Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Καθαρής Δευτέρας συμβάντα


Τα ματσετάκια του βενέτικο σπάγκου που αγοράζαμε  ήταν ισχνά λες και αγόραζες κλωστές μουλινέ για κέντημα, δεν ξέρω γιατί, μετά βρίσκαμε κερί αυτό που έβγαναν οι μέλισσες και τον κερώναμε για να αντέχει. Μύριζε κερήθρα χωρίς μέλι,  αν είχαμε λεφτά αγοράζαμε ακόμα ένα ματσετάκι, και μετά άλλο ένα τα κομπιάζαμε και τα μαζεύαμε σταυρωτά σε ένα ξύλο στη καλούμα, πηγαίναμε στην κρήνη περιοχή Πυλάρου να βρούμε κάνα καλάμι να το ανοίξουμε να φτιάξουμε τρία καλάμια του ίδιο μεγέθους να τα τρυπήσουμε στην μέση με μια πρόκα όπου θα ήταν και το κέντρο.
Μετράγαμε την απόσταση να είναι η ίδια ανάμεσα στον κύκλο τα δέναμε με σπάγκο, πηγαίναμε στα Μακρυώτικα  στου Πετράτου το μαγαζί, (Ντρίλου)  για μια κόλα χαρτί για  *φύσουνα, σκεπάζαμε τον κύκλο διπλώναμε το χαρτί γύρω απ’ τον σπάγκο, και το κολλάγαμε  με μελίγκρα από κορμό αμυγδαλιάς  ή με αλεύρι και νερό, μετράγαμε τα κομπάσα, φτιάχναμε και δέναμε την ουρά και ήταν έτοιμος. Αν είχαμε αρκετό χαρτί φτιάχναμε και τριζόνια και τα κολλάγαμε γύρω, γύρω, έτσι όταν τον πετούσαμε ακουγόταν ένας θόρυβος, ένα συνεχές θρόισμα, κάτι που έκανε εμάς τα παιδιά να αισθανόμαστε  περήφανα  λες και κατασκευάσαμε το πρώτο αεροπλάνο. 
Περιμέναμε το απομεσήμερο που άρχιζε να φυσά ο Μαΐστρος, αυτός που έβγαζε η μπούκα του Μύρτου και απλώναμε τον φύσουνα, δεν υπήρχε μπροστά μας τίποτε εκτός από τις κορφές των δένδρων, που και πού καμιά περγουλιά, μια που δεν υπήρχαν στον δρόμου κολώνες με σύρματα αφού δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Θυμάμαι ο Μαϊστρος ήταν ένας συνεχής απογευματινός άνεμος όπου έδενα τον φύσουνα πάνω στο δαχτυλίδι της στέρνα και πήγαινα περίπατο καμαρώνοντας για το επίτευγμά μου.
Μια φτωχή απλή ζωή, τα καλοκαίρια σαν σκοτείνιαζε  πηγαίναμε στο αλώνι της ανυψωμένης  στέρνας, ο πατέρας η μάνα κι εμείς τα παιδιά αυτοί καθόταν στο δαχτυλίδι κι εμείς ξαπλωμένοι στις ζεστές πέτρινες πλάκες,  μια απόλυτος ησυχία επικρατούσε, σε ένα βαθύ σκοτάδι τα αστέρια το  τρυπούσαν  σαν κόσκινο,  πιστεύαμε ότι ο θεός άναβε  σπίρτα για να βοηθά εμάς να μην χάσουμε το διάβα μας.
Και ξέραμε ότι δεν ήταν  σπίρτα του Ελληνικού μονοπωλίου, τα είχε πλακώσει η σκλαβιά και είχαν εξαφανισθεί,   αλλά σκάτουλες ιταλικές αυτά τα ονομαζόμενα κέρινα όπου άναβαν οπουδήποτε, τα κουτιά από την μια μεριά είχαν ζωγραφισμένο το λιονταράκι της Βενετίας, αυτά τα είχαμε όσο διατηρείτο η Ιταλική κατοχή.   Μετά ήρθε ο πυριόβολας, η χύμα μπαρούτι από τα ιταλικά λάφυρα η των κανονιών ήταν μαύρη σαν μακαρόνια χοντρά και άλλη σαν ξανθές πλάκες, αυτές τις χρησιμοποιήσαμε και σαν προσάναμμά.
Μέσα στο σπίτι πάντα αφήναμε ένα λυχνάρι αναμμένο και ένα κούτσουρο στην χόβολη για να ανάψουμε φωτιά την επόμενη μέρα. Με  το που περνούσε η ώρα πηγαίναμε όλοι για ύπνο, η μάνα άναβε το καντήλι κι έσβηνε τον λύχνο, η μόνη μας στενοχώρια, η μόνη μας σκοτούρα που θα βρεθεί κάτι να μαγειρέψουμε, σκάβαμε για ρίζες ήταν κάτι άσπρες ρίζες  ασκολίμπρια τα λέγαμε, όμως δεν θυμάμαι πως ήταν το φυτό νομίζω έμοιαζε με γαϊδουράγκαθο, αλλά δεν παίρνω όρκο. Όταν κονομάγαμε κανένα κάβολε το μαγείρευε η μάνα με πολύ ζουμί, βάζαμε λάδι και λεμόνι κι αν είχαμε  ψωμί ή μπομπότα ήταν η αμβροσία μας.
    
Και όλα αυτά στην αρχή της άνοιξης σε μια εποχή όπου οι αμυγδαλιές είχαν ντυθεί νυφούλες και σκόρπιζαν το άρωμά τους γύρω στους ανθρώπους περιμένοντας να βασιλέψει η σωφροσύνη, ακόμα και οι μέλισσες ζουζούνιζαν γύρω τους χαρούμενες, ερχόταν η άνοιξη και μαζί η Ελπίδα.
Μόνο οι άνθρωποι μένανε κλεισμένοι στα σπίτια και με διαταγή σκέπαζαν τα βράδια τα παραθυρόφυλλα να μην ξεφύγει καμιά ακτίνα φωτός,   για να μην κάνουν ανταγωνισμό  στα άστρα αυτά που άναβε ο Θεός στο στερέωμα του ουρανού.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  
Φύσουνας=Αητός 


    

3 σχόλια:

Maria Kanellaki είπε...

Υπέροχη διήγηση Γαβρίλη...
Έχεις τόση δύναμη στο λόγο σου όταν αφηγείσαι ιστορίες του τόπου σου. Είναι ίσως η νοσταλγία που πυροδοτεί τη γραφή σου. Εύχομαι ολόψυχα να περάσετε μια υπέροχη Καθαροδευτέρα και να είστε όλοι καλά!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου κ. Μ. Κανελλάκη

Σε ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σου επίσης σου εύχομαι καλό μήνα.
Αυτά που γράφω είναι ότι δεν πρόφτασα να χορτάσω να ζήσω, είναι σα να διψάς για νερό και η μόνη κρήνη να ξεδιψάσεις είναι αυτή του μέρους που γεννήθηκες.

Παράξεμο Ε!
κι εγώ δεν ξέρω γιατί, ίσως να φταίει η ηλικία, ίσως η μοναξιά σε μεγάλη πολή...

σε ευχαριστώ
πάντα με την εκτίμησή μου
Γαβριήλ

Αστοριανή είπε...

Καλό Μήνα, Καλή Σαρα- κοστή... ως λένε...
Φιλιά,
Υιώτα-Δημήτρης