Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Το Μονοπάτι,

Η ζωή εν πλω σε φορτηγό βαπόρι είναι μονότονη, νιώθαμε τον γδούπου των κυμάτων, αυτών που έσπαγαν τη μούρη τους στην πλώρη και το έκαναν να τρέμει λες κι είχε πυρετό κι αισθανόμαστε να ξεθωριάζει η ελπίδα ότι κάποτε θα πατούσαμε στεριά. Στο πρόσωπό μας στέγνωνε η άχνη της αρμύρας. Για να περνά η ώρα, μερικοί έπαιζαν χαρτιά, εγώ διάβαζα λογοτεχνία που μου δάνειζε ο ασυρματιστής, όπως την Ανάσταση και την Άννα Καρενίνα του Τολστόι, τους Άθλιους του Βίκτωρ Ουγκώ, το Μάνα του Μάξιμο Γκόργκι, τον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, το Ντεζιρέ της Άννας Μαρίας Σελίνγκο, ο Ξένος του Αλμπέρ Καμύ, τους δέκα μελλοθάνατους της Άγκαθα Κρίστι κι άλλα πολλά.
Ένα μεξικανός είχε φέρει εικονογραφημένες νουβέλες σε βιβλία, (μια εύκολη εκμάθηση των ισπανικών) και το Bohemia της Κούβας. Στο βαπόρι δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο ούτε τηλεόραση. Έτσι όταν φτάναμε σε λιμάνια επηρεασμένος από τους ήρωες των βιβλίων έψαχνα να βρω έναν Γιάννη Αγιάννη, μια Τιτίκα, το μόνο που συναντούσα ήταν γυναίκες ελευθέρου έρωτα.

Ένα βράδυ στο λιμάνι Μπάρριος της κεντρικής Αμερικής, καθώς έσβηνε η μέρα και ο ορίζοντας είχε στολιστεί μ’ ένα πορτοκαλί χρώμα, ακουμπισμένος στη κουπαστή κοίταζα τον ήλιο που σα κόκκινος δίσκος εξαφανιζόταν, είδα τον εαυτόν μου σαν απομεινάρια φλόγας που πάει να γίνει στάχτη, να χαθεί. Τρόμαξα, για πρώτη φορά αισθάνθηκα μόνος, βγήκα στη στεριά να κάνω ένα περίπατο. Είχα βαρεθεί τα τόσα πολλά γυναικεία κορμιά, τα γλέντια, τα πιοτά τις γυναίκες χωρίς καρδιά, είχα βαρεθεί την εκμετάλλευση, τη λάσπη των λιμανιών, τις φωτεινές επιγραφές, την περιπλάνηση σε εξωτικούς ψεύτικους παραδείσους.

Σκεφτόμουν ποιο να είναι το πεπρωμένου μου; Διερωτόμουν αν σε κάτι έφταιξα; Αναλογιζόμουν που πήγαν τα τόσα χρόνια μου στο πέλαγος; Με μιας άνοιξαν οι ουρανοί, άρχισε να βρέχει, αυτές τις στιγμιαίες τροπικές βροχές. Έτρεξα να προφυλαχθώ, βρέθηκα σ’ ένα άγνωστο μονοπάτι γεμάτο λάσπη, τα παράλληλα χαντάκια είχαν γεμίσει νερό, οι βάτραχοι τσαλαβουτούσαν και χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους. Ξάφνου μπροστά μου φάνηκε μια φτωχή καλύβα, δυο κίτρινοι ήλιοι λουλούδια στέκονταν κολόνες στις άκρες μιας ανοιχτής πόρτας και στη μέση το χαμόγελο μιας γυναίκας. Τότε κατάλαβα ήταν η Τιτίκα μου, η ζωή μου, αυτή που μου έστειλαν οι ουρανοί, το απάγκιο από τη βροχή, μα και της περιπλανώμενης ψυχής μου.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

