Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Όσα φέρνει μια στιγμή





Αν και το ενδιαφέρον των αναγνωστών έστω ας πούμε του κοινού έχει εξανεμισθεί για να μας διαβάζει εν τούτοις επιμένω να γράφω τα διηγήματά μου, κάποτε κάποιος θα τα βρει ενδιαφέροντα  και θα τα διαβάσει ή ας πούμε θα συγκρίνει τις τότε καταστάσεις της μιζέριας με την σημερινή όπου υπάρχει μια πιο αφθονία καταναλωτικών αγαθών.  

Όχι, την ιστοριούλα μου αυτή δεν την έχω πει πουθενά, δεν την  έχω γράψει, πάντα αισθανόμουν επιφυλακτικός, όμως βλέπω ότι θα την πάρω μαζί μου όταν φύγω, έτσι πρέπει να λέγεται, αν πάρω παράδειγμα από τον δικό μου πατέρα αν είχε κάποτε γράψει την ζωή του σήμερα θα ήξερα ποιος ήταν, πιες δυσκολίες αντιμετώπιζε.

Βρισκόμουν στο Kingston, πρωτεύουσα της  Jamaica.
Το βαπόρι που ήμουν πλήρωμα  ξεφόρτωνε ζωοτροφές σε τσουβάλια μα και χοιρινά ποδαράκια και ουρές τουρσιά σε βαρέλια ξύλινα.  Η ζέστη ήταν αφόρητος, αν έβαζες αυγό στη λαμαρίνα του καταστρώματος θα τηγανιζόταν. Η μυρωδιά των ζωοτροφών ο θόρυβος των βαρούλκων οι φωνές των εργατών έκαναν τη σκηνή σα να ήσουν στην κόλαση.
Στο βαπόρι αυτό η αρχική συμφωνία μου ήταν θα μπαρκάριζα ως καμαρότος, φθάνοντας στο Puerto Cortes Honduras ο μάγειρας έφυγε με μια γκόμενα, οπότε μου είπαν θα πας μάγειρας και ο παλιός καμαρότος θα μείνει ο ίδιος.
Η κουζίνα του στο πρυμνιό κομοδέσιο της μέσης ήταν από σκέτη λαμαρίνα, στα τροπικά μέρη έβραζε, για να αντέχω έβγαινα κάθε δυο ώρες για 5-10 λεπτά κι έκανα ένα γρήγορο κρύο ντους. Το μπάνιο ήταν κοντά μετά ξαναγύριζα στην δουλειά. Για να κορέσουμε την δίψα μας το βαπόρι πασάριζε μόνο νερό.
Είχα το κλειδί να πηγαίνω στα ψυγεία να διαλέγω τρόφιμα για το μενού της ημέρας, όμως δεν είχα κλειδί να πηγαίνω στις αποθήκες εκεί όπου φύλαγαν τις κόκα κόλες κι άλλα διάφορα ποτά.
Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο τον καιρό εκείνο για να βρεις ένα αναψυκτικό στο βαπόρι θεωρείτο πολυτέλεια και ξέρεις όσο σου απαγορεύουν ένα πράγμα τόσο πιο πολύ θέλεις να το αποκτήσεις.
Κοίταξα με περίγεια την κλειδαριά, ήταν δυο κρίκοι με ένα λουκέτο, σκέφτηκα αν με ένα κατσαβίδι ξεβιδώσω την βάση ενός από τους κρίκους θα ανοίξω την αποθήκη.
Είχε νυχτώσει παρακολουθούσα τον καμαρότο είχε βγει έξω στη στεριά στο Kingston,  ευκαιρία σκέφτηκα, πήρα ένα μεγάλο κατσαβίδι κατέβηκα στης αποθήκες και άρχισα να ξεβιδώνω. Τα κατάφερα, ιδρωμένος παπί ανέβηκα στο κατάστρωμα, έβαλα τα πόδια πάνω στης ‘πίντες’ δέστρες και κάθισα στην κουπαστή.
Ευτυχισμένος άνοιξα την κόκα κόλα κι άρχισα ν’ απολαμβάνω αυτό το μαυροζούμι. Οπότε με πλησιάζει ένας ναύτης Κεφαλλονίτης και μου ζητά τον λόγο, γιατί πίνεις εσύ κόκα κόλα και δεν πίνουμε μείς άρα τα έχετε με τον καμαρότο, κι άρχισε να με βρίζει. Με πλησίασε μάλιστα με απειλητικές προθέσεις.
Βρε, του λέω άντε φύγε, την κόκα κόλα την έκλεψα,
Αυτός ούρλιαζε μέχρι που με πλησίασε πολύ, τότε με το κατσαβίδι που είχα στα χέρια μου θέλησα να τον απωθήσω, και του έκανα μια γρατσουνιά στον λαιμό.
Έ αυτό ήταν σήκωσε μια αλυσίδα βαριά και μου την πέταξε, όμως δεν με πέτυχε, τότε βγήκα έξω στην στεριά μαζί με παρέα, πήγαμε σε Μπαρ ήπιαμε κανα δυο μπύρες Red Stripe και γυρίσαμε στο βαπόρι.
Όταν μπήκαμε μεσάνυχτα πια φίλος ναυτικός (ο καμαρότος) ένα καλό παιδί από την Πρέβεζα μου λέει πρόσεχε τον πήγε στην πρύμη να φέρει πιστόλι και το έχει μαζί του.
Σαν ξημέρωσε 6 το πρωί έπρεπε να μπω στην κουζίνα, μου λέει ο καμαρότος πρόσεχε καλλίτερα μην βγεις από την καμπίνα σου  σήμερα, μέχρι να δούμε τι θα γίνει.
Τότε πήγα στο καπετάνιο, ήταν ένας νεαρός της σχολής ευγενικός χωρίς καμιά πείρα από το να διευθύνει το πλήρωμα, δεν έμοιαζε να έχει πίστη  στο μότο των παλιών καπεταναίων. Πρώτος έρχεται ο Θεός, μετά εγώ.
Του λέγω λοιπόν θέλω να μου εγγυηθείς για την ζωή μου, εάν όχι δεν πάω για δουλειά. Αυτός μου λέει δεν γίνεται, τότε του λέω κι εγώ δεν μπαίνω στην κουζίνα.
Όμως προσπάθησαν να μου κάνουν φάκελο και να τον στείλουν στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, έγραψαν λοιπόν μια καταγγελία, την υπόγραψαν  σφάλισαν το φάκελο και το έδωσαν στον καμαρότο που θα έβγαινε έξω να τον ταχυδρομήσει. Όμως ο καμαρότος καλό παιδί με φώναξε και μαζί ανοίξαμε τον φάκελο, είδα τα ονόματα αυτών που υπέγραφαν δεν με πείραξε, όμως είχα έναν φίλο πολύ πιο ηλικιωμένο από εμένα ήταν ανθυποπλοίαρχος με ευεργετικό δίπλωμα, από την Ιθάκη, κάναμε παρέα προπαντός όταν μπάλωνε τους μουσαμάδες των αμπαριών με σακοράφα. Έ! Το όνομά του καπετάν Γιώργη φιγουράριζε πρώτο, πρώτο.
Τι άλλο να πω πήρα τον φάκελο τον έβαλα στην τσέπη μου και ξεμπαρκάρισα, στο  Puerto Βarrios Guatemala.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης   
  



    

Δεν υπάρχουν σχόλια: