Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Μια αλλιώτικη ζωή...

                                          Μπαρ ο «Άσος  Κούπα»
 
Μια κόκκινη επιγραφή φώτιζε το σκοτάδι Μπαρ ο «Άσος Κούπα,»  ήταν ένα τρίγωνο όπου συναντιόταν τρεις  δρόμοι πριν  γίνουν ένας για να περάσουν το γεφύρι.  Και η κατασκευή αυτή είχε την φόρμα τριγώνου. Το μπαρ ήταν χρωματισμένο πράσινο αν και τα βράδια δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις το χρώμα μια που ήταν σκοτάδι.
Ο Ιβάν ο τελωνειακός κάθισε δίπλα μου στο μπροστινό κάθισμα του ταξί  φαινόταν μεθυσμένος, τράβα  μου είπε για τον Άσσο. Τον ήξερα δούλευε στο λιμάνι ως εκτελωνιστής ήταν πάντα μεθυσμένος και τα βράδια γύριζε από μπαρ σε μπαρ ζητώντας να βρει κάτι τι το καινούργιο. Όταν μάθαινε ότι καινούργια πιτσιρίκα είχε βγει στην πιάτσα έτρεχε από πίσω εδώ είχε να κάνει  με στρατιώτες από την παρακείμενη βάση. Όλοι τρέχανε από πίσω, ακόμα και η κινέζα ιδιοκτήτρια ρεστοράν και ξενοδοχείο το σχολίαζε, ήταν όμορφη,
Της πρόσφερα δουλειά, αυτή όμως δεν θέλησε τα παράτησε όλα και πήγε στο μπαρ.
Της αρέσει η ζωή της νύχτας, ήταν μια αδυνατούλα μικρή, πολύ μικρή και άπειρη. Τον παράτησα στην πόρτα κι έφυγα ένεκα που όπου σύχναζαν στρατιώτες ήταν επικίνδυνο, να τα βάνεις μαζί τους.
Πέρασα το γεφυράκι,  αποκάτω αναδινόταν μια βρώμα από εκεί που ήταν  η πλανόδια αγορά, ένεκα της ζέστης,  ήταν βράδυ και ήταν κλειστή...
Ήταν  το ίδιο γεφυράκι όπου πριν από καιρό ένας ταξιτζής παρέσυρε  κάποιον μεθυσμένο που είχε βγει απ’ το μπαρ Άσος  Κούπα  και στεκόταν  σαν κολόνα στη μέση του δρόμου. Τον τρακάρισε από πίσω, τον πέταξε  πάνω στο καπό ο σοφέρ έστριψε αριστερά το σώμα έπεσε στην άσφαλτο εκεί έμεινε ακίνητο.  Σαν ξημέρωσε  ψάχνανε να βρούνε πως σκοτώθηκε ο άνθρωπος.
Εν τω μεταξύ ο σοφέρ ένα βράδυ πούπινε  παρέα και κερνούσε  τις κοπέλες σε μπαρ,  είχε το ίδιο τέλος, ο ιδιοκτήτης του ταξί ένα καινούργιο χρώματος μπλε   Rambler που δούλευε γι’  αυτόν    τον έπιασε απ’    τον λαιμό τον έσφιξε λίγο παραπάνω και το έπνιξε, είπε ότι ήταν λάθος του, αλλά έφυγε απ’ την ζωή.  Σήμερα ο τότε ιδιοκτήτης ταξί  βρίσκεται στην Νέα Υόρκη.
Πήγα στο ξενύχτι, ήξερα τον γιο του καλό παιδί,  κατά βάθος ήταν καλός άνθρωπος αλλά το ποτό τον κατέστρεψε.  
Εκεί δίπλα ήταν και η Μάρτα μια κοπελιά όπου έκανε θελήματα της γειτονιάς  την τράβηξε ο Σέργιο ένας απ’ την Χιλή  με υποσχέσεις και με πολύχρωμες κορδέλες   την έμπασε σε μπαρ, έφυγε από την λάσπη της φτώχειας και μπήκε στην λευκή λάσπη της σάρκας.
Μετά φάνηκε η γυναίκα του Λεονάρδο Ιταλού μετανάστη με τις δυο κόρες της ντυμένες κυριακάτικα, μπήκαν στο ταξί μου να τις πάω στην εκκλησία στην λειτουργιά των 10, θα λειτουργούσε σήμερα  Πάτερ  Περούτσι  «από την Ιταλία» φίλος της οικογενείας.    
Ο κινηματογράφος RITZ  έπαιζε το φιλμ το «Το  σκουπίδι» La basura  με την ζωή Λάσκαρη, μου μήνυσε ο ειρηνοδίκης ‘φίλος μου’ της πόλης και μου το σύστησε να πάω να το δω … 
O δικαστής (ανώτερος απ’ τον ειρηνοδίκη)  De la primera instancia  έπαιζε μπιλιάρδο στο Ριτζ  όταν του ψιθύρισα ότι χρειάζομαι μια γνώμη του, να μου δώσει το ΟΚ,  με είχε στείλει ο ειρηνοδίκης μια που ήταν περασμένη η ώρα, νύχτα  και έπρεπε να βγει από την φυλακή ένας Έλληνας ναυτικός από την Ιθάκη από το βαπόρι ΣΙΦΝΟΣ του Γράτσου, πριν την αναχώρηση του πλοίου που ήταν τα μεσάνυκτα.  
Μετά από μια τέτοια μέρα πήγα σπίτι, ξάπλωσα στην βεράντα σε μια αιώρα κι άφησα τον τροπικό άνεμο να με χαϊδεύει,  έκλεισα τα μάτια μου ακούγοντας τις σφυριξές βαποριών αυτών που άφηναν το λιμάνι, μαζί τους πήραν και τον Γιάννη, τον Έλληνα ναυτικό ελεύθερο πια από την Ιθάκη. 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης     



1 σχόλιο:

Αστοριανή είπε...

Γεια σου Γαβρίλη!!!!!!!

Καλό μήνα,
Υιώτα