Οι Γλάροι, η Ελπίδα, σε NOIR





Η φωνή του δεσμοφύλακα τρυπούσε τα αυτιά των κρατουμένων, κρατούσε μια μαγκούρα, έτσι για να δίνει έμφαση στο ποιος ήταν το αφεντικό.
Ώρα να κλειστείτε στα κελιά σας ωρυόταν, θα έπρεπε να περάσουν από μια παγωμένη αυλή, όπου από κάθε γωνία της, τους παρατηρούσαν οπλισμένοι φύλακες, ανεβασμένοι στις σκοπιές τους. Από την αυλή αυτή ξεκινούσε μια σιδερένια σκουριασμένη και παγωμένη σκάλα, αυτή που οδηγούσε στο δεύτερο όροφο, εκεί όπου βρισκόταν τα κελιά τους. Ο Μίκης σήκωσε το κεφάλι του ψηλά, ένα κύμα από γλάρους πετούσαν στον ουρανό, έκαναν βουτιές στο λιμάνι, κράζοντας χαρούμενα. Άρχισε να τους μετράει, η ελπίδα ελευθερίας φούντωσε μέσα του σα να ήταν γλάρος. Δεν άντεξε, τους φώναξε!
«Eε! εσείς αδέλφια μου πουλιά, να ξέρατε πόσο σας ζηλεύω που πετάτε ελεύθερα, θαλασσοπούλια μου, καθρέφτες της ψυχής μου, που κυνηγάτε τα βαπόρια στης προπέλας τα αφρώδη απόνερα.»
Θόρυβος ακούστηκε από πίσω του, προχωρείτε φώναζαν… το σπρώξιμο από την ανθρώπινη μάζα ισχυρό, καταπιεστικό. Μάταια κρατιόταν από τις χειρολαβές της σκάλας, δε άντεχε άλλο. Έφτασε ως το κεφαλόσκαλο, κρατήθηκε, οι άλλοι τον έσπρωχναν, προχώρα μην χαζεύεις θα σε τσακίσουν οι από πίσω του φώναξε ο διπλανός του.
«Μα, οι γλάροι μου»…
Μπροστά του έχασκε η πόρτα της φυλακής τα κάγκελά της φάνταζαν σαν δόντια σε στόμα θηρίου, που περίμεναν να καταπιούν έναν καινούριο Ιωνά.
Σπρώχτηκε, καταβροχθίσθηκε στην κοιλιά του σκοτεινού ματωμένου υγρού κελιού, ένα κύμα μίσους ανημποριάς τον κυρίεψε, εναντίων του κατεστημένου, εναντίον των ανθρώπων, δεν είπε τίποτε σε κανένα, ποιος θα τον άκουγε;
Τράβηξε για το στρώμα του, ξάπλωσε και κλείστηκε στον εαυτόν του ακόμα πιο πολύ… με όνειρα την ελπίδα, τη θάλασσα, τους γλάρους, τα βαπόρια.
Οι γλάροι τον συντρόφευαν στην καταχνιά της ζωής του σε αυτό το νησί των κατατρεγμένων τo 'Έλλις,' σφηνωμένο στο στόμιο του λιμανιού της Νέας Υόρκης.
Η λύτρωση ήρθε από τη θάλασσα καβάλα σε δελφίνι σε φόρμα βαποριού με όνομα του μεγάλου βουνού της Κεφαλονιάς «Αίνος», αυτού με τη μαύρη ελάτη όπου ζουν τα άγρια άλογα του.
Το βαπόρι ‘Αίνος’ σημαία Παναμά, κι ο Μάκης για χρόνια αρμένιζαν στους αφρούς των κυμάτων, συνοδευόμενοι από τους γλάρους, μαζί με την ελπίδα. Η θάλασσα τον πήρε στην αγκαλιά της, τον βάφτισε με αρμυρό νερό, του χάρισε τη γυναικεία αγκαλιά, την αγάπη, τον έρωτα, την ανθρώπινη κατανόηση, την ευτυχία.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

Η άμμος και ο λύχνος:



Κόκκινα φορούσε ο παπάς, κόκκινη ήταν και η νεκροφόρα, κόκκινο το φέρετρο,
κόκκινα φορούσαν οι πενθούντες.
Εγώ όταν είδα την κηδεία ν’ άρχετε καταπάνω μου έτρεξα και κρύφτηκα στο σπίτι.
Απ’ τα παντζούρια του παραθύρου, έβλεπα την κηδεία χωρίς αυτοί να με βλέπουν.
Φώναξα και τους άλλους να έρθουν να δουν, κανένας δεν ήρθε.
Περνώντας απ’ έξω οι πενθούντες μου έριχναν χούφτες άμμο.
Ένα τούβλο τόσο δα μικρό, πέρασε τον τοίχο κι έπεσε στα πόδια μου.
το σήκωσα στα χέρια μου, ήταν γεμάτο άμμο.
Αφού πέρασε η κηδεία βγήκα έξω στην αυλή, ο τοίχος του σπιτιού μου γεμάτος άμμο.
Το κορίτσι ανάλαφρα ανέβηκε στο πρεβάζι του παραθύρου κι ακόμα πιο πάνω
κι άρχισε να καθαρίζει την άμμο.
Της φώναξα να προσέχει, δεν με άκουσε, έπεσε όρθια μες την αυλή, απαλά ανάλαφρα σαν πουλί και στάθηκε δίπλα μου.
Άρχισα να μαζεύω την άμμο, απ’ το παράθυρο του υπογείου που είχε καλυφθεί,
την έβανα σε χάρτινα κουτιά από παπούτσια, μα ήταν τόση πολύ!
Η κηδεία είχε προχωρήσει, από πίσω ακολουθούσαν τα αυτοκίνητα, αυτά που μου είχαν φράξει το δρόμο.
Απ’ την αυλή μου κοίταζα το δρόμο, το κορίτσι δίπλα μου ντυμένη στα γαλάζια,
κομψή όμορφη κοίταζε εμένα.
Ένιωθα ευτυχισμένος, δεν ξέρω γιατί;
«Δεν ήξερα ότι στις κηδείες πετούν άμμο;» της είπα.
Αυτή με κοίταξε, μου χαμογέλασε χωρίς ν’ απαντήσει.
Μετά ξύπνησα, είχα αποκοιμηθεί.
Σηκώθηκα, μηχανικά πήγα να βρέξω το πρόσωπό μου λίγο νερό.
Σταμάτησα, φοβήθηκα την κρυάδα του νερού.
Εις μάτην αναζήτησα τη γυναίκα.
Έψαξα στο βάθος της ψυχής μου, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω τ’ όνειρο.
Άρχισα να κλαίω, αισθανόμουν απελπιστικά μόνος.
Κοίταξα τα ερείπια του σπιτιού μου, απ’ έξω στην αυλή κάτω ακριβώς απ το παράθυρο του υπογείου αυτού που είχε καλυφθεί με άμμο, μια μισό-ξηραμένη τριανταφυλλιά άνθιζε λευκά τριαντάφυλλα σε χρώμα αγνότητας περιμένοντας τον γυρισμό μου, έμοιαζαν της κοπέλας, έσκυψα και τα φίλησα. Πιο κει ένα σκουριασμένο τσαλακωμένο λυχνάρι, ‘αυτό που ήταν παρών όταν γεννήθηκα,’ κειτόταν πεταμένο σε μια γωνιά μισό-σκεπασμένο με άμμο, έμοιαζε εμένα.
Γονάτισα, έχωσα τα χέρια μου στην άμμο, πήρα στα χέρια μου το λυχνάρι, το κοίταξα με λαχτάρα, άρχισα να μετρώ τις περιπέτειες της ζωής μου σε κόκκους, μέσα απ’ αυτούς φάνηκε το χρώμα της θάλασσας, έμοιαζε σα το ντυμένο στα γαλάζια κορίτσι, δάκρυσα για τα χαμένα όνειρα, κατάλαβα ότι ο νικητής ήταν η φθορά του χρόνου…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


