίνα, (υπολογίζω μια ψυχονευρωτική νόσος) το αντίδοτο ήταν τα λιμάνια, οι γυναίκες, το ποτό το γλέντι, όσα προλάβουμε σε κάθε ταξίδι σε κάθε πόρτο, αφού αύριο θα αρμενίζουμε ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα, και θα βλέπαμε γυναίκα μόνο στις φωτογραφίες των ημερολογίων κρεμασμένων στον τοίχο.
Τέλη Δεκεμβρίου αναχωρήσαμε από Μπελίζε το επόμενο λιμάνι το Κορτέζ Ονδούρας. Κανονίζαμε που θα περάσουμε την πρωτοχρονιά, αν κι εάν μας βάλουν μέσα στο λιμάνι τουλάχιστον να βγούμε στη στεριά.
Ήρθε τηλεγράφημα αν φτάσετε πριν την 6 απογευματινή θα πέσετε δίπλα, αν όχι στο αγκυροβόλιο και θα περιμένετε μέχρι τις 2 Ιανουαρίου.
Η μηχανή άνοιξε φτάσαμε 5 απογευματινή 31 Δεκεμβρίου, διπλαρώσαμε στην αποβάθρα, πρατιγάραμε, οι εργάτες δεν δούλευαν οπότε αυτό που μας έμενε ήταν να γλεντήσουμε. Κανόνισα με το καμαροτάκι στις 12 τα μεσάνυχτα να βγάλει στην τραπεζαρία τίποτα γλυκά πιοτό για τις βάρδιες της μηχανής, για άλλους που επέμεναν να παίζουν χαρτί και όποιος ήθελε να καλωσορίσει τον καινούργιο χρόνο, και πήγα έξω με παρέα. Τα μπαρ πολλά κοντά στο μόλο στη σειρά το ένα δίπλα από το άλλο, οι γυναίκες του πόρτου όταν είδαν ελληνικό βαπόρι βγήκαν τσάρκα και ήταν πολλές, πάρα πολλές, η κάθε μια έβγαινε περίπατο να αρπάξει μια οποιαδήποτε ευκαιρία.
Δεν είχα υπολογίσει όμως μια μικρή από τα προηγούμενα ταξίδια, με περίμενε στην πύλη, για αυτήν μια ευχάριστη έκπληξη, ρεβεγιόν αν μπορεί να λεχθεί έτσι θα κάναμε μαζί, ο καινούργιος χρόνος θα μας εύρισκε μαζί. Αρχίσαμε σε γνωστό μπαρ, εκεί μας βρήκαν και δυο φίλοι ντόπιοι Λιβανέζοι έμποροι υφασμάτων που τους ήξερα από πριν ο Μπισίρ και ο Μπισάρας Καναουάτη, ο ταξιτζής Κίλγορ με την έγκυο Πατροσίνεα την κοπέλα του. Μαζί μας ήταν κι ένας Κεφαλλονίτης Ληξουριώτης ο Σ. Αραβαντινός που είχε ξεμείνει σε εκείνα τα νερά και μετά μπαρκάρισε στο βαπόρι. Πηγαίναμε από στέκι σε στέκι, ο ταξιτζής στην διάθεσή μας, οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο έπιναν χόρευαν και γλεντούσαν. Με την υποδοχή του καινούργιο χρόνου ανάβουν κροτίδες, βαρελότα γεμίζει ο κόσμος από καπνιά κρότους γέλια, χαρές ευχές, η κοπέλα μου έφερε ένα σωρό, πήγα να βάλω φωτιά σε μια κι έσκασε στα χέρια μου. Πίναμε και χορεύαμε μέχρι τις 4 πρωί, μετά πήγαμε για ύπνο στις έξη γύρισα στο βαπόρι για δουλειά γεμάτος με ένα αντίδοτο της λαμαρίνας, για να συνεχίσω να υπάρχω, αφού αύριο μεθαύριο θα αρμενίζαμε μακριά απ’ το αντίδοτο ανάμεσα ουρανό και θάλασσα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης







Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Καλή και χαρούμενη Πρωτοχρονιά 2010

Χιόνια στην αυλή 20/12/09
Ανεβασμένος στην καρέκλα στον εξώστη κοιτώ το χιόνι



Πόλεμος, φτώχεια, σκοτωμοί, είναι αυτά που άφησα πίσω μου στην Ελλάδα, μια Ελλάδα που αιμορραγούσε από τον εμφύλιο, μια Ελλάδα που έμεινε και μένει γραμμένη στην ψυχή μου ακόμα μέχρι σήμερα.

Μόνος, μονάχος, παιδί, χωρίς παρέα, χωρίς νουθετήσεις από κανένα, κατόρθωσα να νικήσω αυτό το τέρας που λέγεται επιβίωση, πρόοδος και να μην χάσω την ελληνικότητά μου. Οι πρωτοχρονιές πολλές μαζευόταν στην πλάτη μου σαν πολύχρωμο κουβάρι σπάγκου, κάθε πρωτοχρονιά κι ένας κόμπος, όταν το ξεδιπλώνω μετράω τις πρωτοχρονιές, τους κόμπους που πέρασα στις θάλασσες με παρέα τους γλάρους, με στέρηση της ελευθερίας μου σε κρατητήριο, σε όνειρα που δεν είχαν τελειωμό, αχ! Αυτά τα όνειρα ακόμα με τυραννούν, μα και γλεντώντας σε ξένες πατρίδες, σε λιμάνια με οτιδήποτε προσέφεραν.

Πολλοί οι κόμποι στο κουβάρι, πρωτοχρονιές αξέχαστες, με χαρές ή και με πίκρες, με νοσταλγία, μα και με αγάπη.

Σήμερα πλέον μια ακόμα πρωτοχρονιά περνά κοιτάζω γύρω μου και βλέπω,
τα λουλούδια που με περιτριγυρίζουν κι ευχαριστώ τον Δημιουργό, για τη μεταμόρφωσή μου, το «μου» έπαψε πλέον να υπάρχει, έγινε μας, από έναν διαβάτη μονάχο Aventurero σε κάτι πιο αγαπημένο που μας πλαισιώνει, μαζί με την Ορτανσία φτιάξαμε το δικό μας περιβάλλον, γεμάτο ζεστή αγάπη, θαλπωρή, οικογένεια αυτά που δίνουν αξία και νόημα στη ζωή.

Ευχόμαστε σε όλους σας, στους αγαπητούς-τές αναγνώστες της ΠΥΛΑΡΟΣ υγεία, πρόοδο, ευτυχία και χαρά στον καινούργιο χρόνο 2010.
Με αγάπη,
Γαβριήλ Παναγιωσούλης και οικογένεια

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία


Μπροστα στο Σπίτι μας Γουατεμάλα

Στην φώτο φίλοι μας μπροστά στο ναό (Βasílica) του μαύρου Χριστού, Εσκιπούλας, όπου έχει τη φήμη θαυμάτων, προσκυνητές προέρχονται από όλη την Κεντρική Αμερική.
Το ξύλο της κατασκευής 1594 του εσταυρωμένου, είναι μαύρο ένεκα τις καπνιάς κεριών και αγκαλιάσματα πιστών. Από εκεί και το όνομα. El Cristo Negro de Esquipulas.

Είχε σουρουπώσει όταν καθώς περπατούσα συνάντησα μπροστά μου την πομπή με τα ομοιώματα της Παναγίας με Ιωσήφ, που είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου. Οι προσκυνητές είχαν απιθώσει την πλατφόρμα στη μέση του δρόμου για να βάλουν την κορώνα στο άγαλμα της Παναγίας που είχε πέσει καθώς άγγιξε σε κάποιο σύρμα, ήταν μόνο γυναικόπαιδα. Κάποια κυρία μαζί με παιδάκι με είδε σαν από μηχανή σωτηρία.
Κύριε, μου λέει μας δίνεται ένα χεράκι να ανεβάσουμε στους ώμους μας την πλατφόρμα; Είναι βαριά
.
Η σκηνή στην πόλη της Γουατεμάλας της οποίας οι κάτοικοι εξακολουθούν να έχουν τις συνήθειες που τους μεταφύτεψαν οι Ισπανοί κατακτητές. O μοναχός Πέδρο Ντε Μπετανκούρ (1626-1667) εισήγαγε στην Γουατεμάλα τις θρησκευτικές αυτές τελετές.
Εννέα μέρες πριν τα Χριστούγεννα βγάζουν λιτανεία τα ομοιώματα (imágenes) της Παναγίας και του Ιωσήφ και επισκέπτονται εννέα προκαθορισμένα σπίτια, σε κάθε σπίτι ζητούν φιλοξενία να περάσουν την νύχτα τα «ομοιώματα» (ποσάδα) για να αναπαραστήσουν το ταξίδι του Ιωσήφ και της Μαρίας για απογραφή προς Βηθλεέμ. Οι νοικοκυραίοι έχουν φτιάξει μια φάτνη, τους υποδέχονται δε, με παραδοσιακά φαγητά και ποτά. Οι προσκυνητές και όλοι μαζί ψάλλουν έχοντες κεριά αναμμένα, κάνοντας μια μικρή φιέστα. Αρχίζουν στις 16 Δεκ. και τελειώνουν 24 Δεκ. Οι δρόμοι γεμάτοι από τέτοιες λιτανείες με κεριά αναμμένα που ψάλλουν με όργανα, με τον ρυθμικό χτύπο σε καύκαλο χελώνας και ζητούν «ποσάδα» φιλοξενία. Στο τελευταίο σπίτι την παραμονή 24 μαζί με την Μαρία και Ιωσήφ κρύβουν ένα κουκλάκι ομοίωμα του Χριστού, τότε δηλώνουν σε αυτό το σπίτι γεννήθηκε él niño Jesús κλπ… εκεί αρχίζει μεγάλο φαγοπότι, τα παιδιά σπάνε τις «πινιάτες,» χάρτινες κούκλες γεμάτες καραμέλες, οι μεγάλοι πίνουν, ποτά πηγαίνουν επισκέψεις, χορεύουν και γλεντούν, μερικοί θρησκόληπτοι τα μεσάνυχτα πάνε στην εκκλησία να ακούσουν την λειτουργία του πετεινού, Misa del gallo, λέγεται έτσι γιατί ο κόκορας ήταν ο πρώτος που κατάλαβε τη γέννηση του Ιησού. Το πρωί της καθεαυτό μέρας των Χριστουγέννων τους βρίσκει κουρασμένους, έτσι ανήμερα των Χριστουγέννων κάθονται και ησυχάζουν στα σπίτια τους.
Σε μερικά μέρη υπάρχουν και παραλλαγές σε αυτές τις συνήθειες.

Κάποιο ζιζάνιο είχε μπει μέσα μου, δεν ξέρω, ξαναήρθε μέσα μου η θάλασσα, η Κεφαλονιά, σε αυτό το τόσο μακρινό μέρος, σχεδόν δίπλα από τον Ειρηνικό Ωκεανό, αισθάνθηκα διαφορετικός.
Όχι, τους λέω δεν σας βοηθάω.
Έτρεξα και μπήκα στο σπίτι μου κι έκλεισα την πόρτα. Λέω της γυναίκας πάμε έξω πλύθηκα καθώς βγαίναμε μου λέει η γυναίκα που είναι το δαχτυλίδι σου, κοίταξα το χέρι μου δεν υπήρχε. Η αμαρτία γιατί δεν βοήθησες την Παναγία μου είπε. Περιττό να πω γυρίσαμε πίσω. Ε! λοιπόν το άτιμο είχε φύγει μέσα στην πετσέτα και όπως την δίπλωσα κρύφτηκε.

Παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι είχαμε δικά μας νέα, μας τα έφερε το χτύπημα του πελαργού στο τζάμι, ο οποίος μας έστειλε στο materno infantil ειδικό νοσοκομείο. Εκεί βγάλαμε τη βραδιά την άλλη μέρα των Χριστουγέννων 11:50 πριν τα μεσάνυχτα γεννήθηκε το πρώτο μας παιδί.

Ήταν ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο.

Κι όλα αυτά σε μια πόλη μακριά από τη θάλασσα, με ιδεώδη ανοιξιάτικο κλίμα με έναν πληθυσμό ιθαγενών σε μεγάλο ποσοστό, σε ένα υψόμετρο 1500 μέτρων με την ονομασία El País de la eterna Primavera, το κράτος της αιωνίας άνοιξης.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Έτσι έπλασαν τη γενιά μας:


Το βιβλίο υπάρχει αυτοτελές, τα πρώτα φύλλα μόνο έχουν φθαρθεί στις άκρες.

Στη γη όπου τα κίτρινα λουλούδια (μαρτιάκοι) αναζητούν τον ήλιο.

Τα τζαμένια παραθυρόφυλλα κλειστά, καθισμένος μπρος στο λαβομάνο με ανοιχτό ένα βιβλίο, ένα βιβλίο πολύ παλαιό που είχα βρει καταχωνιασμένο στο κατώι προσπαθούσα να διαβάσω. Διάβαζα ιστορίες της αρχαίας μας κληρονομιάς, αλλά προπαντός ιστορίες κι ανδραγαθήματα των ελλήνων για την απελευθέρωση από τους Τούρκους εις μίαν γλώσσα καθαρεύουσα όπου λόγιοι και συγγραφείς του 19 αιώνα προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν την ψυχολογία των ελλήνων και να αναλύσουν τα μύρια προβλήματα του ελληνικού έθνους. Ονομάζω μόνο μερικούς από τους παίρνοντας μέρος:
Κοραής, Τρικούπης, Βαλαωρίτης, Φ. Σκούφος, Ραγκαβής, Α. Σούτσος,
Αχ. Παράσχος, Παπαρηγόπουλος, Ζαλοκώστας κλπ…
Η εγκύκλιος του υπουργείου εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαίδευσης φέρει ημερομηνία (Εν Αθήναις τη 21η Νοεμβρίου 1884). Οι πατεράδες μας έμαθαν γράμματα με αυτό, εμείς όχι. Εμείς το χρησιμοποιούσαμε και σαν σημειωματάριο πάνω του γράφαμε τα νούμερα όταν παίζαμε κοντσίνα, από έλλειψη χαρτιού.

Έξω χιόνιζε, σήκωνα το βλέμμα προς τον ουρανό και έβλεπα τις νιφάδες του χιονιού να πέφτουν σαν στάχτη, όταν ήταν μικρές τις ονομάζαμε στουπουλίδα κι όταν ήταν μεγάλες πλατομαντήλα. Η ζεστή του σπιτιού ατμόσφαιρα θερμαινόταν από τα κούτσουρα που καιγόταν στην κουζίνα κι από έναν κουβά με αναμμένα κάρβουνα το ονομάζαμε μαγκάλι μα και από την παρουσία της μάνας η οποία δημιουργούσε μια οικογενειακή θαλπωρή, πάντα είχε μια παδέλα στη φωτιά, έστω και με πουλέντα. Ο πατέρας πήγαινε βόλτα στο καφενείο.

Όχι δεν είχαμε παιχνίδια, μα ούτε και ηλεκτρισμό, σαν βράδιαζε χωνόμαστε κάτω από τις κουβέρτες να ζεσταθούμε, το φως του λύχνου κι αυτό τρεμόσβηνε από τα χάδια του αέρα, αυτού που περνούσε απ’ τις ρωγμές, της σκεπής που πάνω της ξεκουραζόταν τα γύφτικα κεραμίδια.

Το για να διαβάσεις κάτι δεν υπήρχε αρκετό φως, μα ούτε και βιβλία εκτός ένα χοντρό σχολικό ξεφτισμένο με τίτλο Άπασα-Ύλη. Α! κι ένα παλιό περιοδικό το "Μπουκέτο," το οποίο μας έδινε δανεικό κάποιος γείτονας, ραμμένα πολλά φύλλα μαζί με σπάγκο βενέτικο διαβάζαμε δημοσιεύματα του Σταμ, Σταμ, κωμικές ιστορίες φραντέζων από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης του Α! παγκοσμίου πολέμου. Τα βράδια όλα τα παιδιά λέγαμε παραμύθια, με αυτά τα παραμύθια αποκοιμόμαστε, πάντα με τη λαχτάρα, με την αμφιβολία αν εμείς θα γινόμαστε κάποτε μέρος των παραμυθιών μας. Μοιάζαμε σαν μια πρωτότυπος πηγή παραμυθιών, Ελληνικού Χ. Κ. Άντερσεν, που όμως δεν καρποφόρησε. Ένα καντήλι κι αυτό έκαιγε νυχτιάτικα, σημάδι ότι κατοικούσαν άνθρωποι, με το πολύ κρύο η μάνα γέμιζε μπουκάλες ζεστό νερό και τις έβαζε κάτω απ τα σκεπάσματα, ώστε να ζεσταίνουμε τα πόδια μας. Μετά κάπως καλυτέρεψε η κατάσταση, ερχόταν και το περιοδικό «Θησαυρός» με τη Χοντρή και το Ζαχαρία στο οπίσθιο εξώφυλλο, με νουβέλες της Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, με το έλληνες και ξένοι κατάσκοποι στην Ελλάδα του Ι. Β. Ιωαννίδη, την Μαντάμ Σουσού, η πυργοδέσποινα του Βύθουλα, του Ψαθά, άρθρα του Παπαδάκη, ή Παπαδούκα, το Εκείνος κι Εκείνη του Χαιρόπουλου, κλπ… Ένα και μοναδικό περιοδικό έκανε το γύρω του χωριού.

Η ίδια κατάσταση επικρατούσε και μετά, ούτε ηλεκτρισμός, ούτε τρεχούμενο νερό, ούτε τίποτα, μέχρι που φύγαμε για να κατακτήσουμε τα όνειρα, αυτά που μας νανούριζαν σαν παραμύθια, στο κρύο του χειμώνα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης