Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Φιλική Συνάντηση

Οι έχοντες όρεξη γνωστοί μας
Το Ζεύγος Στρατή
Ο Τροβαδούρος μας Σ. Λάζος

ΟΙ Παρουσιαστές και ο συγγραφέας

Η άλλη, μια πιο χαρούμενη όψη της Νέας Υόρκης
Μια φιλική συνάντηση, στη Νέα Υόρκη, προγραμματισμένη από πολύ καιρό.
Ένα άνοιγμα ψυχής του συγγραφέα Βαγγέλη Διακογιάννη στην παρουσίαση του βιβλίου του (Το δοξάρι της Ψυχής μου) παρουσιαστής ο κος Αβραμέας διάβασαν οι ηθοποιοί Ηλέκτρα Μαμινάκη και Αλέξανδρος Βέλμος
Μετά την παρουσίαση του βιβλίου απολαύσαμε τις μπαλάντες του αοιδού Σεραφείμ Λάζου με ακομπανιαμέντο της κιθάρας του.


Μερικοί από εμάς οι έχοντες όρεξη τελειώσαμε με μεζεδάκια κι ένα εβίβα σε γνωστό εστιατόριο της Αστόριας Νέας Υόρκης παρέα με τον συγγραφέα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Tα Παράξενα!


Τη Νέα Υόρκη, την ονομάζουν το χωνευτήρι, την παρομοιάζω σαν χωνί που αλέθει τους διάφορους σπόρους δηλαδή τις ανθρώπινες φυλές και βγάζει ομοιόμορφους μα και ανομοιόμορφους καρπούς. Τους ανθρώπους της. Πάνω στο άλεσμα όμως επιπλέουν αυτοί που εναντιώνατε, πηδούν απ έξω απ το χωνί, αυτοί που το θεωρούν προδοσία να παρατήσουν τα πάτρια αυτά που ξέρανε μέχρι τώρα, ακόμα και τις ματσαράγκες τους.
Στο άλεσμα των καρπών εκεί είναι που χάνονται υποσχέσεις, συνειδήσεις, μα και ο συντροφικός σύνδεσμος φιλίας ή πατριωτισμού, εφόσον κυριαρχεί ο εγωιστικός ατομισμός, επισήμως και ανεπισήμως. Η ατομική εξυπνάδα, η ατομική ας μου επιτραπεί η λέξη ελληνική κουτοπονηριά, η οποία όμως δεν χωρά πλέον στην σημερινή κοινωνία.
Το βλέπω, το αισθάνομαι προσπαθώ ν’ αλλάξω ν’ απομακρυνθώ, να διαλαλήσω ότι η συμπεριφορά μας έχει αλλάξει ότι απεχθάνομαι την κουτοπονηριά, την υστεροβουλία μέχρι σήμερα δεν το έχω καταφέρει, το γιατί είναι διότι με θεωρούν έναν από τους ίδιους κι αυτό με πονάει.
Πεθαίνει ο άνθρωπος, πενθούν τα παιδιά του, οι γυναίκες του, τρέχουν οι άλλοι, να καρπωθούν αν υπάρχει κέρδος, από τις στάχτες του θα ξεφυτρώσει ένα μεγάλο δένδρο, της μνησικακίας που τους πράσινους καρπούς του θα τρέξουν να κόψουν οι τα κροκοδείλια δάκρυα φέροντες, χωρίς να ξέρουν ότι η ζωή είναι ένα τίποτα, ένα μεγάλο κενόν μιας ματαιότητας που ο μόνος που το καταλαβαίνει είναι ο αποθανών, αλλά είναι πλέον αργά… ίσως στην άλλη ζωή!
Βρέχει, έξω είναι μια μέρα σκοτεινή απαισιόδοξη.
Los Mayas dieron la bienvenida al año 5,127, que estará regido por el cargador Kab'lajuj E. Como cada ciclo del calendario maya, este constará de 18 meses de 20 días.
Οι Μάγια καλωσόρισαν το έτος 5,127, το οποίο θα 'βασιλεύει' από τον φέροντα (αχθοφόρο) Καμπ’λαχούχ Ε. Όπως κάθε κύκλος του ημερολογίου των Μάγια, έτσι κι αυτό θα περιέχει 18 μήνες των 20 ημερών.
Από την εφημερίδα Sigloxxi.
Bronx,
Όλοι το περίμεναν αλλά δεν το πίστευαν, καλό παιδί να σου δώσει και την καρδιά του, έσπερνε παιδιά, γυναίκες πολλές μα και τώρα στα στερνά του καμία, έτρεξαν όλοι ελεημοσύνη οι γείτονες, λουσάτο φέρετρο, γυαλιστερό, μεγάλα στεφάνια αυτά με τα πολλά τριαντάφυλλα, ψεύτικα δάκρυα οι πενθούντες, οι στάχτες του το πρόβλημα, τι θα τις κάνουν; Όλοι τις αποφεύγουν, τα παιδιά του αδυνατούν, πέθανε ε! και τι;
Πόσο φτηνή είναι η διπλανή ζωή, τι ουτοπία οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις;

