Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Μια μέρα στην Κόλαση!

                                                   Ιστορίες της Νύχτας # 8    
                                     Breakfast time in New York
Η βαριά  σιδερένια ‘grill’ σχάρα του εστιατορίου, που ήτανε πίσω από τον πάγκο έσταζε λίπος. Η φωτιά κάτω απ' το μαντέμι έκανε τ' αυγά που ψηνόταν πάνω της να χοροπηδούν, έμοιαζαν με ζωντανά όντα, ανακατεμένα με χοιρινό μπέικον τσιτσίριζαν σα να κλαίγανε τη μοίρα τους. Τα δάκρυά τους έσταζαν σε φόρμα λίπους, ξεχείλιζαν από τις άκρες του καυτού σίδερου, με πιτσίλιζαν και μου καίγανε τα σωθικά. Εκεί στην άκρη της ζεστής μαντεμένιας πλάκας, βρισκόταν ένας τεράστιος σωρός από βρασμένες, τριμμένες και μετά ψημένες πατάτες, μουσκεμένες με λίπος από μπέικον και πασπαλισμένες με ουγγαρέζικη πάπρικα (home fries). Πατάτες που σερβιριζόταν μαζί με τ' αυγά.
Σα σίφουνας ορμούν οι πελάτες, όλοι μαζί, τρέχουν να βρεθούν πρώτοι στην ουρά, αφού όλοι αρχίζουν δουλειά την ίδια ώρα, μερικοί προσπαθούσαν να προσπεράσουν για να σερβιριστούν πρώτοι. Ήταν μια γειτονιά της Νέας Υόρκης με πολλά εργοστάσια και οι πελάτες, οι περισσότεροι έπαιρναν το πρωινό τους να το φάνε κάπου έξω, βαδίζοντας στο πεζοδρόμιο, για να μην καθυστερήσουν, ή σε κάποια γωνιά του εργοστασίου.
Εδώ, στα γούστα τους, καθρεφτίζεται η προβληματική ανθρώπινη παραξενιά και ιδιοσυγκρασία.
«Θέλω δυο αυγά χτυπητά με κρεμμύδια, πατάτες και μπέικον,» φώναξε ένας ταξιτζής, κάθισε στο σκαμπό και περίμενε να σερβιριστεί.
«Εμένα θα μου βάλεις τέσσερα ασπράδια από αυγά ομελέτα, όχι με πατάτες αλλά με Grits  και φρυγανιές σταρένιες ολικής αλέσεως,» είπε ένας χοντρός, κάθισε δίπλα στον ταξιτζή και περίμενε.
«Εγώ θέλω ομελέτα με αμερικάνικο τυρί, βάλε μου και αγγουράκια τουρσί, πατάτα σαλάτα, και coleslaw,» φώναξε ένας εβραίος, μάζεψε το πανταλόνι του που ήταν έτοιμο να πέσει, κάθισε και φώναξε για νερό, καφέ κι άρχισε τη μουρμούρα για το πόσο αργεί να ετοιμαστεί η παραγγελία.
«Θέλω ένα αυγό σάντουιτς σε φρυγανιά με μπέικον, αλλά να μη σπάσει ο κρόκος.» Είπε μια όρθια παράξενη βιαστική ύπαρξη, που δούλευε καθαρίστρια σε σχολικό κτίριο της περιοχής.
Ένας Ιταλός εργάτης φώναζε: «Δυο αυγά ομελέτα με τηγανιτές πατάτες, σε Ιταλικό φραντζολάκι, θα το πάρω μαζί μου.»
«Δυο αβγά μελάτα, με  Ham  χοιρομέρι,» φώναξε ένας που είχε χώσει τα μούτρα του σε μια ανοιχτή εφημερίδα. Κάθισε στο μικρό τραπεζάκι και περίμενε.
«Δυο αυγά μάτια με λουκάνικα. Δεν θέλω βούτυρο στις φρυγανιές μου, οι πατάτες να είναι ξεροψημένες.» 
Η σερβιτόρα μου έφερε πίσω το πιάτο με τ' αυγά και μου είπε.
«Αυτή εκεί η χοντρή λέει ότι είναι πολύ ψημένα τ' αυγά, θέλει άλλα να είναι πιο ωμά. Πρόσεχε πάλι, αυτός εκεί ο εβραίος λέει ότι σε είδε να πιάνεις τη φρυγανιά με τα χέρια σου, δεν τη θέλει, δώσε του άλλη, βάλε και αυτά τα ρημάδια τα γάντια σου επιτέλους, γιατί σου τα φέρανε, να τα κοιτάς;»
Ένας Ισπανόφωνος μπερδεύτηκε στη γλώσσα, 
-«θέλω “French-fries” τηγανιτές γαλλικές πατάτες.»
«Φτιάξε μας μια ομελέτα με μαρμελάδα και Γαλλικές φρυγανιές, “French-toast”» φώναξαν κάτι νεοφερμένοι Ιρλανδοί.
Η σερβιτόρα μου έφερε πίσω το πιάτο με τις τηγανιτές πατάτες. «αυτός ο Ισπανόφωνος λέει ότι του λείπουν τ' αυγά, θύμωσε μάλιστα.»
«Μα δεν μου είπε για αυγά,» τόλμησα να πω.
«Δεν πειράζει, βάλε του αυγά  να τελειώνουμε.»
Μια παρέα από εργάτριες εργοστασίου φάνηκε, περικύκλωσαν τον πάγκο, «θέλουμε δέκα φραντζολάκια ζεστά με πολύ βούτυρο,» μου είπαν «και δέκα καφέδες με γάλα και ζάχαρη»
«Τους καφέδες θα τους πάρετε από τη σερβιτόρα,» τους είπα.
Η σπάτουλα στα χέρια μου ανεβοκατέβαινε σα μηχανή. Ο ιδρώτας μου, έσταζε μέσα στα πιάτα, για να μην ξεχνάω τις παραγγελίες δεν μιλούσα. Τα χαρτόνια με τ' αβγά άδειαζαν το ένα μετά το άλλο. Προσπαθούσα να βγάλω κι αυτή τη μέρα, με την καταπιεστική σκλαβιά, σώματος και νου, ενωμένους, πασχίζοντας να επιζήσω, στο κατεστημένο του μεροκάματου. Οι παραγγελίες γι' αυγά ερχόταν σαν αλυσίδα άγκυρας βαποριού, που γλιστρά να βρει τον πάτο της θάλασσας
Το απογευματάκι  τελείωσα τη δουλειά, Το αφεντικό  ένας κοντός από τον Πύργο της Ηλείας   φώναξε τον πιατά να κατεβάσει τα ρολά της πόρτας και να κλειδώσει από μέσα.
Άνοιξε  τα χέρια του κι αγκάλιασε το ταμείο, έχωσε τα χέρια του στα εντόσθιά του κι άρχισε να μετρά τις εισπράξεις της ημέρας, αρχίζοντας από τα κέρματα και τελειώνοντας με τα πράσινα χαρτονομίσματα. Μια βλαστήμια ξέφυγε από το στόμα του. «Σήμερα δεν είχαμε τόσο πολύ δουλειά, όπως άλλες φορές.» Μετά με φώναξε και μου είπε:
«Κοίταξε να βρεις αλλού δουλειά, δεν κάνεις για το μαγαζί μου, δεν είσαι αρκετά γρήγορος»
Πέταξα τη βρώμικη ποδιά σε μια γωνιά, πήρα τα χρήματα του κόπου μου που μου έδινε με το βρώμικο χέρι του. Μετά φώναξε τον πιατά και του είπε να μου ανοίξει την πόρτα να φύγω και ξανά να κλειδώσει πίσω μου.
Ένα βάρος ξέφυγε από το στήθος μου. Τα χείλη μου άνοιξαν κι ένας βαθύς χαρούμενος αναστεναγμός όρμησε έξω, σφυρίζοντας για τη λευτεριά νου και σώματος.
Απ' τη χαρά μου έδωσα μια κλωτσιά στον αέρα και προσπάθησα να χαρώ τη στιγμή της λύτρωσής μου, κλείνοντας τα παράθυρα των υποχρεώσεών μου.
Χαρούμενος κατευθύνθηκα στο  μετρό, στο σπίτι με περίμεναν με ανοιχτή αγκαλιά σε μια οικογενειακή ζεστή θαλπωρή, πήγα αποφασισμένος ν' απολαύσω τη λευτεριά μου μαζί τους, έστω και προσωρινός.
 'Άφησα τις σκέψεις μου στο ντουλαπάκι του αύριο, για να χαρώ την παρούσα κατάσταση, αρνούμενος προς στιγμή να σκεφτώ ότι την ερχόμενη εβδομάδα νους και σώμα θα έβγαιναν παρέα για αναζήτηση δουλειάς στα διάφορα γραφεία εργασίας της 8ης Λεωφόρου και 40 δρόμων της Νέας Υόρκης. 
 Γαβριήλ Παναγιωσούλης




