Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Απολογία

Κοίτα με καλά κυρ αστυνόμε μου; Μοιάζω εγώ για δολοφόνος και με ρωτάς γιατί έκλεισα το μπακάλικό μου, σαν απόδειξη ενοχής μου; Είμαι ένας απλός φιλήσυχος πολίτης. Έχω περάσει εδώ στη χώρα της αιωνίας Άνοιξης, στη χώρα των Μάγια, ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, τη θεωρώ ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Όταν μπήκε μέσα ο νεαρός, μου έριξε μια ματιά που πάγωσα. Τα φρύδια του πυκνά σκέπαζαν δυο μάτια που γυάλιζαν, μαλλιά μαύρα σγουρά, έμοιαζαν σαν προβιά από την απλυσιά. Τα χείλη του κόκκινο-καφετιά πρησμένα, απ τις άκρες τους κυλούσε ένα ρυάκι αφρού, λες και είχε λύσσα. Φορούσε ένα πουκάμισο πράσινο με ρίγες μαύρες, «Θεέ μου τι άσχημο χρώμα σκέφτηκα» ήταν κουμπωμένο μόνο με το κάτω κουμπί και είχε το χέρι του περασμένο μέσα απ’ το άνοιγμα σα να κρατούσε πιστόλι.
“Τα λεφτά σου, μου σφύριξε.”
Ενστικτωδώς έβαλα το χέρι στην τσέπη μου, να πιάσω το σουγιά μου. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση.
“Τι λεφτά αφού δεν έχω.”
Πριν προλάβω να συνεχίσω άρπαξε απ’ τον πάγκο ένα πανέρι γεμάτο αυγά και το έβαλε στα πόδια.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου, δεν σε ενδιαφέρουν όλα αυτά; Αλλά σου τα λέω διότι θέλω να με καταλάβεις.
Μα όχι κυρ αστυνόμε μου, δεν έχω ανακατευτεί ποτέ στην πολιτική, ούτε έχω φίλους δικαστές.
Το επάγγελμά μου ναυτικός, τώρα το πως βρέθηκα εδώ με μπακάλικο; Ε! αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έχεις ακούσει καμιά φορά για τον Οδυσσέα;
«Μα ναι, το έχω διαβάσει στα κόμικς.»
«Ε! λοιπόν, εγώ εδώ βρήκα την Καλυψώ.»
«Εννοείς τη μάγισσα;»
«Έ, όχι κυρ αστυνόμε μου, εννοώ μια γυναίκα.»
Με κοίταξε παράξενα, ήταν φανερό ότι δεν με πίστευε.

«Κυρ αστυνόμε μου, από μικρός πάντοτε κουβαλούσα μαζί μου ένα σουγιά, είναι μια συνήθεια που φέρνω μαζί μου απ’ το μέρος που γεννήθηκα. Πάντοτε είχα την λάμα του ανοιχτή και κρυμμένη κάτω απ’ το μανίκι του πουκαμίσου στον καρπό του χεριού. Ήταν ένα είδος ασφάλειας του ατόμου μου στις κακόφημες συνοικίες των λιμανιών, στις αρπαχτικές διαθέσεις των σειρήνων, απ’ τους ποδηλάτες του Κίνγκστον, ένα ψυχολογικό αντιστάθμισμα της ύπαρξής μου.
Λοιπόν όπως σου έλεγα κυνήγησα τον κλέφτη, τον πρόφτασα στην στροφή του δρόμου, είχε βάλει το πανέρι με τ’ αβγά στο κεφάλι του και προχωρούσε γρήγορα, δεν έτρεχε για να μη δώσει υποψία.
Χωρίς μιλιά του κατάφερα μια μαχαιριά στον πισινό, σα μια γρατσουνιά, όχι για να τον σκοτώσω αλλά για να μου δώσει το πανέρι. Αυτή την στιγμή είδα τον εαυτόν μου μικρό παιδί να προχωρεί στα λασπωμένα καλντερίμια των λιμανιών, γυναίκες της νύχτας να με φωνάζουν από δεξιά, από αριστερά σαν αρπακτικά όρνεα κι εγώ να προχωρώ με τον σουγιά ανοικτό κρυμμένο στην τσέπη.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου ξέφυγα απ το θέμα;
Μα θέλω να σου δώσω να καταλάβεις ότι ο σουγιάς είναι για μένα ένα φυλακτό, κάτι σαν εικόνισμα, τον κουβαλάω απ’ τη μέρα που γεννήθηκα, είναι το μέρος μου, το χωριό μου, τα Μαρκάτα, η Κεφαλονιά μου, η πίστη μου, κάτι τι δικό μου που με προστατεύει, στη αρχή όταν ήμουν μικρός είχα έναν άγαρμπο σουγιά Κολοκοτρώνη, μετά ένα ποιον λεπτό το λεπενάρι, και τώρα έχω Ελβετικό με πολλές λάμες.
Δεν είμαι εκ προμελέτης φονιάς που θέλετε να με παρουσιάσετε.
«Άντε τελείωνε, μετά τι έγινε;»
Τελειώνω κυρ αστυνόμε μου, τελειώνω.
Ο κλέφτης έβγαλε μια φωνή ωχ! Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε έκπληκτος, είναι δικά μου είπα ξανασήκωσα το σουγιά, άφησε το πανέρι κάτω κι άρχισε να τρέχει, γέμισα τα χέρια μου σπασμένα αυγά, τα πήρα έτρεξα προς το μαγαζί.
«Φτάνει μέχρι εδώ, με ζάλισες, δεν μου λες από ποιο μέρος είσαι;»
Μα από την Πύλαρο, κυρ αστυνόμε μου, από την Πύλαρο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

7 σχόλια:

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

Ωραίο στιγμιαίο αφήγημα, που αφήνει να διαφανεί ότι ο σύγχρονος Οδυσσέας άραξε μαζί με το σύμβολο - φυλαχτό της αυτοάμυνας και της ασφάλειάς του. Το σουγιά. Όλα ξετυλίγονται μέσα από ένα καθημερινό συμβάν.Να που στο τέλος ο αστυνόμος της ξένης χώρας έπρεπε να γνωρίζει την ...Πύλαρο.

pylaros είπε...

Μάλλον οι κάτοικοι της Πυλάρου θα μου δώσουν παράσημο που διαφημίζω το μέρος μας,

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Εκείνο που μου αρέσει στο Γαβρίλη είναι που ζωντανεύει την αφήγησή του με ζωηρό διάλογο.
Αληθινή ή μη η ιστορία που πλάθει, της δίνει μια αυθόρμητη, γνήσια έκφραση και παρασύροντάς σε, σε κάνει να τη ζεις μαζί του. Ο χρόνος εξαφανίζεται, ο τόπος ζωντανεύει και τ' αντικείμενα αποκτούν μια ξεχωριστή σημασία, μια "προσωπικότητα" θα μπορούσα να πω. Τώρα, εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι, μιμούμενος -ίσως- άλλους συγγραφείς που διαβάζει, και διαβάζει πολύ- είναι ότι ... αν μπορούσε... θα έγραφε ό,τι έγραφε μονοκόμματα, δίχως κόμματα και τελείες, μια κάπως βιασύνη του να τα "πει" γρήγορα για να φτάσει στο τέλος... Αυτό είναι ένα κάποιο ...μαρτύριο για τον αναγνώστη του, διότι όταν κάνει το κόπο να διαβάσει "Παναγιωσούλη" ξέρει εκ των προτέρων ότι θα βρει κάτι καλό μα... του το "βγάζει ξυνό" όπως λέγανε στο τόπο μου κι αυτό, μειώνει την ευχαρίστηση. Λίγο. 'Ομως, γράφε εσύ, Γαβρίλη μου, αξιοθαύμαστε, κι ας μας βασα-νίζεις. Υιωτα Στρατή, Νέα Υόρκη.3/3/08

pylaros είπε...

Υιώτα,
Εκεί έγκειται το μυστικό στην αδημονία του αναγνώστη, όταν βλέπει ότι δεν του επιτρέπεις να πάρει ανάσα…

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

Βάνα Κ. είπε...

Γαβρίλη μου, συνέχισε να γράφεις έτσι όμορφα και να μας συνεπαίρνεις. Είτε είναι για σουγιάδες, είτε για μπλε τριαντάφυλλα, ή για φάρμακα- κοτόζουμα και επιβίωση,..όλα είναι ΖΩΗ! Μ'αρέσει ο λόγος σου. Στο έχω ξαναπεί. Είναι αυθόρμητος, τρυφερός, ακόμα κι αν μιλάει για ρεαλιστικά πράγματα. Και όχι μόνο. Κρύβει μέσα του μια αγνότητα. ΝΑΙ. Ειδικά αυτό το τελευταίο, το έχω επισημάνει και με έχει αγγίξει αφάνταστα.
Να είσαι πάντα καλά.
Βάνα.

pylaros είπε...

Βάνα, μένω έκθαμβος από τα τόσο ειλικρινή σου λόγια, αυτό εννοεί το πόσο καλά εμβαθύνεις στη φιλοσοφία των γραπτών μου.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Πολύ καλός ο τρόπος που δίνεις την ιστορία σου φίλε μου. Και το μικρό μπακαλικάκι σε κάποια άκρη της γης μου θύμισε που κάποτε ο αείμνηστος Ορέστης Λάσκος μου είχει πει ότι όταν βρέθηκε στο Βλαδιβοστόκ, στη Ρωσσία, το μοναδικό μπακαλικάκι της πόλης το είχε ένα κεφαλονήτης.
Τι να κάνουμε; Αυτοί είμαστε. Φυτρώνουμε παντού.
Νάσαι καλά
Ντένης