Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

Η άμμος και ο λύχνος:



Κόκκινα φορούσε ο παπάς, κόκκινη ήταν και η νεκροφόρα, κόκκινο το φέρετρο,
κόκκινα φορούσαν οι πενθούντες.
Εγώ όταν είδα την κηδεία ν’ άρχετε καταπάνω μου έτρεξα και κρύφτηκα στο σπίτι.
Απ’ τα παντζούρια του παραθύρου, έβλεπα την κηδεία χωρίς αυτοί να με βλέπουν.
Φώναξα και τους άλλους να έρθουν να δουν, κανένας δεν ήρθε.
Περνώντας απ’ έξω οι πενθούντες μου έριχναν χούφτες άμμο.
Ένα τούβλο τόσο δα μικρό, πέρασε τον τοίχο κι έπεσε στα πόδια μου.
το σήκωσα στα χέρια μου, ήταν γεμάτο άμμο.
Αφού πέρασε η κηδεία βγήκα έξω στην αυλή, ο τοίχος του σπιτιού μου γεμάτος άμμο.
Το κορίτσι ανάλαφρα ανέβηκε στο πρεβάζι του παραθύρου κι ακόμα πιο πάνω
κι άρχισε να καθαρίζει την άμμο.
Της φώναξα να προσέχει, δεν με άκουσε, έπεσε όρθια μες την αυλή, απαλά ανάλαφρα σαν πουλί και στάθηκε δίπλα μου.
Άρχισα να μαζεύω την άμμο, απ’ το παράθυρο του υπογείου που είχε καλυφθεί,
την έβανα σε χάρτινα κουτιά από παπούτσια, μα ήταν τόση πολύ!
Η κηδεία είχε προχωρήσει, από πίσω ακολουθούσαν τα αυτοκίνητα, αυτά που μου είχαν φράξει το δρόμο.
Απ’ την αυλή μου κοίταζα το δρόμο, το κορίτσι δίπλα μου ντυμένη στα γαλάζια,
κομψή όμορφη κοίταζε εμένα.
Ένιωθα ευτυχισμένος, δεν ξέρω γιατί;
«Δεν ήξερα ότι στις κηδείες πετούν άμμο;» της είπα.
Αυτή με κοίταξε, μου χαμογέλασε χωρίς ν’ απαντήσει.
Μετά ξύπνησα, είχα αποκοιμηθεί.
Σηκώθηκα, μηχανικά πήγα να βρέξω το πρόσωπό μου λίγο νερό.
Σταμάτησα, φοβήθηκα την κρυάδα του νερού.
Εις μάτην αναζήτησα τη γυναίκα.
Έψαξα στο βάθος της ψυχής μου, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω τ’ όνειρο.
Άρχισα να κλαίω, αισθανόμουν απελπιστικά μόνος.
Κοίταξα τα ερείπια του σπιτιού μου, απ’ έξω στην αυλή κάτω ακριβώς απ το παράθυρο του υπογείου αυτού που είχε καλυφθεί με άμμο, μια μισό-ξηραμένη τριανταφυλλιά άνθιζε λευκά τριαντάφυλλα σε χρώμα αγνότητας περιμένοντας τον γυρισμό μου, έμοιαζαν της κοπέλας, έσκυψα και τα φίλησα. Πιο κει ένα σκουριασμένο τσαλακωμένο λυχνάρι, ‘αυτό που ήταν παρών όταν γεννήθηκα,’ κειτόταν πεταμένο σε μια γωνιά μισό-σκεπασμένο με άμμο, έμοιαζε εμένα.
Γονάτισα, έχωσα τα χέρια μου στην άμμο, πήρα στα χέρια μου το λυχνάρι, το κοίταξα με λαχτάρα, άρχισα να μετρώ τις περιπέτειες της ζωής μου σε κόκκους, μέσα απ’ αυτούς φάνηκε το χρώμα της θάλασσας, έμοιαζε σα το ντυμένο στα γαλάζια κορίτσι, δάκρυσα για τα χαμένα όνειρα, κατάλαβα ότι ο νικητής ήταν η φθορά του χρόνου…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


*

12 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

extraordinary

ΜΗΘΥΜΝΑΙΟS είπε...

Όσο μπορούμε να αντιστεκόμαστε στη φθορά του χρόνου, να μη μας λυγίσει...

pylaros είπε...

Αυτό κάνουμε όλοι μας φίλε Στράτο,

αντιστεκόμαστε....

ευχαριστώ

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Εφιαλτικό όνειρο, μπερδεμενο με την ανησυχία της πραγματικότητας.
Το κοκκινο, κάτι γρήγορο θα σου τύχει, κι εύχομαι κάτι καλό.Η κοσμοσυρροή, ανησυχία, κάτι θα μάθεις που θα σε ανησυχήσει. Η όμορφη κοπέλλα, είναι οι επιθυμίες σου (οι οποίες, τώρα την Ανοιξη είναι φυσιολογικά σε έξαρση)κι εύχομαι να ...ξανανιώσεις, με τις ροδακινιες, τις μηλιές, κ.λ.π.
...Κι όχι τίποτ' άλλο, κάποτε μου είχες υποσχεθεί μια ρίζα ροδακινιά... Τί έγινε?, μεγαλώνει?
...Χαιρετισμούς στην Ορτάνς και την υπόλοιπη οικογένεια, Υιώτα Σ

Ανώνυμος είπε...

Ο φίλος μας ο Γαβρίλης, σ'αυτό το κατα-πληκτικό κομμάτι του λογοτεχνικού έργου του, αφομοιώνει τα πιο ουσιώδη στοιχεία του υπερρεαλισμού: εικόνες, όνειρο και λέξεις, με σουρεαλιστική ασάφεια, συναισθηματική φόρτιση και συνεχή παράθεση εικόνων μέσα σ'ένα όνειρο, μέσα σε μια βαθιά αίσθηση της ζωής. Τα λυωμένα ρολόγια στον πίνακα του Νταλή, μια αντίκρουση στον πανδαμάτορα χρόνο, όπως επίσης "Η άμμος και ο λύχνος" του φίλου μας Γαβρίλη. Νέα Υόρκη, 18-3-08, Νικος

pylaros είπε...

Νίκο, τι άλλο μπορώ να προσθέσω εγώ;
Εσύ τα είπες όλα, με τα γραπτά σου μ’ έφτασες σε μια αφηρημένη τρισδιάστατη ύπαρξη, όπου αλληλοσυνδέονται τα όνειρα με την πραγματικότητα, όπως η άμμος και ο λύχνος.
Ευχαριστώ
Γαβριήλ

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

Θαυμάσια λογοτεχνική κατάθεση. Μια μείξη ονειρικής διάστασης καιπραγματικότητας.Συχνά η λογοτεχνία υπερβαίνει την πραγματικότητα και τότε ίσως βρίσκεται στις καλύτερες στιγμές της.

pylaros είπε...

Φίλε Φαίδων,
"Μια μείξη ονειρικής διάστασης και πραγματικότητας"

Θα έλεγα μια έκτη αίσθηση η οποία φτερουγίζει στο άπειρον...

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

ο αλλος είπε...

Σας έχω δει σε ένα παλιό ντοκιμαντέρ της ΕΤ 3 για τη μετανάστευση και ταξίδεψα σε ένα βιβλίο σας που μου είχε δώσει ένας φίλος. Αληθινός, ευάισθητος και έφηβος
Να είσαστε γερός

Βάνα. είπε...

Το υποσυνείδητο,βγήκε στην επιφάνεια με το όνειρο σε μια σύμπραξη συμβολικού ρεαλισμού με το αδάμαστο της ανθρώπινης Μοίρας. Το νοιώθω να κλαίει, μπερδεμμένο στην φθορά του χρόνου. Το λυχνάρι"το φως," "εσύ", ήταν εκεί όταν γεννήθηκες. Η άμμος "το χώμα" η κατάληξη του φθαρτού σώματος,μετράει στους κόκκους του τις περιπέτειες της ζωής σου.Το κορίτσι με τα γαλάζια,συμβολίζει μέσα σου τα φευγάτα νειάτα, την αγάπη της θάλασσας,τους απραγματοποίητους πόθους. Λυχνάρι και άμμος,δύο ρεαλιστικά αντικείμενα με οραματικούς διεισδυτικούς συμβολισμούς στα άδυτα της ψυχής σου.
Πολύ ωραία γραμμένο. Συμφωνώ με τον φίλο παραπάνω. Αληθινός, ευαίσθητος και..έφηβος.
Γαβρίλη μου, γράφε..
Βάνα.

pylaros είπε...

Καλώς ήλθες στην παρέα μας φίλε
‘o άλλος’
Χάρηκα πολύ που διάβασες ένα μου βιβλίο,
Ναι, πριν χρόνια μου είχαν πάρει μαζί με άλλους μια μια συνέντευξη στη Ν Ε Τ
Ευχαριστώ!

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Βάνα, χείμαρρος καλαίσθητων λέξεων τα ενθαρρυντικά σχόλιά σου, όπου ανάμεσα σε όνειρα που όλοι μας έχουμε, και την πραγματικότητα, ξεπηδά μια καινούργια διάσταση, αυτή των αναμνήσεων, της νοσταλγίας.

Ευχαριστώ!

Γαβριήλ