Γι’ αυτό ας πιούμε μια κόπα ακόμα, ας μεθύσουμε, έτσι ίσως να έρθει η λήθη, όχι παρηγοριά αυτή δεν υπάρχει, γιατί είναι μια άγνωστη αναμενόμενη, μόνο ας τραγουδήσουμε όπως λέει και το κάτωθι ρητό.

Cuando me muero no quiero que lloren, quiero que canten en vez de llorar
Όταν πεθάνω δεν θέλω να κλαίτε, θέλω να τραγουδάτε αντί να κλαίτε .


Γαβριήλ

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Πρωταγωνιστής: Το Ταξί:

Άρα, μήπως έπρεπε να τριτώσει το κακό;
Είχα γνωρίσει τον Χαβιέρ από την γυναίκα μια γνωστή μου, με την οποία συζούσε, αυτή μου τον σύστησε. Είχαν κάνει κι ένα κοριτσάκι.
Ψηλός ξανθός με γαλανά μάτια εργαζόταν για την εταιρία σιδηροδρόμων, εκτός αυτού εργαζόταν στο λιμάνι σαν τελωνειακός στην πάταξη λαθρεμπορίου.
Είχε ένα κόκκινο τζιπ μου το έδινε να το οδηγώ αυτός δίπλα μου, μου έλεγε οτιδήποτε σου συμβεί κοίτα να ξεφύγεις, μη σταματάς, πάτα γκάζι και φύγε!
Μέναμε φιλοξενούμενοι για λίγο διάστημα στο σπίτι της γυναίκας του, σε ένα χωριουδάκι μέσα στην καταπράσινη ζούγκλα, αυτός πάντοτε έλειπε, όταν έκανε όμως την εμφάνισή του τότε καθόμαστε στην τροπική νύχτα έξω στην αυλή του και λέγαμε ιστορίες έχοντας μάλιστα κι ένα λυχνάρι πετρελαίου που κάπνιζε για να διώχνει τα κουνούπια. Όχι δεν υπήρχε ηλεκτρισμός.
Ο Χαβιέρ είχε αγάπη με τα όπλα, όταν το κράτος κρατικοποίησε τους σιδηρόδρομους, βρήκε δουλειά ως αστυνομικός, αυτό τον έφερε σε μια παραστρατιωτική οργάνωση της δεξιάς. Comisionado militar. Όλοι αυτοί ήταν ο φόβος και ο τρόμος στους αθώους κατοίκους. Παραστρατιωτικοί ήταν το κρυφό κράτος, ήταν αυτοί που πάνω τους βασιζόταν το κατεστημένο…
Ένα βράδυ θα ήταν περίπου 1 μετά τα μεσάνυχτα ακούω χτυπήματα στην πόρτα. Κοιτώ από την χαραμάδα ήταν η γυναίκα του Χαβιέρ, άνοιξα,
Μου λέει έλαβα τηλεγράφημα από το Γουαλάν, μια πόλη 200 χιλιόμετρα στο εσωτερικό σκότωσαν τον Χαβιέρ πρέπει να με πας εκεί. Τον είχαν σκοτώσει πισώπλατα. Μα δεν γίνεται είναι επικίνδυνο οι στρατιώτες μπορεί να μας ρίξουν, όχι μου λέει αυτό το αναλαμβάνω εγώ. Της είπα να πάρουμε μαζί μας κι έναν φίλο του γνωστό μου, καλόν άνθρωπο.
