Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Το Μπλε Τριαντάφυλλο


Η μάνα του Μίκη μοδίστρα έραβε για όλο το χωριό, ήταν κι αυτό μια εργασία επιβίωσης όλης της οικογενείας στις μαύρες μέρες της κατοχής, αν και χρήματα δεν υπήρχαν εν τούτοις η πληρωμή ήταν πάντα σε είδος, όσπρια, ή λάδι, ή καλαμπόκι, ή τυρί, ή ανταλλαγή εργασίας, ή οτιδήποτε άλλο υπήρχε στο χωριό.
Ο Μίκης έπαιζε με άλλα παιδιά το κουτσό με αμάδα από ένα κομμάτι κεραμίδι, αυτό που είχε σπάσει από την σκεπή της κουζίνας, όταν ένας δυνατός αέρας το ξεκόλλησε και το πέταξε στην αυλή μετατρέποντάς το σε κομμάτια. Έπαιζε και κλώτσαγε την αμάδα με το ένα πόδι χωρίς να αγγίξει τη διαχωριστική γραμμή του παιχνιδιού αυτού που ήταν χαραγμένο στο χωματένιο δρόμο του χωριού. Η μάνα του πάσχιζε να τελειώσει ένα φόρεμα μιας κάποιας χωριανής που το ήθελε την Κυριακή να βγει περίπατο στο νυφοπάζαρο του χωριού. Τι κι αν ήταν ιταλική κατοχή; τι κι αν υπήρχε πείνα; αυτή είχε κάτι παραπάνω από τους άλλους. Ήταν Σάββατο είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η επιτακτική φωνή της μάνας ακούστηκε.
«Μίκη! Ε! Μίκη έλα σπίτι.»
Το παιχνίδι διαλύθηκε, έμεινε εκεί χαραγμένο στον χωμάτινο δρόμο σαν αθώες ξένοιαστες παιδικές ρυτίδες, που με την πρώτη βροχή θα εξαφανιζόταν.
«Έλα παιδί μου να πας το φόρεμα στην κυρία τάδε. Είναι έτοιμο.»
Ο Μίκης άπλωσε το δεξί του χέρι, εκεί επάνω κρέμασε η μάνα το φόρεμα, διπλωμένο για να μην αγγίζει το έδαφος.
«Πρόσεξε να μην σου πέσει, να της πεις με γεια σας.»
Το χέρι τεντώθηκε ακόμα πιο πολύ, η χαρά του ήταν μεγάλη, θα τους έλεγε με τις υγείες σας και θα τον φίλευαν κάτι. Μόνο που ο σκύλος τους ήταν το εμπόδιο, τον φοβόταν τόσο, από μια φορά που τον είχε δαγκώσει ένας στον πισινό δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει. Αλλά θα φώναζε από μακριά, έτσι να ξεσηκώσει όλη τι γειτονιά στο πόδι. Με το δεξί του χέρι πάντα τεντωμένο να ξεκουράζετε πάνω του το φόρεμα, ξεκίνησε για το διπλανό χωριό, έπρεπε να βιαστεί να γυρίσει πριν σκοτεινιάσει. Στην πλατειούλα έξω απ΄ το σχολείο συνάντησε τα παιδιά του διπλανού χωριού. Έπαιζαν ‘γουρουνούλα’. Ο κάθε ένας τους είχε ένα ραβδί και όλοι χτυπούσαν ένα ζαρωμένο κουτί προσπαθώντας να το βάλουν στη μεσαία λούμπα, χωρίς όμως να αφήνουν για πολύ ελεύθερη τη δικιά τους λούμπα εκεί όπου έχωναν τη μύτη του ραβδιού τους. Ο Μίκης στάθηκε και τους χάζευε, η σκόνη του χωματένιου δρόμου απ’ τα χτυπήματα των ραβδιών σηκωνόταν σα μικρό σύννεφο, σκέφτηκε ότι θα βρώμιζε και το φόρεμα. Για να πάει πιο γρήγορα βάδισε για το μονοπάτι, βγήκε πάλι στο δημόσιο δρόμο, εκεί πάνω στη στροφή ήταν και το σπίτι. Στα αριστερά του, φάνηκε η μεγάλη πόρτα της αυλής, πήγε σιγά, σιγά κοντά για να βεβαιωθεί ότι ήταν κλειστή, κόλλησε πάνω της κι άρχισε να φωνάζει τ’ όνομα της γυναίκας. Γαυγίσματα σκύλου ακούστηκαν, ήρθε πίσω απ’ την πόρτα κι έκανε σαν τρελός αλυχτώντας, ο Μίκης κρατούσε το πόμολο σφιχτά και δεν το άφηνε. Απ’ το θόρυβο πήρε χαμπάρι η γυναίκα, μισάνοιξε την πόρτα.
«Τι θέλεις;»
«Σας έφερα το φόρεμα και με γεια σας.»
Έδιωξε το σκύλο, κι άνοιξε διάπλατα.
«Έλα μέσα,» είπε, ο Μίκης μπήκε στηv αυλή, αυτή πήρε το φόρεμα απ’ το χέρι του, το σήκωσε όρθιο, το έβαλε μπροστά της, περπάτησε μισό βήμα, γύρισε δεξιά αριστερά, κοίταξε στα μάτια τον Μίκη να δει αν του έκανε εντύπωση, τέλος του είπε να περιμένει και χάθηκε στο εσωτερικού του σπιτιού, μετά σα ν’ άλλαξε γνώμη βγήκε πάλι έξω και το ρώτησε:
«Πεινάς;»
Ο Μίκης δεν απάντησε, μόνο έγνεψε με το κεφάλι. Ναι.
Ξανά μπήκε μέσα, ο Μίκης αισθάνθηκε ότι θ’ άνοιγαν οι ουρανοί, ποιος ξέρει τι αμβροσία θα του έφερνε;
Ίσως να πραγματοποιείτο το όνειρό του, ένα όνειρο να μπορούσε χορτάσει κάποτε, να φάει όσο ήθελε, και το φαγητό που ονειρευόταν ήταν γάλα βραστό με αλάτι, να μουσκεύει ψωμί μέσα, να το τρώει και να γελάει, με κάθε μπουκιά ψωμιού που βουτούσε να ξεχειλίζει το κύπελλο, να χύνεται το γάλα γύρω του, να σχηματίζει ένα γαλαξία, σα να ήταν το αθάνατο γάλα, αυτό που έτρεχε απ’ τα στήθη της θεάς Ήρας, να γίνεται ποτάμι στη σκεπή του νυχτερινού ουρανού, κι αυτός να πλέει, τυλιγμένος μέσα σε πουπουλένιο γαλακτικό αφρό, συνεπαρμένος από ευτυχία, χορτάτος, κάνοντας συντροφιά με τ’ άστρα.
Η πόρτα άνοιξε, φάνηκε η γυναίκα να κρατά κάτι στα χέρια της.
«Να, πάρε», του λέει και του δίνει ένα κομμάτι ψωμί, η γλώσσα του άρχισε να υγραίνει, το σάλιο του έτρεχε απ’ τα άκρα των χειλιών του, η ανάσα του κόντευε να κοπή απ’ την αδημονία της δαγκωματιάς που θα έδινε στη σάρκα του ψωμιού. Έχωσε τα δόντια του, έκοψε μια τόσο μεγάλη μπουκιά, παρ’ ολίγο να πνιγεί, ένα μπλε-πράσινο χρώμα άνθισε μπρος τα μάτια του, στην αρχή του φάνηκε ότι ήταν ένα μπλε παντεσπάνι, μετά σα να ήταν ένα μπλε τριαντάφυλλο, αυτό που ζητούσε να βρει ο Σαχίμπ.
Το κοίταξε καλλίτερα, ήταν μούχλα. Ο Μίκης το έφαγε επί τόπου, τι κι αν ήταν μουχλιασμένο; Του φάνηκε σα να είχε βρει την πηγή της νιότης, το αθάνατο νερό, το μπλε τριαντάφυλλο.
Ο σκύλος από κάπου είχε ξεφύγει, τον πλησίασε, τον κοίταζε και κουνούσε την ουρά του περιμένοντας να του πετάξει ένα κομμάτι απ’ το μουχλιασμένο ξεροκόμματο. Ο Μίκης κατάλαβε ότι είχαν γίνει φίλοι.
Στο γυρισμό τα παιδιά που έπαιζαν ‘γουρουνούλα’ σταμάτησαν το παίξιμο και τον κοίταζαν με ζήλια, καθώς αυτός αναγλυφόταν απ’ τα τρίματα του ψωμιού, αυτά που είχαν μείνει στις άκρες των χειλιών του.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

15 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μια ακόμα ζωντανή διήγησις της Κατοχής, όπου η περιγραφή της λεπτομέρειας, είναι εντυπωσιακή. Της βάζεις μεγενθυτικό φακό και την ανασύρεις προς τα έξω. Στο τέλος, αναρρωτήθηκα, τι μου έμεινε από την ιστορία. Η πείνα; Γνωστή. Εκεί που κόλλησα, ήταν οι περιγραφικές λεπτομερείς πτυχές της γραφής σου, που βγάζουν κινηματογραφικά την εικόνα του κειμένου.
Να είσαι πάντα καλά.
Βάνα.

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Βάνα, έμεινε η αναζήτηση του μπλε τριαντάφυλλου, που θα με οδηγούσε στην πηγή του αθάνατου νερού (αν θυμάμαι καλά από τις χίλιες και μια νύχτα)
Έμεινε και ο γαλαξίας της Θεάς Ήρας που ακόμα υπάρχει...

Είναι το μόνο χρώμα όπου δεν μπορούν να παράγουν για να ανθίσουν φυσικά μλπε τριαντάφυλλα.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

ΜΗΘΥΜΝΑΙΟS είπε...

Όλες αυτές οι λεπτομέρειες έχουν χαραχτεί στο νου σου, βρε φίλε, ύστερα από τόσα χρόνια;
Χρόνια κατοχής, χρόνια πείνας κι ένα ξεροκόμματο, έστω και μουχλιασμένο, φαίνονταν στα μάτια σαν ένα υπέροχο μπλε τριαντάφυλλο.
Τι χρόνια κι αυτά...

pylaros είπε...

Αναπολώ την παιδική αθωότητα, κλαίω γι’ αυτή την αθωότητα που άλλοι εκμεταλλεύτηκαν, στιγματίζω την τότε ταξική κοινωνία, μόνο αυτό φίλε μου.

Ευχαριστώ


Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Ωραία η λεπτομέριά σου Γαβριήλ.Ηταν
τόσο περιγραφική η πείνα σου που δάγκωσα και γω από την μούχλα. Γιατί όχι;Δαγκωματιές στο παρελθόν δεν είναι οι αναμνήσεις;
Ακόμη και οι πικρές γίνονται γλυκές όταν δεν έχουν μέσα τους μελοδραματικότητα.
Αμ και κείνη η Χριστιανή,χάθηκε να σου δώσει μιά μπουκιά καθαρό ψωμί.

Ανώνυμος είπε...

Πάλι ξέχασα να βάλω τ'όνομά μου στο προηγούμενο σχόλιο.
Σ. Δαρσινός

Ανώνυμος είπε...

Το λουλούδι σου το Μπλε ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.
Μπράβο σου, πολυμήχανε Οδυσσέα

Βαγγέλης

Ανώνυμος είπε...

Γερασιμάκη μου... Μου αρέσι πως γράφεις την πείνα του μικρού παιδιού που ακόμα και η μούχλα μεταμορφώνεται στον παιδικό του στερημένο κόσμο... σε μπλε τριαντάφυλλο!...
Και χωρίς υπογραφή το σχόλιο που ακολουθεί από τον Σπύρο που αναλογίζεται τσαντισμένος
(μα δεν είχε αυτή η χριστιανή ούτε ένα κομμάτι ψωμί της προκοπής να του δώσει...)!!!
Έφερε το γνωστό του Χιούμορ στην επιφάνεια και στην καταθλιπτική εικόνα της στέρησης και της πείνας... κι ένα χαμόγελο στη φάτσα μας...
Αυτά τα μικρά και αληθινά διηγήματα σου Γαβριήλ είναι πολύ πετυχημένα γιατί ζωντανεύεις με μεγάλη λεπτομέρεια μια σελίδα της ζωής.
Με όλη μου τη φιλία και αγάπη,
ΣΤΕΛΛΑ ΖΑΜΠΟΥΡΟΥ ΦΟΛΛΕΝΤΕΡ

Ανώνυμος είπε...

Στις απλές λογοτεχνικές γραμμές του φίλου μας Γαβρίλη, εξυπακούεται μια σπάνια ικανότητα και ευαισθησία, στο να κατανοεί τα πάθη και τους αγώνες του ανθρώπου στη γη για να εξανθρωπιστεί και να καλυτερέψει τη θέση του.

Νίκος
Ν.Υ. 2008

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

Μικρά λογοτεχνικά στολίδια είναι τα κείμενά σου φίλε μου Γαβριήλ.
Ευφυές το εύρημα του μπλε τριαντάφυλλου. Το κείμενό σου θα το ήθελα να τελειώνει στο μπλε τριαντάφυλο.. ώστε να αναδειχθεί το εύρημά σου. Το ασυνήθιστο. Τις λίγες φράσεις που γράφεις μετά από το μπλε τριαντάφυλλο, δεν προσθέτουν κάτι. Εσύ όμως είσαι το αφεντικό των γραπτών σου.

pylaros είπε...

Φίλε Φαίδων, στο Μπλε Τριαντάφυλλο έδωσα έμφαση στην αξία του ξεροκόμματου του ψωμιού και στη ζήλια των παιδιών αυτών που έπαιζαν, τα οποία σταμάτησαν το παιχνίδι και έκθαμβα τον μακάριζαν για την καλή του τύχη αφού (αναγλυφόταν τα τρίμματα του ψωμιού, αυτά που είχαν κολλήσει στις άκρες των χειλιών του)
Κάλλιστα θα μπορούσαν να ήταν μπλε μπουμπούκια και έπεται συνέχεια …
Ευχαριστώ

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Ανώνυμος είπε...

Γιά ακόμη μιά φορά φίλε Γαβρίλη καταφέρνεις να μιλάς με εικόνες.
Κι΄είναι αυτές οι εικόνες της Κατοχής, που σημάδεψαν ανεξίτηλα τα παιδικά μας χρόνια. Εικόνες που τις κουβαλάμε στην πλάτη μας ακόμη και σήμερα στα γεράματά μας και που δεν θα μας εγκαταλείψουν μέχρι τον θάνατό μας.
Τότε, που το μουχλιασμένο ψωμί, αν ερχόταν στα χέρια μας πραγματικά γινόταν ένα πανώριο μπλέ τριαντάφυλλο.
Νάσαι καλά φίλε.
Ντένης

pylaros είπε...

Ντένη ευχαριστώ για τα τόσα θερμά σου λόγια ξέρω ότι από το ίδιο μονοπάτι το του μπλε τριαντάφυλλου περάσμε και οι δυο.
χαιρετω

Γαβριήλ

BlueRose είπε...

Είδα μπλε τριαντάφυλλο και μπήκα..
κάποτε αυτά που οι άλλοι πετάνε είναι πηγή ζωής, άπιαστο όνειρο και ονειροπόλησης για άλλους..η σε άλλες εποχές..
η στέρηση τόσο αθώα και ζωντανά περιγράφεται που δεν είμαι σίγουρη αν το παιδί το ίδιο μπορεί να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της. Ομορφο κείμενο γεμάτο εικόνες!
Καλημέρα,
Χριστιάνα (BlueRose)

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Χριστάνα (Blue Rose)
Ευχαριστώ που επισκέφτηες την ιστοδελίδα μου, αν παρατηρήσεις τα περισσότερά μου δημοσιεύματα είναι γεμάτα εικόνες, και το κυριότερο Δεν είμαι ζωγράφος.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Υ.Γ.
Το βιβλιαράκι μου αυτό Το μπλε Τριαντάφυλλο είναι γεμάτο ναυτικά ποιήματα, λίγι δυσκολοκαταλάβητα,
αν σε ενδιαφέρη αυτού του είδους η ποίηση θα μπορούσα να σου το στειλλω, γράψε μου στο
panagiosoulis@gmail.com