*

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

ΤΑ ΧΕΡΙΑ: ΣΕ NOIR


(Ξεκινώντας από τη Νέα Ορλεάνη, με ένα παλιό (σαπιοκάραβο) φορτηγό βαπόρι, 5000 τόνων, φορτωμένοι ρύζι με προορισμό -Chalna, Bangladesh- ταξιδεύοντας με 5 ναυτικά μίλια την ώρα, κάνοντας το γύρω του ακρωτηρίου της καλής Ελπίδας, φυσικά ‘πιάσαμε’ για τρόφιμα, επισκευές σε αβαρίες και καύσιμα σε Κούβα, Βραζιλία, Νοτιοαφρικανική ένωση και Colombo Sri Lanka. Μετά από 120 μέρες εν πλω αγκυροβολήσαμε στον προορισμό μας, στον κόλπο της Βενγκάλης στο Δέλτα των ποταμών Γάγγη, Βραχμαπούτρα και Μέγκνα, να ξεφορτώσουμε μερικό φορτίο για να ελαφρύνει το βαπόρι και να μπορέσει να συνεχίσει το ταξίδι του στο ποτάμι μέχρι να φανεί η Chalna, τελικά πήγαμε Chitagong.)

Τα νερά του δέλτα των ποταμών θολά βρώμικα. Μετά από τη μερική ξεφόρτοση στο αγκυροβόλιο του δέλτα το βαπόρι με ελαφρωμένο στομάχι βογκώντας και αναστενάζοντας ανέβαινε ενάντια στο ρεύμα του ποταμού που έμοιαζε σα να ξερνούσε αίμα, ανακατεμένο με τα κόκκινο-καφετιά νερά του. Το δέσανε στο μόλο πάνω σε κάτι παλιές σκουριασμένες δέστρες που φαινόταν σα μανιτάρια μέσα σε ένα μουντό-μουχλιασμένο τοπίο. Αμέσως άρχισαν να τρώνε τα σωθικά του άνθρωποι σαν τα μερμήγκια έκαναν σειρές κουβαλώντας στο κεφάλι τους τα σακιά το ρύζι. Επικρατούσε ζέστη και άπνοια, κολλούσαν τα ρούχα στο δέρμα σου. Περνώντας τόσες πολλές μέρες στο πέλαγος, με την αρμύρα της θάλασσας στα χείλη μου επάνω, κουρασμένος απ’ το νανουριστικό κλυδωνισμό του βαποριού, με την πρώτη ευκαιρία έτρεξα έξω, να δω άλλους ανθρώπους, να πατήσω χώμα στερεό, ευλογημένο. Ανέβηκα σε ένα τρίκυκλο ποδήλατο -το ταξί τους,- του είπα να με αφήσει στο κέντρο της πόλης. Μετά από μια μικρή περιπλάνηση τα βήματά μου μ’ έφεραν σ’ ένα χωματένιο δρόμο όπου οδηγούσε στην αγορά.
Στις άκρες του δρόμου ανθρώπινες ψυχές είχαν φωλιάσει σε σκελετωμένα κορμιά τα περισσότερα σακάτικα που για να κρύψουν τη γύμνια τους σκεπαζόταν με μια καφέ χωματένια αποξηραμένη λάσπη, με τεντωμένα τα χέρια τους εκλιπαρούσαν ελεημοσύνη.
Τα χέρια έμοιαζαν με βλαστάρια, κάτι βλαστάρια καφετιά σαν αποξηραμένα στάχυα, σάρκινα, κοκαλιάρικα, φαινόταν σα να ξεφύτρωναν από ένα βρώμικο σεληνιακό τοπίο, κουνιόταν πότε δεξιά πότε αριστερά σύμφωνα με τα βήματά μου, λες κι εγώ ήμουν ο θεός τους, οι δε φωνές των ψυχών έμοιαζαν σαν κρωγμοί κοράκων.
Κοίταζα σαστισμένος μην πιστεύοντας τα μάτια μου, έως που ένιωσα τα χέρια να με αγγίζουν από πίσω, γύρισα το κεφάλι ένα σωρό παιδιά με τα χέρια απλωμένα φώναζαν όλα μαζί. Μπαξίσι, μπαξίσι, τάχυνα το βήμα μου να βγω από αυτή τη γειτονιά, τα παιδιά με ακολουθούσαν σ’ ένα ασφυκτικό κλοιό. Για να ελευθερωθώ έπιανα τα χέρια και τα τσίμπαγα, τσιμπιές στριφτές, έφευγαν, αμέσως ερχόταν άλλα. Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι και η κόλαση σκέφτηκα, ομολογώ ότι είχα φοβηθεί, επιτέλους κάποτε φάνηκε ένας ασφαλτοστρωμένος δρόμος, στο βάθος διέκρινα ένα σπίτι πράσινου χρώματος με μεγάλη θολωτή πόρτα και παράθυρα, ανοιχτή αυλή χωρίς πόρτα. Μπήκα μέσα, τα παιδιά με ακολουθούσαν, κοίταξα από την πόρτα άνδρες στα άσπρα ντυμένοι προσευχόταν γονατιστοί, από κάπου φάνηκε ένας άνδρας με άσπρη κελεμπία, μου έδειξε την πόρτα προς το δρόμο, κάτι είπε στα παιδιά που εξαφανίσθηκαν, μετά μπήκε κι αυτός μέσα και γονάτισε, διερωτήθηκα, να ήταν άραγε ο παράδεισός τους;
Ο ήλιος κόντευε να κρυφτεί απ’ τον ορίζοντα σαν ένα κατακόκκινος δίσκος σύμβολο της φοβερής ζέστης και της αυριανής ελπίδας. Ευτυχώς περνούσε ένα τρίκυκλο ποδήλατο, το σταμάτησα, στο λιμάνι του είπα. Οι λιμενικοί ντυμένοι με την άσπρη στολή τους με τα χρυσά και μαύρα σιρίτια τους, με τα λευκά πηλίκιά τους και τ' άσπρα γάντια τους ανυπόμονοι πρόσμεναν τη δύση του ηλίου, για να επιδοθούν σε φαγοπότι…

Ήταν Ραμαζάνι…

Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ

Τ’ αστέρια πέφτουνε στη Γη
σαν κέρινες φλογίτσες,
είναι οι ψυχές του ουρανού,
που πλέουνε στον ποταμό το Γάγγη.
*
Χέρια κοκαλιάρικα μ’ αγγίζουν,
λερές παλάμες απλωμένες,
σπαρακτικές φωνές.
«Θεέ μου! Δώσε μας μπαξίσι.»
*
Θεός, ελπίδα των φτωχών,
στα μάτια τους είμαι κι εγώ,
ένας περαστικός Θεός,
αφού είμαι ένας ναυτικός.
.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Απολογία

Κοίτα με καλά κυρ αστυνόμε μου; Μοιάζω εγώ για δολοφόνος και με ρωτάς γιατί έκλεισα το μπακάλικό μου, σαν απόδειξη ενοχής μου; Είμαι ένας απλός φιλήσυχος πολίτης. Έχω περάσει εδώ στη χώρα της αιωνίας Άνοιξης, στη χώρα των Μάγια, ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, τη θεωρώ ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Όταν μπήκε μέσα ο νεαρός, μου έριξε μια ματιά που πάγωσα. Τα φρύδια του πυκνά σκέπαζαν δυο μάτια που γυάλιζαν, μαλλιά μαύρα σγουρά, έμοιαζαν σαν προβιά από την απλυσιά. Τα χείλη του κόκκινο-καφετιά πρησμένα, απ τις άκρες τους κυλούσε ένα ρυάκι αφρού, λες και είχε λύσσα. Φορούσε ένα πουκάμισο πράσινο με ρίγες μαύρες, «Θεέ μου τι άσχημο χρώμα σκέφτηκα» ήταν κουμπωμένο μόνο με το κάτω κουμπί και είχε το χέρι του περασμένο μέσα απ’ το άνοιγμα σα να κρατούσε πιστόλι.
“Τα λεφτά σου, μου σφύριξε.”
Ενστικτωδώς έβαλα το χέρι στην τσέπη μου, να πιάσω το σουγιά μου. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση.
“Τι λεφτά αφού δεν έχω.”
Πριν προλάβω να συνεχίσω άρπαξε απ’ τον πάγκο ένα πανέρι γεμάτο αυγά και το έβαλε στα πόδια.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου, δεν σε ενδιαφέρουν όλα αυτά; Αλλά σου τα λέω διότι θέλω να με καταλάβεις.
Μα όχι κυρ αστυνόμε μου, δεν έχω ανακατευτεί ποτέ στην πολιτική, ούτε έχω φίλους δικαστές.
Το επάγγελμά μου ναυτικός, τώρα το πως βρέθηκα εδώ με μπακάλικο; Ε! αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έχεις ακούσει καμιά φορά για τον Οδυσσέα;
«Μα ναι, το έχω διαβάσει στα κόμικς.»
«Ε! λοιπόν, εγώ εδώ βρήκα την Καλυψώ.»
«Εννοείς τη μάγισσα;»
«Έ, όχι κυρ αστυνόμε μου, εννοώ μια γυναίκα.»
Με κοίταξε παράξενα, ήταν φανερό ότι δεν με πίστευε.

«Κυρ αστυνόμε μου, από μικρός πάντοτε κουβαλούσα μαζί μου ένα σουγιά, είναι μια συνήθεια που φέρνω μαζί μου απ’ το μέρος που γεννήθηκα. Πάντοτε είχα την λάμα του ανοιχτή και κρυμμένη κάτω απ’ το μανίκι του πουκαμίσου στον καρπό του χεριού. Ήταν ένα είδος ασφάλειας του ατόμου μου στις κακόφημες συνοικίες των λιμανιών, στις αρπαχτικές διαθέσεις των σειρήνων, απ’ τους ποδηλάτες του Κίνγκστον, ένα ψυχολογικό αντιστάθμισμα της ύπαρξής μου.
Λοιπόν όπως σου έλεγα κυνήγησα τον κλέφτη, τον πρόφτασα στην στροφή του δρόμου, είχε βάλει το πανέρι με τ’ αβγά στο κεφάλι του και προχωρούσε γρήγορα, δεν έτρεχε για να μη δώσει υποψία.
Χωρίς μιλιά του κατάφερα μια μαχαιριά στον πισινό, σα μια γρατσουνιά, όχι για να τον σκοτώσω αλλά για να μου δώσει το πανέρι. Αυτή την στιγμή είδα τον εαυτόν μου μικρό παιδί να προχωρεί στα λασπωμένα καλντερίμια των λιμανιών, γυναίκες της νύχτας να με φωνάζουν από δεξιά, από αριστερά σαν αρπακτικά όρνεα κι εγώ να προχωρώ με τον σουγιά ανοικτό κρυμμένο στην τσέπη.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου ξέφυγα απ το θέμα;
Μα θέλω να σου δώσω να καταλάβεις ότι ο σουγιάς είναι για μένα ένα φυλακτό, κάτι σαν εικόνισμα, τον κουβαλάω απ’ τη μέρα που γεννήθηκα, είναι το μέρος μου, το χωριό μου, τα Μαρκάτα, η Κεφαλονιά μου, η πίστη μου, κάτι τι δικό μου που με προστατεύει, στη αρχή όταν ήμουν μικρός είχα έναν άγαρμπο σουγιά Κολοκοτρώνη, μετά ένα ποιον λεπτό το λεπενάρι, και τώρα έχω Ελβετικό με πολλές λάμες.
Δεν είμαι εκ προμελέτης φονιάς που θέλετε να με παρουσιάσετε.
«Άντε τελείωνε, μετά τι έγινε;»
Τελειώνω κυρ αστυνόμε μου, τελειώνω.
Ο κλέφτης έβγαλε μια φωνή ωχ! Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε έκπληκτος, είναι δικά μου είπα ξανασήκωσα το σουγιά, άφησε το πανέρι κάτω κι άρχισε να τρέχει, γέμισα τα χέρια μου σπασμένα αυγά, τα πήρα έτρεξα προς το μαγαζί.
«Φτάνει μέχρι εδώ, με ζάλισες, δεν μου λες από ποιο μέρος είσαι;»
Μα από την Πύλαρο, κυρ αστυνόμε μου, από την Πύλαρο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης