Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Στην Φυλακή δεν υπάρχει τίποτα κακό. Όλα είναι χειρότερα.



Στην φυλακή δεν υπάρχει τίποτα κακό. Όλα είναι χειρότερα.»

έβρεχε όταν οι κρατούμενοι βγαίνοντας από τα δικαστήρια πήραν το δρόμο της φυλακής, βάδιζαν στη γραμμή, ένας, ένας, με τα μούτρα κατεβασμένα στην κόψη του δρόμου, δίπλα από τα παράλληλα βαλτώδη χαντάκια. Οι βάτραχοι είχαν αρχίζει να σκούζουν, το φως του ήλιου να χάνεται, τα κουνούπια είχαν κρυφτεί κάτω από τις φυλλωσιές των δένδρων. Τα μπαρ είχαν ανάψει τις φωτεινές επιγραφές, οι ναυτικοί έτρεχαν να ξεδιψάσουν και να βρουν γυναικείες αγκαλιές, τα κορίτσια έριχναν σπάταλα αρώματα στο κορμί τους, απαραίτητη προετοιμασία για τη νυχτερινή ζωή που μόλις άρχιζε. 

Η γραμμή των φυλακισμένων εξακολουθούσε να προχωρεί, τούτη τη φορά σε χωματόδρομο. Σε κάθε τους βήμα χωνόταν πιο πολύ στη λάσπη. Οι χωροφύλακες συνοδοί τους με την κάνη των όπλων τους να κρέμεται από τους ώμους τους προς τα κάτω ήταν σκεπασμένοι με κάπες νάιλον, όπως πάντα, ένας μπροστά ένας στη μέση κι ένας στο τέλος.

Η Αυγουστίνα και η Μαρίνα έριξαν πάνω τους κολόνιες, βάφτηκαν και ετοιμάστηκαν να πάνε για δουλειά. Δούλευαν στο μπαρ του Μέμε. Περπατούσαν αγκαλιασμένες σφιχτά κάτω από την μικρή ομπρέλα για να προφυλαχτούν απ’ τη βροχή. Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν τη γραμμή των φυλακισμένων, βλαστήμησαν την τύχη τους, θα γινόταν μούσκεμα απ’ τη βροχή περιμένοντας να περάσουν. Οι δυο έλληνες ναυτικοί βάδιζαν κι αυτοί ανάμεσα στους βρεμένους. Το χέρι της Μαρίνας έσφιξε το γυμνό μπράτσο της Αυγουστίνας, τα νύχια της μπήκαν μέσα στη σάρκα της.
-Με πονάς γιατί με σφίγγεις;
-Μα που έχεις τα μάτια σου δεν βλέπεις;
-Τι να δω εκτός από κατάδικους κλέφτες που περνάν από μπροστά μας. Και θα βραχούμε μέχρι να περάσει αυτή η καταραμένη γραμμή.
-Για κοίτα καλύτερα ανάμεσά τους είναι δυο έλληνες ναυτικοί παιδιά, γνωστοί μας πελάτες του μπαρ, είπε η Μαρίνα. Είναι αυτοί που μάλωσαν με έναν Κολομβιανό  ναυτικό και τον πέταξαν στα νερά της γαλάζιας λίμνης, γιατί πείραζε  την φιλενάδα του φίλου τους Παρασκευά.
-Κρίμα στα παιδιά είπαν, ρίχνοντάς τους μια λυπητερή ματιά. 
 Πλησίασαν και οι δυο σαν ένα σώμα τον μεσαίο χωροφύλακα. 
-Θέλουμε να  μιλήσουμε σε αυτούς τους δυο κατάδικους.
-Απαγορεύεται.
-Μπορούμε να τους δώσουμε τουλάχιστον τσιγάρα;
-Θα τα δώσετε πρώτα σε εμάς κι εμείς θα τους τα δώσουμε και μην ξεχνάτε και το μερτικό μας.
Έτρεξαν τα κορίτσια πήγαν σε μπακαλικάκι αγόρασαν τσιγάρα, σόδες, αγόρασαν και για τους χωροφύλακες, έτρεξαν πίσω, τα παράδωσαν στους φύλακες, αυτοί τους χτύπησαν στην πλάτη, τους έδειξαν τα κορίτσια που τους κοίταζαν σαν άγαλμα κάτω από την ομπρέλα και τους έδωσαν τα τσιγάρα τυλιγμένα σε νάιλον σακουλίτσα για να μην βραχούν.
Ξαφνιάστηκαν έγνεψαν ότι τις αναγνώρισαν, έσκυψαν το κεφάλι προχωρώντας σα μερμήγκια στο λασπωμένο δρόμο προς τη φυλακή… όπου στην είσοδο πάνω στον τοίχο ήταν γραμμένα με σκαλιστά γράμματα:
«Στην φυλακή δεν υπάρχει τίποτα κακό. Όλα είναι χειρότερα.»
Τα κορίτσια αποσβολωμένα τους έγνεψαν ένα τελευταίο αντίο, πριν πάρουν δρόμο να γλεντήσουν σε αγκαλιές ναυτικών που περίμεναν στο μπαρ του Μέμε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




6 σχόλια:

Dennis Kontarinis είπε...

Όμορφη η ιστορία σου φίλε μου με μια μεγάλη δόση ανθρωπιάς.
Νάσαι καλά.

pylaros είπε...

Είναι και αυτό ένα από της νιότης τα συμβάντα,
εγώ ήμουν ο παρατηρητής και ο διερμηνέας στα δικαστήρια, μια παντομίμα


ευχαριστώ
Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Με λυπεί το γεγονός οτι δυο Έλληνες ήταν φυλακισμένοι σε μια ξένη χώρα ( για οποιονδήποτε λόγο ),από την άλλη όμως με κολακεύει ( σαν άντρα ) το οτι εκείνες οι δυο κοπέλες προσέφεραν τσιγάρα μονό στους Έλληνες και σε κανέναν άλλον από τους τόσους κρατουμένους. Ίσως να ήξεραν κάτι για το Ελληνικό φιλότιμο, την... Ελληνική λεβεντιά, την Ελληνική ...μαγκιά!!!

Stratos Doukakis είπε...

Σωστός ο Ανώνυμος, φίλε Γάβο!
Συμφωνώ απόλυτα μαζί του!

Ατέλειωτες οι ιστορίες της σοδιάς σου!

Να 'σαι καλά!

pylaros είπε...

Aγαπητέ μου ανώνυμε! Γιώργο!

Η πιο πάνω ιστοριούλα μου είναι ναυτική, για να την εννοήσει κάποιος καλα πρεπει να έχε βαφτιστεί με την αρμύρα της θάλασσας.
Με αυτό εννοώ ότι τα ΜΠΑΡ τα κορίτσια του λιμανιού και οι ναυτικοί είναι αλληλένδετα δηλαδή οι μεν ζουνε και υπάρχουν για τις δε.
Εγώ τους γνώρισα διότι με φώναξαν στο δικαστήριο για διερμηνέα, οι δίκες και οι ανακρίσεις είναι για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κόσμου,

Η ζωή στα μέρη αυτά είναι αναλόγως ποιον γνωρίζεις, πληρώνεις τόσα (ως πρόστιμο κι έξω είσαι ελευθερος.)
Ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψή σου και το σχόλιο

πάντα με την εκτίμησή μου

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Φίλε Στράτο,

Η ζωή του ναυτικού έχει και τέτοια απρόοπτα

είναι κι αυτά μέρος των περιπετειών μας

Ευχαριστώ

Γαβριήλ