Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Ο Λύχνος, ο Χρόνος, ο Ίσκιος



Στο στερέωμα λάμπει ο ήλιος, στης νύχτας τη σιγαλιά τρεμοσβήνει το φως του λύχνου, και τα δυο μου χαρίζουν το μοναδικό σύντροφο της ζωής μου.
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Σκεπασμένο από τη σκιά του βουνού σα να ζητούσε την προστασία του, το πατρικό μου σπίτι με καλωσόρισε. Εγκαταλειμμένο, έρημο, πνιγμένο από αγριόχορτα και με τις μισό-ξηραμένες κληματαριές του να το περικυκλώνουν. Κανείς δεν με περίμενε. Στο άνοιγμά της, η πόρτα έτριξε σα να φοβήθηκε τη βεβήλωση του ξένου. Έτριξε σα να ζητούσε προστασία από τον απρόσμενο επισκέπτη. Οι αράχνες με αναγνώρισαν και παραμέρισαν, κάνοντάς μου χώρο να περάσω. Με λύπη κοίταξα το σπίτι που γεννήθηκα, ερειπωμένο, σκεβρωμένο, από τα τόσα πολλά χρόνια ερημιάς.
Από κάθε γωνιά του, εμφανίστηκαν μπροστά μου αναμνήσεις σα φαντάσματα μιας άλλης προηγούμενής μου ζωής, που τώρα έχει χαθεί. Στο πάτωμα διέκρινα την καταπακτή που έβλεπε προς το κατώι, έτσι όπως την είχα αφήσει εδώ και πολλά χρόνια. Με χέρι τρεμάμενο έβαλα το δάχτυλο στον κρίκο και σήκωσα την πορτίτσα. Μια τετράγωνη τρύπα φάνηκε μπροστά μου. Κατέβηκα την παλαιά σκόρο-τρυπημένη ξύλινη σκαλίτσα, ήταν η ίδια όπως τότε, μια κίτρινη σκόνη από σάπιο ξύλο γέμισε τα χέρια μου, μπήκε στην αναπνοή μου. Έσκυψα το κεφάλι, κύρτωσα την πλάτη μου για να χωρέσω, σκυφτός προχωρούσα, ο φακός έτρεμε στο χέρι μου. Το πόδι μου έμπλεξε σε κάτι σύρματα, τράβηξα την άκρη τους. Ένας λύχνος εμφανίστηκε, μπρούτζινος με χερούλι από τενεκέ σκουριασμένο. Τον πήρα στο χέρι μου, τον χάιδεψα, γέμισα σκόνη, σκουριά.
Θυμήθηκα τότε που με το φως του μάθαινα το αλφαβήτα, τότε που το φως του, διαπερνούσε τα τζάμια του παραθύρου μαζεύοντας τις κουκουβάγιες στο διπλανό κυπαρίσσι, (τώρα δεν υπάρχει πια, ξεράθηκε,) οι οποίες λαλούσαν πένθιμα όλη τη νύχτα.
Ήταν η εποχή που ακόμα δεν είχε κυκλοφορήσει η πενικιλίνη, η τηλεόραση, το στυλό διαρκείας, τα παγωμένα φαγητά, τα συσκευασμένα προϊόντα, τα ηλεκτρικά πλυντήρια, τα ψυγεία, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, το νάιλον, οι βίντεο-κασέτες, το χάπι, το καλσόν, το χαρτί υγείας… Τότε που δεν υπήρχε κινηματογράφος, ηλεκτρικό φως, τηλέφωνο, υπέρ-βραχέα ραδιοφωνικά κύματα...
Κοιτάζοντας το λυχνάρι παρομοίασα αυτή την περασμένη εποχή, σαν τον καιρό που ζούσε ο Διογένης, ο οποίος με το λυχνάρι έψαχνε να βρει ανθρώπους, πριν από δυο χιλιάδες χρόνια και κάτι.
Αμφιβάλλοντας για την ορθότητα της σκέψης μου, κοίταξα τον εαυτό μου, στο θαμπό-χάραμα της ύπαρξής μου. Κοίταξα το πορτραίτο που κουβαλούσα μαζί μου, που φιλοτέχνησε ο φίλος ζωγράφος Νίκος από τη Νέα Υόρκη. Τα χιόνια έχουν έρθει στα μαλλιά, τα χρόνια, μου έχουν κυρτώσει την πλάτη, ρυτίδες σαν ξερά και άγονα ρυάκια γέμισαν το πρόσωπό μου, σκέφθηκα τα δυο χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει από τότε και τρόμαξα. Στάθηκα στο σημείο αυτό του χρόνου, σα μαρμαρωμένος. Μα είναι ποτέ δυνατόν να έχει περάσει ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από την εποχή του Διογένη με το λύχνο και να μην έχει αλλάξει τίποτα;
Κοίταξα πίσω μου, το φως του λύχνου τρεμόσβηνε κάνοντας τον ίσκιο μου να κινείται, να με ακολουθεί. Δοκίμασα να του ξεφύγω, αδύνατον, αφού ο ίσκιος ήταν δικός μου.
«Ε! που φεύγεις που πας;» μου είπε, «σε περίμενα, είμαι δικός σου, ο δικός σου ίσκιος.»
Τον αναγνώρισα, ήταν αυτός που με ακολουθούσε, έμοιαζε όπως τότε, ο ίδιος, ούτε τ’ άσπρα μου μαλλιά, ούτε τις ρυτίδες έδειχνε. Πήρα θάρρος. Με χαρά φώναξα: «Ίσκιε μου, σύντροφέ μου, είσαι ο μόνος που έμεινες όπως τότε.»
Έτρεξα να τον πιάσω, έσκυψα, μου ξέφυγε, κουράστηκα, τότε ένιωσα τα σημάδια του χρόνου να με νικούν… Μέτρησα τα χρόνια από την εποχή του λύχνου που με παράπονο με φώναξε παππού, κατάλαβα, ήθελα παρέα…
Πήρα το λυχνάρι στην ξενιτιά στο σπίτι μου, το έτριψα, γυάλισα τον μπρούντζο, το τενεκεδένιο χερούλι έμεινε σκουριασμένο. Το κρέμασα στον τοίχο. Είναι το μόνο που ξέρει το μυστικό μου, είναι η παρέα μου, ο μάρτυρας που με είδε όταν γεννήθηκα, ο σύνδεσμός μου με το παρελθόν, μιας αθώας ύπαρξής μου, της άλλης προηγούμενης ζωής μου, αυτής που χάθηκε, αυτής που δεν υπάρχει, αυτής που τείνει να ξεχασθεί, αυτής που αγνοούν οι νεοέλληνες ότι κάποτε υπήρχε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,