8 σχόλια:

Dennis Kontarinis είπε...

Μόνο όσοι βρεθήκαμε πίσω από τέτοιες γκρίλλες φίλε Γαβρίλη και με τέτοιους πελάτες γνωρίσαμε τη γλύκα.
Κι΄όμως καταφέρναμε να στεκόμαστε όρθιοι.
Νάσαι καλά.

pylaros είπε...

Φίλε Ντένη,
ήμουν τότε πρωτάρης στο Αμέρικα έμενα στο Washington Heights, θα πρέπει να θυμάσαι,
Τώρα που πέρασαν τα χρόνια βλέπω ότι θα έπρεπε να μην είχα μπλέξει με εστιατόρια, αλλά η ανάγκη του μεροκάματου δεν μου έδινε περιθώρια ή την πολυτέλεια να διαλέξω.
Οπότε στην άλλη ζωή (αν υπάρχει)

ευχαριστώ

Γαβριήλ

nikol είπε...

Αυτήν την ιστορία την έχω ξαναδιαβάσει αλλά είναι τόσο δυνατά τα νοήματα που δεν με χαλάει καθόλου!!Πραγματική κόλαση όπως γλαφυρά περιγράφεις!!!!
Την αγάπη μου

airis είπε...

35 χρόνια εργάστηκε σκληρά σε αυτά τα κριλς ο μπαμπάς μου. Τα πόδια του ήταν πάντα σκασμένα ( αργότερα έμαθα ότι λέγεται το πόδι του αθλητή).
Μέχρι τα 8 μου που πήγα τελευταία φορά έχω και εγώ μνήμες από τον πανικό, τις θυμωμένες εκφράσεις ανικανοποίητων πελατών, την κάψα της κουζίνας, την τρέλα στα μετόπισθεν!
Απορώ πώς άντεξε!
Η δική σου ιστορία έχει τη λύτρωση στ τέλος και την ένιωσα αγαπημένε μου Γαβρίλη!
Πολλά φιλιά ( αυτή σου η ιστορία ελιναι η πλέον αγαπημένη μου!)

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Νικόλ,
Ναι, μάλιστα έχεις δίκιο η Ιστορία αυτή έχει ξαναδημοσιευθεί πριν από αρκετά χρόνια, μάλιστα είχε γίνει, μάλλον είχε εντυπωσιάσει τον φίλο Κ. Δουρίδα στον Καναδά ο οποίος την προώθησε παντού.
όμως με αυτή ήθελα να δώσω το πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος όταν πρωτάρης και άγνωστος σε μια νέα κοινωνία προσπαθείς να ανοίξεις δρόμο, όχι για να μορφωθείς αλλά για να βγάλεις το μεροκάματο μια και τάφερε έτσι η τύχη και όχι μόνο αλλά περίμεναν τρία παιδιά μικρά και γυναίκα μαζί να επιζήσουμε, ήταν η αρχή, όμως εκ των υστέρων κατάλαβα ότι η ανάγκη του να επιζήσεις μου στέρησε την ευκαιρία να μορφωθώ. Πίστεψέ με όταν τελείωνε η εργασία ήμουν τόσο κουρασμένος ώστε δεν άντεχα πλέον...
además esta historia tiene una moraleja nada es fácil en la vida de un inmigrante, si no viene preparado de antemano.

Muchas gracias
recibe un fuerte Abrazo
Gabriel

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Αριστέα,
Αυτή την Ιστοριούλα την είχα ξαναδημοσιεύσει όμως έκανε μεγάλη εντύπωση σε πολλούς ΄φίλος Κώστας Δούριδας απ τον Καναδά την είχε προωθήσει στην ιστοσελίδα του THE LAND OF GODS.

Την ξανά παρουσίασα διότι ξέρω ότι πολλά άτομα δεν την έχουν διαβάσει αλλά προπάντος για τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ένας καινούργιος μετανάστης σε μια χώρα όπου πρέπει να αρχίσει απ το τίποτα...
Το μεροκάματο έπρεπε να βγει οι υποχρεώσεις τρέχανε, μετά από την καθημερινή κούραση που μυαλό για μόρφωση, για ανώτερες σπουδές για να γίνεις κάτι στην ζωή σου βρε παιδί μου, ένας επαγγελματίας να λες είμαι τεχνίτης η κούραση δεν το επέτρεπε,
Και το χειρότερο ότι μετά ξανά έπεσα στα εστιατόρια

Με πάση θυσία έπρεπε να βγει το μεροκάματο

Τώρα που πλέον πέρασαν τα χρόνια λέω, σκέπτομαι κάλλιστα θα μπορούσα να είχα πάει σε ένα πανεπιστήμιο να σπουδάσω, ότι μου άρεσε...
όμως η κρύα πραγματικότητα δεν το επέτρεπε.
Λίγο-πολύ αυτή η ιστοριούλα αντιπροσωπεύει τους περισσότερους Έλληνες μετανάστες του παλιού καιρού,= το γιατί έμειναν όπως έφυγαν εκτός βεβαίως από το να κάνουν χρήματα κι αυτό όχι όλοι,
σε ευχαριστώ πολύ

με αγάπη

Γαβριήλ

Αστοριανή είπε...

«Μα δεν μου είπε για αυγά,» τόλμησα να πω.
«Δεν πειράζει, βάλε του αυγά να τελειώνουμε.» ΓΠ

!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Γαβρίλη μου πόσα θυμίζεις κάθε φορά... κι ας μοιάζει "ομελέτα"!!!!!!!!!!!

Δεν τα είπαμε για κάμποσο καιρό... κι οι αλλεργίες ταλαιπωρούν...
Ακόμη κουρασμένοι από την επιστροφή.

Να είστε όλοι καλά,
Υιώτα και Δημήτρης

pylaros είπε...

Καλησπέρα αγαπητή μου Υιώτα,
Το υπέθεσα ότι θα ήσασταν ταξίδι,
Αυτό το δημοσίευμα τότε στην αρχή που ψάχναμε για το Αμερικάνικο όνειρο

Ευχαριστώ

χαιρετισμούς

Γαβριήλ