Αρνήθηκε να έρθει, πριν ξημερώσει είναι σκέτη αυτοκτονία. Αυτή έκλαιγε από τα πολλά με κατάφερε, πήρα και την γυναίκα μου μαζί μια και είμαστε όλοι γνωστοί, ξεκίνησα λοιπόν ο δρόμος κατασκότεινος, οδηγούσα με το εσωτερικό φως αναμμένο. Στρατιωτική περίπολος κάθε λίγο και λιγάκι μας σταματούσαν πράγμα παράξενο η γυναίκα του τους γνώριζε όλους, δεν μας πείραξαν. Φτάνοντας στον προορισμό μας η γυναίκα του έφυγε να βρει τον σκοτωμένο, εμείς δεν ξέραμε τι να κάνουμε, δεν γνωρίζαμε κανέναν. Σκέφτηκα να πάμε στην αστυνομία, είπα την περιπέτειά μας, και τους ζήτησα να μας πουν αν είμαστε ασφαλείς να γυρίσουμε πίσω.
Όχι μας είπαν, δεν είστε ασφαλείς ούτε εδώ όσο είναι νύχτα, μας έβαλαν με το αυτοκίνητο στην αυλή της αστυνομίας, έκλεισαν μπροστά μας μια τεράστια πόρτα και μείναμε στο αυτοκίνητο περιμένοντας να ξημερώσει. Με την αυγή γυρίσαμε σπίτι.
Το κάτω χείλος του έτρεμε καθώς μιλούσε, στο πηγούνι του φύτρωναν μερικές τρίχες σκορπισμένες δω κι εκεί. Πάντα όταν μιλούσε τις χάιδευε.
Τα μάτια του κόντευαν να χαθούν μέσα στις σχισμές τους.
Ήρθε στις τρεις τα χαράματα,
Σκότωσα κάποιον με το ταξί σου,
-όχι δεν με είδε κανένας, ξέρεις δεν τόθελα αλλά στεκόταν στη μέση του δρόμου σα φάντασμα. Ο Τισότ ο οδηγός μου πρότεινε:
-πάμε να φύγουμε θα πάμε μακριά θα λείψουμε μερικές μέρες και μετά θα ρθούμε πίσω σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
Βάλαμε βενζίνα, ο βενζινοπώλης είπε μα που τρακάρεται; Το φτερό ήταν ζαβωμένο. -Μπα η ιδέα σου είναι. Στραβά θα βλέπεις, Έτσι ήταν πάντα.
Νοικιάσαμε κι ένα δωμάτιο για τρεις μέρες, τρώγαμε στους δρόμους, γυρίσαμε κάναμε τους ανήξερους.
Μετά σκέφθηκα ρε τι άσχημο όνειρο, από την αγωνία είχα ιδρώσει, ξύπνησα έβαλα μπρος το αυτοκίνητο και πήγα στην πιάτσα.
Το Ράμπλερ ένα αμερικάνικο αυτοκίνητο ταξί ήταν παρκαρισμένο απ’ έξω μπροστά στο μπαρ εστιατόριο πάτι. Μέσα ο οδηγός τάπινε με κάτι μικρούλες. Μα κι αυτές οι μικρούλες είναι σαν τις πεταλουδίτσες γύρω απ το φως. Δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις, όταν έχεις ρόδα. Έπιανε τα γένια του αυτές τις λίγες τρίχες που εξείχαν και γελούσε, ήταν μεθυσμένος, ο ιδιοκτήτης του ταξί παρακολουθούσε τον οδηγό του, τον βρήκε μεθυσμένο, τον έπιασε απ τον λαιμό τον τράβηξε έξω και εκεί τον έσφιξε λίγο παραπάνω, τον έπνιξε. Πάει πέθανε ο Τισότ.
Συντετριμμένος πήγα στην κηδεία του γνώριζα την γυναίκα του, τον γιο του.
Ο ιδιοκτήτης πήγε φυλακή, βγήκε με μέσω κι έγινε μετανάστης αρχίζοντας μια νέα ζωή σε άλλη γη άλλα μέρη.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,
Γουατεμάλα



Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

AN!