Νέα Υόρκη



8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Κάποιος φίλος με λίγες αποχρώσεις της Ιριδας και πολύ σεβασμό, απεικόνισε όσο το δυνατό γιαυτόν κάτι από την προσωπικότητα του φίλου μας Γαβρίλη.
Ισως κάποιες αποχρώσεις της Ιριδας, η θέρμη του πατρικού σπιτιού, το λυχνάρι με το λίγο φως και τις σκιές, αλλά με την απέραντη αγάπη, μαρτυρία και ανάμνηση (το πήρε μαζί του) οδήγησαν την πένα του φίλου μας Γαβρίλη, στνν απεικόνιση αυτής εξαίσιας αισθησιακής λογοτεχνικής ζογραφιάς.
Νίκος, Νέα Υόρκη.

pylaros είπε...

Νικο, με τις πινελιές σου ζωγράφισες χρωματιστές αποχρώσεις της ίριδας και γέμισε ο γραπτός λόγος, αυτό ανεβάζει το πνεύμα στα ουράνια.

Ευχαριστώ,
Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Γερασιμάκη μου, ( ο Λύχνος, ο Χρόνος, ο Ίσκιος) της ολοζώντανης ευαίσθητης ιστορίας σου… της επιστροφής σου στο ερημικό, παλιό σου σπίτι, σχηματίζουν ένα περίεργο, φιλοσοφικό οξύμωρων… Τόσα χρόνια, τόσες ανακαλύψεις, τόσες αλλαγές που γράφεις από του Διογένη την εποχή… κι όλα είναι αλλιώτικα σήμερα αλλά κι όλα είναι τα ίδια... σαν τον λύχνο που τον γυαλίζεις και στέκει ξανά ολοκαίνουργιος σα να μη τον άγγιξε ο χρόνος… και τον ίσκιο σου που μοιράζεται κάθε μυστικό σου… και είναι δεμένος με το πεπρωμένο σου…
Άσπρισαν τα μαλλιά… κύρτωσε η πλάτη… και είσαι εσύ σαν το λύχνο σου… ίδιος… ελεύθερος και απτόητος για να προχωρείς…
Πολύ ωραίο σε συγχαίρω ολόθερμα ξανά φίλε μου.
Και το πορτραίτο που σου έφτιαξε ο Νίκος καταπληκτικό και (μιλά).
Εύγε σου κι εσένα Νίκο μου.
Με απέραντη φιλία και αγάπη,

ΣΤΕΛΛΑ ΖΑΜΠΟΥΡΟΥ ΦΟΛΛΕΝΤΕΡ
New York

pylaros είπε...

Στέλλα, «άσπρισαν τα μαλλιά κύρτωσε η πλάτη,» είναι τα δώρα της φθοράς του χρόνου,
που μας μεταφέρει σε μια έκτη αίσθηση γνώσης χαλιναγώγησης των εφήμερων εκπλήξεων.

Ευχαριστώ,

Γαβριήλ

Βάνα Κ. είπε...

Γαβρίλη μου, πράγματι ο ίσκιος, είναι ο μοναδικός σύντροφος της ζωής μας με ήλιο και με σκοτάδι. Η σχέση του με τον λύχνο,που αντιπροσωπεύει τους προσωπικούς θησαυρούς-μνήμες της ζωής σου, είναι πως συμβολικά, μέσα από την δίαυλο του χρόνου, γίνονται ένα με την προσωπικότητά σου και την ψυχή σου. Όσο για τους νεοέλληνες, τα "χαμένα" κομμάτια του δικού σου πολύτιμου χρόνου, δεν τα έζησαν και δεν τα αναγνωρίζουν, όπως θα συμβεί και σε αυτούς με τις μετέπειτα γενεές.
Η ουσία που μετράει, είναι πως έζησες "εκείνη" την εποχή και αναγνωρίζεις την αξία του λύχνου που την φώτισε, της σκιάς σου που συντροφεύει πάντα ζωντανά την παρουσία σου (αυτή που όχι μόνο οπτικά αλλά και αξιολογικά αναγνωρίζουν και οι άλλοι) και πως συνεχίζεις να περπατάς με αξιοπρέπεια στον χρόνο, ενώνοντας το διάστημα από το 2000 πχ μέχρι σήμερα, με μία μοναδική γραμμή πνευματικής υπέρβασης.
Ευ ζειν, Γαβρίλη μου.
Βάνα.

ΜΗΘΥΜΝΑΙΟS είπε...

Παρόμοιες συγκινητικές στιγμές έζησα κι εγώ φίλε Γαβριήλ, κάποτε, όταν πήγα για να επισκευάσω το μικρό πατρικό μου σπιτάκι. Τα έγραφα εδώ: http://www.blogger.com/layout?blogID=255909514212597931 σε τούτο το άρθρο με τίτλο «Με παρούσα την …απουσία τους»

Και τώρα, διαβάζοντάς σε, μ’ έκανες και ξαναγύρισα πίσω σ’ αυτά αλλά και σ’ όλες τις διαδρομές της αναπόφευκτης εξέλιξης της ζωής. Τότε όταν είχαμε ένα κοντύλι και μια πλάκα όπου γράφαμε (το θυμάσαι;) και, για φαντάσου, τούτη τη στιγμή σου γράφω ένα σχόλιο στο πληκτρολόγιο και στην οθόνη ενός Ηλεκτρονικού Υπολογιστή...

pylaros είπε...

Αγαπητή μου, Βάνα, γράφεις:
"και αναγνωρίζεις την αξία του λύχνου..."

Χίλια ευχαριστώ, άγγιξες τη χορδή της καρδιάς μου, πράγματι έτσι είναι.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Φίλε Στράτο αν και δοκίμασα να ανοίξω το site σου δεν τα κατάφερα,
Αλλά ναι, μου το ξαναθύμισες την πλάκα με το κοντύλι, στην αρχή νόμιζα ότι μόνο εγώ την είχα, αλλά θυμήθηκα και το μελάνι από φύλλα παπαρούνας, αξέχαστη αγνή ζωή όπως όταν πρωτοεμφανίστηκε ο άνθρωπος στον πλανήτη μας.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