Η Καθημερινή Τρίτη 14η Ιουλίου 1959


Μια ματιά στα περασμένα, τότε που η Ελλάδα ανήκε στο βασίλειο της δραχμής, τότε που φώναζαν 30 δρχ. το δολάριο! Το Ευρώπουλο ούτε καν είχε συλληφθεί ακόμα. Μια εποχή όπου ζούσα τρυπωμένος, θαλασσοδαρμένος στις πλώρες, αυτές που δεν έπιαναν λιμάνι, λες και ήταν σπηλιές πρωτόγονων ανθρώπων, αυτών που περίμεναν να πατήσουν στεριά, να γνωρίσουν άλλους ανθρώπους, να φέξη ο ήλιος και για αυτούς!

Σήμερα ρωτάμε τι άλλαξε, για εμάς; Εκτός βεβαίως η φθορά του χρόνου, σε αυλάκια ρυτίδων, και ασήμια στα μαλλιά που όμως καλλιεργούν την σκέψη και τα πολλά αναπάντητα αν! και αν! και αν!
Όμως έτσι είναι η ζωή όλα τα αν είναι υποθετικά, οπότε είναι σαν να μην υπάρχουν, έλα όμως που σου βασανίζουν το μυαλό, και το σημαδεύουν με τόξα,
σαν αυτά της θεάς Άρτεμις, αυτή όμως κυνηγούσε θηράματα, όχι όνειρα, σαν αυτά που με θαμπώνουν και με κυνηγούν με το υποθετικό αν! και αν!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Η Ελπίδα! Το Αύριο!

Θέματα για να γράψεις υπάρχουν χιλιάδες, αρχίζοντας από τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης, από την χλιδή των κατοίκων της πέμπτης λεωφόρου, ή την μπλε μοναξιά του πελάγου στο αργοκίνητο φορτηγό βαπόρι, ή ακόμη την καταπράσινη ζούγκλα των τροπικών, ή χαμένος στα καλντερίμια της Καρθαγένης, ή παρακολουθώντας Γκόσπελ μουσική στο Κίνγκστον Τζαμάικας καθόμουν κι έβλεπα τα ρυθμικά κουνήματα και τις κραυγές των πιστών, ή βγάζοντας τα παπούτσια μου σε παγόδα μπρος τον Βούδα στην Βιρμανία, ή στην συνοικία Κάτεντραχτ στο Ρότερνταμ, ή ακόμη και του μέρους που γεννήθηκα, όλα αυτά τα βάζω στο μίξερ και προσπαθώ να κάνω ένα κοκτέιλ κοσμοπολίτικων εντυπώσεων, σκέπτομαι τι είναι αυτό που με έχει εντυπωσιάσει στην ζωή μου περισσότερο και καταλήγω: Τίποτα, όσο η απλότητα.
Παλαιά ήταν της μόδας ένα τραγούδι το ξέρω στα Ισπανικά Un Hombre y una mujer,δηλαδή ένας άνδρας και μια γυναίκα. Έτσι η βάση της εορτής του Αγίου Βαλεντίνου, δηλαδή η ημέρα των ερωτευμένων είναι αυτή: Ένας άνδρας και μια γυναίκα. Όλα τα υπόλοιπα είναι πώς να το πω ματεριαλιστικές γαρνιτούρες. Μπορείς να εκφράσεις αυτό που αισθάνεσαι με ένα απλό λουλούδι, με μια μαργαρίτα κομμένη από τον κάμπο και να την ξεφυλλίζεται μαζί, αυτό θα είναι το κορύφωμα της αγάπης.

Αν επιθυμείτε να ακούσετε το τραγούδι "Un hombre y una mujer", κάντε κλικ στο play
.
Περπατώντας κάτω απ’ το φως της φθοριούχας μακρόστενης λάμπας, ένα αμυδρό φως όσο του το επέτρεπαν να φωτίζει τα ζωύφια, αυτά που ζουζουνίζουν γύρω, γύρω, λίγο πριν καούν, προσέχοντας να μην πέσω στα παράλληλα βαθιά χαντάκια, του χωρίς πεζοδρομίου ασφαλτοστρωμένου δρόμου, χαντάκια που είχαν καταλάβει οι βάτραχοι προφυλαγμένοι στην πυκνή βλάστηση, όταν ένας βάτραχος έκανε την αρχή με σκουξίματα χαράς, μετά τον σιγοντάριζαν οι σύντροφοι του, όταν σταματούσαν τότε άρχιζαν το τραγούδι οι της απέναντι πλευράς.
Οι βάτραχοι έδιναν την συναυλία τους για να τιμήσουν εμάς τους περιπατητές. Εκεί όπου τελείωνε η συναυλία των βατράχων άρχιζε ένας φτωχός χωματένιος δρόμος, αυτός δεν είχε χαντάκια έτσι οι βάτραχοι ούτε καν τον ήξεραν ότι υπήρχε. Στο τέλος του χωματένιου δρόμου από την αριστερή πλευρά υπήρχε ένα απλό σπιτάκι χωμένο στην καταπράσινη τροπική βλάστηση. Τα βήματά μου με έφεραν στο ανηφοράκι αυτό.
Κρύφτηκα πίσω απ τον κορμό ενός φοίνικα, τι περίμενα να εμφανισθεί το κορίτσι. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ένας σκύλος με πήρε μυρωδιά κι άρχισε να γαβγίζει, η αναμονή ήταν μια κατάσταση έκστασης, όμως φοβήθηκα κι έφυγα.
Πήρα τον δρόμο του γυρισμού προς το βαπόρι, αν είχα μαργαρίτα θα είχε μαραθεί, έλα όμως που στα τροπικά δεν ανθεί, συνάντησα μπαρ με χρωματιστά φώτα, γυναίκες της νύχτας, φίλους που γλεντούσαν, τα έκανα όλα πέρα, ζητούσα το καρδιοχτύπι, αυτό που περίμενα, δεν το βρήκα, όμως με την ελπίδα του αύριο έφυγα.

Τι κι αν ξημέρωνε του Αγίου Βαλεντίνου;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Όχι, η σκηνή δεν ήταν πριν χιλιάδες χρονια, αλλά μόλις Χθες


Οι δυο μου εγγονούλες, Ελένη και Κλεοπάτρα

Όλοι φωνάζουν για την υπερθέρμανση της γης, παράδειγμα δεν έχω κανένα, τουναντίον αν πάμε όπως πάμε θα χρειαστούμε να ζούμε σε παγοκαλύβες, Igloo
Σας αναλύω μια σκηνή πως ήταν η ζωή όταν γεννήθηκα, που όμως έμοιαζε με αυτή των αρχαίων, ως από ευκολίες.
Είχα ένα «φακότο» μικρό στενό τσουβαλάκι ριγμένο στον ώμο, μαζί με την μάνα, τον πατέρα, τα δυο μικρότερα αδέλφια πηγαίναμε να μαζέψουμε ελιές. Ήταν ένα χωραφάκι όλο πέτρα γεμάτο πέτρες στρογγυλεμένες λες και προ αιώνες η γη αυτή ήταν κάτω από την θάλασσα, ή κάποιο τεράστιο ποτάμι κυλούσε και έγλειφε τις πέτρες μέχρι που να γίνουν στρογγυλές. Ποτέ δεν το σπέρναμε τι να σπείρεις; Είχε μέσα τρεις ρίζες ελιές, δυο μεγάλες παλαιές και μια νεαρά, την οποία γνωστός βοσκός της περιοχή την είχε πετσοκόψει και όχι μόνο αλλά της είχε βγάλει και την φλούδα του τρυφερού κορμού της.
Πηγαίναμε λοιπόν να μαζέψουμε ελιές, στο μονοπάτι από δεξιά συναντάγαμε το ερείπιο της εκκλησιάς του Άϊ ψεύτη, στο χωραφάκι αυτό θα καθόμαστε όλη μέρα, είχαμε φέρει και φαγητό, θυμάμαι φακή, ψωμί λάδι κι ένα κρεμμύδι ολόκληρο, μια μπουκάλα νερό από την στέρνα αυτό που μαζεύαμε από τα κεραμίδια
.
Η μάνα ανέβηκε πάνω στο δένδρο, ο πατέρας με έναν λούρο τίναζε τα έξω κλαριά, εμείς τις μαζεύαμε από κάτω, ο κάθε ένας σε δικό του σακουλάκι. Ήταν Νοέμβρης και κρύο, αν τύχη κι έβρεχε εκεί πιο κάτω ήταν μια σπηλιά, πηγαίναμε και καθόμαστε περιμένοντας να σταματήσει.
Όταν ερχόταν η ώρα του φαγητού που ποτέ δεν ήταν αρκετό απλώναμε μια πετσέτα κατάχαμα άσπρη με κόκκινες ρίγες, με μια πέτρα σπάζαμε το κρεμμύδι και το τρώγαμε δαγκωνιές μαζί με λίγη φακή και ψωμί. Έπρεπε να τελειώσουμε πριν μας πιάσει η νύχτα, μετά φορτωνόμαστε στην πλάτη ο κάθε ένας μας ένα τσουβαλάκι με ελιές και παίρναμε το δρόμο του γυρισμού. Σε ένα παλιό λινό βάζαμε τις ελιές μέχρι που να συναχθούν όλες, πολλές φορές άναβαν, έβγαναν έναν αχνό σα να ήταν αναπνοές φαντασμάτων, μετά ανάβαμε τον λύχνο η μάνα φύσαγε ένα κούτσουρο από την χόβολη να βγάλει φλόγα να ανάψουν τα ξύλα να μαγειρέψει κάτι αν υπήρχε, ακόμα και κουρκούτι.
Όταν τελειώναμε τις ελιές φωνάζαμε τους λιτρουβιαρέους οι οποίοι ερχόταν τις μέτραγα, με έναν τενεκέ πετρελαίου, κάθε δυο τενεκέδες ήταν ένα κιλό, τις κουβαλούσαν στην πλάτη τους, όταν τελείωναν το στύψιμο, μας έφερναν το λάδι στο σπίτι πάλι στην πλάτη τους μέσα σε ασκιά από τομάρι γίδας, το μετρούσαν δε, σε παλιάτσες, κάθε παλιάτσα 2 γαλόνια από 8 πίντες το κάθε γαλόνι. Κάθε 2 πίντες ένα κουάρτο κάθε πίντα 4 καρτεζί, κάθε καρτεζί 4 ουγγιές, κοκ.
Στο σπίτι, στο κατώι είχαμε κάτι πήλινα πιθάρια, εκεί έβαζαν το λάδι, το χειμώνα δε με το κρύο έπηζε σαν βούτυρο. Λάδι από το λιτρουβιό όπου δυο λιθάρια τα κινούσε ένα άλογο κι άλεθαν τις ελιές, τόσα κιλά ελιές, τόσες παλιάτσες λάδι έβγαλαν οι δικές σας, οι λιτρουβιαρέοι πληρωνόταν με ποσοστά.
Η σκηνή από το μέρος που γεννήθηκα, τα σταθμά είναι Ενετικής, ή αγγλικής προελεύσεως, εμείς δε οι κάτοικοι, θα πρέπει να ήμαστε απόγονοι των αρχαίων ελλήνων αφού τίποτε δεν είχε αλλάξει, ούτε τα πιθάρια, ούτε οι στάμνες (μπότης) που πίναμε νερό, ούτε οι «παδέλες» πήλινες κατσαρόλες, καμιά πρόοδος κανένας σύγχρονος πολιτισμός δεν μας είχε αφομοιώσει εκτός από τα σταθμά.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης