Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Ο ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο ΑΡΙΘΜΟΣ

Περπατώντας την ανηφόρα της ζωής μου, κάποια στιγμή σταμάτησα ν’ ανασάνω, ο κόσμος βάδιζε δίπλα μου αδιάφορος, τα λεωφορεία γεμάτα κόσμο έμοιαζαν σαν τεράστιες κινούμενες κιβωτό, περνούσαν πολύ κοντά μου σχεδόν με άγγιζαν, τ’ αυτοκίνητα κορνάριζαν, κι εγώ σα χαζός άνοιγα το στόμα μου να πάρω μια ποιο βαθιά ανάσα, να γεμίσω τα πνευμόνια μου με αέρα από βρώμικες αναπνοές ανακατωμένες με καυσαέριο για να μπορώ να συνεχίσω το περπάτημά μου. Ο εαυτός μου πήγαινε για μπάρκο στα γραφεία της κάτω πόλης της Νέας Υόρκης. Είχε βγει φήμη στην πιάτσα των ξέμπαρκων στους 47 δρόμους ότι ένα βαπόρι έκανε πλήρωμα. Είχα πάρει την διεύθυνση εκεί κάπου στο Broadway.
Ο υπόγειος γεμάτος ανθρώπους, ο κόσμος πολύς με συνεπαίρνουν με σπρώχνουν ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα μέσα. Οι πόρτες κλείνουν, χέρια σηκωμένα κρατώντας τις χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά χοντρά, αδύνατα σαρδελο-ποιημένα. Ανοίγει η πόρτα με σπρώχνουν έξω, αναπνέω την δροσιά του ποταμού, παίρνω θάρρος πατώ το χρυσό κουμπί στον ανελκυστήρα να τα εφοπλιστικά γραφεία. Μπαίνω λαχανιασμένος,, ζητώ δουλειά, άκουσα ότι ζητάτε πλήρωμα θαλαμηπόλο λοιπόν εδώ είμαι είπα.
Ούτε ρώτησα μισθό συνήθως σου έλεγαν συλλογική σύμβαση, ούτε τη σημαία του πλοίου, μου είπαν το όνομα του Βαποριού Εβυσίνθια ούτε αν ήταν στο Ν. Α. Τ. αυτό που ήθελα ήταν δουλειά.
Ναι βεβαίως χρειαζόμαστε πλήρωμα, αλλά με κοίταξε έτσι κάπως παράξενα, θα με είδε μικροκαμωμένο σκέφτηκα, αλλά, αλλά πρέπει να μπαρκάρεις υπό δοκιμή κι αν αρέσεις του καπετάνιου τότε θα σε βάλει Chief Steward, Ε! όχι κι έτσι είπα, δεν γίνεται, έφυγα και γύρισα στο ξενοδοχείο.
Βλέπω στη σημερινή εποχή στις γωνίες των δρόμων της Νέας Υόρκης, και ειδικώς έξω από τις μάντρες οικοδομικών υλικών τους λαθραίους ως επί το πλείστον μεξικάνους, να σε κοιτούν στα μάτια και να σε ρωτούν αν χρειάζεσαι εργάτες. Όχι δεν σου ζητούν ασφάλεια ούτε την ανύπαρκτη ασφάλεια ασθενείας, ή δικαιώματα σωματείου. Απλώς ένα μεροκάματο.
Θυμήθηκα μπουλούκια από εμάς ναυτικούς κατεβαίναμε στα γραφεία της κάτω πόλης του Μανχάταν μπαίναμε και ρωτούσαμε, we are looking for employment! Και όχι μόνο στα ελληνικά εφοπλιστικά αλλά και στα ξένα, συνήθως ολλανδικά ή σκανδιναβικά και πειρατικά, όχι σε αμερικάνικα γιατί αυτά είχαν σωματείο! Η Νέα Υόρκη ήταν πόρτο-μαρίνα δεκαετίες του 50-60+ εμάς σαν ανεπιθύμητους μας κυνηγούσε και η μεταναστευτική υπηρεσία, έτσι έζησα πολλά χρόνια τα οποία έχουν αφήσει ίχνη πεζοδρομίου που δεν μου επιτρέπεται να τα ρίξω στη λήθη του παρελθόντος. Τότε χάνεται ένα κομμάτι του εαυτού μου. Παίρνοντας ως παράδειγμα την τότε ζωή, βλέπω ότι τότε είμαστε εμείς οι λαθραίοι, οι ζητιάνοι, σήμερα είναι οι λατινοαμερικάνοι, αύριο κάποια άλλη φυλή, ο κύκλος της ζωής για να ολοκληρωθεί μια σε φέρνει από κάτω μια από πάνω.
Τα χρόνια πέρασαν διαβήκανε ο κάθε ένας μας κάπου έβαλε ρίζες, άνθισε κλαριά, με κοπιαστική εργασία ήρθε μια αναγνώριση στην θετή πατρίδα. Επιτέλους έγινες ένας νόμιμος αριθμός. Ζούσες σε μια ήσυχη καταπράσινη γειτονιά, αυτή που ξήρανε η απληστία των σπεκουλαδόρων οι οποίοι προσέφεραν πολλαπλά αργύρια στις περιουσίες των γειτόνων που θαμπωμένοι από την αμερικανική φούσκα τα πούλησαν κι έφυγαν. Έτσι χτίστηκαν νεόδμητες οικίες, στις οποίες ήρθαν πολυπληθέστεροι καινούργιοι γείτονες οι οποίοι άλλαξαν τον αριθμό πυκνότητας κατοίκων. Ένα άθροισμα πολύχρωμων αριθμών, λες και είναι ουράνιο τόξο.
Το κατεστημένο σε αναγνωρίζει μόνο με τον αριθμό σου. Εκεί προσθέτεται και ο δικός σου απρόσωπος, κοινός, σ’ ένα καζάνι όπου βράζει η αφομοίωση.
Ότι και να έχεις περάσει στην χώρα που ζεις, ότι και να έχεις προσφέρει, για την κοινωνία, δεν είσαι γι’ αυτούς παρά ένας αριθμός μ’ ελληνική προφορά, τόσο ελληνική που σε ξαναρωτούν για να σιγουρευτούν ότι είσαι ένας νόμιμος αριθμούς, ένας αριθμός χαμένος μέσα σε τόσους άλλους άγνωστους αριθμούς. Κι όταν πεθάνεις, πεθαίνει ένας αριθμός.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Και όμως μείναμε Έλληνες:


Και όμως μείναμε Έλληνες

Πρώτη τάξη δημοτικού, εφόδια για να μάθω γράμματα, μια σάκα μια πλάκα κι ένα κοντύλι, μετά μου πήραν και αναγνωστικό, είχε για εξώφυλλο ένα μικρό παιδάκι και τίτλο το αλφαβητάρι.
Δεύτερη τάξη, μου πήραν ένα μολύβι μια ξύστρα τρία τετράδια, ένα αντιγραφής ορθογραφίας, ένα μαθηματικών κι ένα ιχνογραφίας. Ένα αναγνωστικό με τίτλο κρινολούλουδα.
Τρίτη τάξη, μου πήραν ένα καλαμάρι για να φτιάχνω υγρό μελάνι, πολλές φορές από φύλλα παπαρούνας, μια πένα όπου άλλαζα πενάκι Χ και την υπόσχεση ότι θα με μάθαιναν να γράφω με μελάνι.
Για βιβλία το κράτος δεν είχε εκδώσει καινούργια, ένεκα πολέμου, ή δεν είχαν έρθει, έτσι θα έπρεπε να δανειστούμε από τους παλαιούς συμμαθητές που δεν τα χρειάζονταν πλέον.
Θυμάμαι ένα τέτοιο βιβλίο η άπασα-ύλη ήταν μικρού μεγέθους και χοντρό, φθαρμένο από την πολυκαιρία, αυτό θα μας χρησίμευε για όλες τις τάξεις από τρίτη ως έκτη. . Από έλλειψη χαρτιού επιτρεπτό ήταν μόνο μισή σελίδα τετραδίου να γράφουμε αντιγραφή ορθογραφία. Α! ξέχασα είχαμε και τετράδιο καλλιγραφίας, θα έπρεπε να κάνουμε τα γράμματα αλλού παχιά, αλλού ισχνά αναλόγως πιέζαμε την πένα, τότε το μελάνι περίσσευε και μουτζούρωνε τα πάντα. Για αριθμούς, για πρόσθεση και αφαίρεση, αρχίζαμε με άβακα, (αριθμητήριο) κινώντας τα σφαιρίδια αναλόγως. Κι ένα ακόμη τετράδιο με μικρά τετραγωνάκια για μαθηματικά σε αυτό μαθαίναμε πολλαπλασιασμό, διαίρεση, στο πίσω μέρος είχε την προπαίδεια πολλαπλασιασμού. Εκεί μας μάθαιναν τα κλάσματα μέχρι και συμμιγείς αριθμούς. Όλα τα τετράδια ήταν12φυλλα ή 20φυλλα αυτός που θα είχε 40φυλλο ήταν δακτυλοδεικτούμενος.
Ο δάσκαλος ένας και μοναδικός για όλα τα μαθήματα, πάντα είχε έναν μαύρο χάρακα και τον έπαιζε στα δάχτυλα, η τιμωρία άνοιγες τις παλάμες σου κι εκεί ξεθύμαινε. Η σάκα μου την είχαν κάνει δώρο όταν πρωτοπήγα σχολείο, ήταν δερμάτινη, ήρθε λοιπόν και η σειρά της να θυσιαστή για να μου φτιάξουν παπούτσια, έτσι μου έραψαν μια από πανί από ένα παλιό στρώμα με ρίγες μπλε.
Αυτό ήταν το σχολείο. Όπως ήταν φυσικό δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε μπορούσαμε να το φανταστούμε πως λειτουργεί. Έτσι ο δάσκαλος από ένα κομπολόι έτριψε την χάντρα από κεχριμπάρι αν θυμάμαι καλά σε μάλλινο ύφασμα και προήλθε μια έλξη όπου κόλλησε ένα κομμάτι χαρτί σα μαγνήτης. Από την άπασα-ύλη ως βάση μας μάθαιναν τις ιστορίες και μύθους των αρχαίων ελλήνων εντύπωση μας έκαναν οι άθλοι του Ηρακλή και οι περιπέτειες του Οδυσσέα. Α! Κάθε Κυριακή υποχρεωτικώς στην εκκλησία.
Κρύο το χειμώνα τουρτουρίζαμε στις παγωμένες αίθουσες, η έκτη τάξη ήταν το τέλος του σχολείου. Μετά άρχιζε το χάος, η ανυπαρξία σταθερότητας, ο αγώνας του ατόμου για την επιβίωση. Ήσουν ελεύθερος να διαλέξεις, αλλά τι; Μια εποχή όπου αιφνιδιαστικά γίνεσαι άνδρας χωρίς όμως να είσαι προετοιμασμένος.
Ήταν η Ελλάδα του τότε, μια πατρίδα που αφήσαμε κυνηγώντας σαν άλλος Οδυσσέας όχι να εκδικηθούμε καμιά αρπαγή ωραίας Ελένης, αλλά για να χορτάσουμε ψωμάκι, όχι μόνο εμείς αλλά προπαντός να βοηθήσουμε αυτούς που αφήναμε πίσω μας στην χώρα όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα.
Καμιά σύγκριση με την σημερινή Ελλάδα, όπου φυσικό είναι να έχει αλλάξει η νοοτροπία σκέψεις και το γίγνεσθαι της σημερινής νεολαίας.
Ο γυρισμός μακρύς πολύ μακρύς, η νοσταλγία προσπαθούσε να νικήσει τις Καλυψώς και Κίρκης, τις Σειρήνες και τους κύκλωπες. Άλλοι τα κατάφεραν, άλλοι όχι.
Μπλεγμένος ανάμεσα σε Καλυψώς, σε σκύλες και Χάρυβδη έκανα 22 χρόνια να γυρίσω. Δεν είχα αφήσει Πηνελόπη να με περιμένει ούτε Τηλέμαχο, είχα αφήσει όμως μια παιδική αθωότητα ριζωμένη στα βουνά και στα λαγκάδια, την οποίαν εκμεταλλεύτηκε και στραπατσάρισε η βιοπάλη, μια αθωότητα που προσπάθησε να φονεύσει η μάχη της επιβίωσης, μια αθωότητα που σα φοίνικας ξέρω ότι υπάρχει παρέα με τη νοσταλγία βαθιά κρυμμένες στην καρδιά μου.
Η φθορά του χρόνου έφερε και τη σκέψη, ατενίζοντας τα βουνά της αθωότητας συλλογιέμαι αν είναι η ίδια γη αυτή που τόσο αγάπησε ο Οδυσσέας, αν τα βλέμματά μας βλέπουν τις ίδιες βουνοκορφές, όπως φαίνεται στην παρούσα φωτογραφία, από αριστερά το νησί Ιθάκη από δεξιά η Σάμη Κεφαλληνίας στη μέση η αφεντιά μου σε ένα ύψωμα 502 μέτρων τοποθεσία θέματα, Πυλάρου Κεφαλονιάς, όπου υπάρχει και το μοναστήρι της παναγίας που χτίστηκε 1096. γκρεμίστηκε από τους σεισμούς 1953 και ξαναχτίστηκε, το οποίο δεν φαίνεται στην παρούσα φωτογραφία.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Άδειος Καναπές...




Ανθρώπινες συνήθειες ήθη και έθιμα από άλλους τόπους:


Η ιδέα ήτανε του Νικολά, μετά από το φαγητό στο σπίτι του, είπε:
Πάμε καμιά βόλτα να ξεσκάσουμε εμείς οι άνδρες;
Πήγαν στο Rio Rosa, ένα νυχτερινό κέντρο, η ιδιοκτήτρια γνωστή και φίλη του, μαζί είχαν κλάψει το χαμό του έλληνα φίλου της ναυτικού, ήταν αυτή που πήγε στο βαπόρι και τον τράβηξε στη στεριά, για να πνιγεί κολυμπώντας σε παραλία του Ειρηνικού, ένα κύμα τον κατάπιε. Τους σύστησε τη Ροσάριο, αυτή έφερε δυο φίλες της στο τραπέζι, χόρευαν όλοι μαζί έτσι κολλητά σα να μην υπήρχε αύριο, η ορχήστρα mariachis έπαιζε rancheras, ο Κόκκινος άρχισε να πίνει το ένα ποτό μετά το άλλο, μεθυσμένος πλέον άρχισε να φωνάζει, έπαιρνε τα ποτήρια και τα έσπαγε στην πλάτη της καρέκλας. Ο Σάββας έβγαλε το παπούτσι του και το έβαλε μπροστά στη μύτη του Κόκκινου, ο Νικολάς επενέβη νόμισε ότι θα τον χτυπούσε και του έπιασε το χέρι,
Η φιλενάδα της Ροσάριο σηκώθηκε και του έριξε ένα ποτήρι νερό στα μούτρα. Όχι ρε παιδιά του βάζω το παπούτσι στη μύτη με τη βρώμα να κάνει εμετό να συνέρθει.
Φώναξαν ταξί ο Σάββας τον συνόδεψε σπίτι, η φιλενάδα της Ροσάριο τον βλαστήμαγε που πήγε η νύχτα της χαμένη, ο Νικολάς του φώναξε η φιλία, φιλία αλλά εγώ θέλω την κόκκινη γραβάτα που σου δάνεισα.
Η Ελβίρα το κορίτσι που έμενε μαζί με τον Κόκκινο, παραξενεύτηκε που δεν την πήρε μαζί του στο δείπνο που έδινε ο Νικολάς, τους το είχε δηλώσει φαγητό και γλέντι στο σπίτι μου μόνο για άνδρες, όχι τις γυναίκες σας, ούτε φιλενάδες. Η γυναίκα που έμενε μαζί ο Νικολάς του το είχε απαγορεύσει. Πεισμωμένη η Ελβίρα ντύθηκε και βγήκε έξω, πέρασε από τη μοδίστρα κι έκανε πρόβα ένα κόκκινο φόρεμα με άσπρες πίκες με ένα πολύ μεγάλο ντεκολτέ, ήταν έτοιμο. Μετά πήγε στο σπίτι της μάνας της, εκεί την περίμενε ένας πορτογάλος από τον Σαν Βισέντε Cabo Verde, φίλος της ναυτικός που είχε γνωρίσει όταν έπαιζε μπάσκετ στην πλατεία. Είχε φέρει δώρο για όλη την οικογένεια ένα ολόκληρο ψητό γουρουνόπουλο. Προετοίμαζε γλέντι. Την κοίταξε χαρούμενος, είμαι ευτυχισμένος που ήρθες. Αυτή τον κοίταξε κάπως παράξενα χαρούμενη με τον εαυτό της, είχε τόσους θαυμαστές, αλλά δεν τον άφησε να συνεχίσει.
Πρέπει να πηγαίνω είπε, γεια σου, κατεβαίνοντας το λοφάκι πίσω από έναν κορμό δένδρου την περίμενε ο φαντάρος, είχε γυρίσει από το στρατό.
Την έπιασε από το χέρι, τρόμαξε, έλα πάμε τόσο εύκολα με ξέχασες;
Όχι τώρα, πρέπει να πηγαίνω, μετά πέρασε απ’ το κατάστημα του κινέζου, σκέφτηκε τι να κάνει δώρο στον αγαπημένο της; Μια γραβάτα, μια κόκκινη γραβάτα αυτή του πάει, σκέφθηκε άρα θα το θυμηθεί ότι αύριο είναι η επέτειο που γνωριστήκαμε;
Στο γυρισμό συνάντησε τον μαύρο εκδικητή, της είπε αν μάζεψε τα λεφτά για να εξαφανίσει τον δολοφόνο του αδερφού της.
Τον κοίταξε σαν χαμένη, -όχι ακόμα του είπε.-
Έτρεξε σπίτι, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, ο Κόκκινος δεν είχε γυρίσει ακόμα, κάθισε στον καναπέ, της το είχε υποσχεθεί όταν θα τα κατάφερνε θα της έπαιρνε και κρεβάτι, για την ώρα καλός ήταν και ο καναπές, άνοιγε σαν κρεβάτι, αλλά πώς να το κάνουμε ήταν ένας καναπές, εκεί καθόταν όλοι, επισκέπτες και μη, απόκτημα με δόσεις από κάποιον παλιό γνώριμο. Ανυπόμονη τον περίμενε, άκουσε το κλειδί που προσπαθούσε να το βάλει στην κλειδαρότρυπα, τις φωνές του Σάββα, να μην ξεχάσει τη γραβάτα του Νικολά.
Σκόνταψε και έπεσε, ο Σάββας μαζί με την Ελβίρα τον βοήθησαν να μπει να ξαπλώσει.
Η απογοήτευση γέμισε την καρδιά της, είδε τα όνειρά της να διαλύονται. Πήγε από πάνω του στον καναπέ, του φώναζε για την αγάπη της, για τη ζήλια που είχε μπει στην καρδιά της σαν αγκάθι.
-Ήρθες αγάπη μου, δεν κοιμήθηκα να σε περιμένω, ξημερώνει η επέτειο της γνωριμίας μας, σου πήρα ένα μικρό δωράκι μια κόκκινη γραβάτα. Ο μονόλογος συνάντησε τους τοίχους και η ηχώ γύρισε στα αυτιά της. Ο Κόκκινος μεθυσμένος έβγαζε άναρθρες κραυγές, σκέφτηκε τον εαυτό της με οίκτο αν έκανε καλά που του έμενε πιστή. Σηκώθηκε απότομα, πέταξε την γραβάτα στα σκουπίδια, φόρεσε το κόκκινο φουστάνι με τις άσπρες πίκες, πήγε στο σπίτι της Ίρμας και της είπε να πει στον άνδρα της που δούλευε στο λιμάνι να ειδοποιήσει τον Πορτογάλο να την περιμένει αύριο βράδυ στο σπίτι της μάνας της.
Γύρισε σπίτι, ο Κόκκινος κοιμόταν,
Καλά μου έλεγε η φίλη μου η Ίρμα, η γυναίκα πρέπει πάντοτε να έχει δυο άνδρες αν δεν τα πάει καλά με τον ένα πάντα να υπάρχει ο αντικαταστάτης. Θυμήθηκε τη γυναίκα πλούσιου έλληνα ιδιοκτήτη ξενοδοχείου, είχε φίλο και τον συντηρούσε όταν θα την άφηνε ο άνδρας της θα πήγαινε μαζί του. Ο άνδρας της όταν το έμαθε δεν την χώρισε κι αυτή πήγε τον φίλο της στο δικαστήριο και του ζήταγε ότι του είχε δώσει.


Γαβριήλ

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Αποτοξίνωση...


Στη φωτογραφία τέσσερα εγγόνια μου σε μια μικρή, πολύ μικρή του Θεού, πέτρινη καταγάλανη ακτή της Πυλάρου.
Ελένη, Χαράλαμπος, Γαβριήλ, Λούης-Γαβριήλ

ΑΠΟΤΟΞΙΝΩΣΗ

Υπάρχει ένα βιβλίο μιας ινδής συγγραφέα Arundhati Roy κάτοικου Αγγλίας με τον παράξενο τίτλο The God of small things, «Ο Θεός των μικρών πραγμάτων.»
Ο τίτλος με γοήτευσε τόσο πολύ ώστε στην παραμονή μου στην Ελλάδα, για 52 μέρες δηλαδή εννοώ στην Πύλαρο Κεφαλονιάς να αισθάνομαι ευτυχής με αυτά τα μικρά πράγματα, όποια και να ήταν. Να δηλαδή, ένα τζιτζίκι που τιτιβίζει, το σερνικό κοτσύφι με την κίτρινη μύτη του και το θηλυκό με τη μαύρη, να ψάχνουν για κανένα ώριμο σταφύλι ή σύκο, μετά να μαλώνουν με τις καρακάξες ποιος θα το πρωτο-κατασπαράξει, το κυνήγι μιας μύγας να την βγάλω έξω, μια σφήγκα να με κυνηγά στην παραλία κι εν τέλει να με τσιμπά, μα και αυτά τα μικρά ξανθά μερμήγκια, λιγκόνια τα λέμε εμείς που με κυνηγάνε από πίσω, ακόμα και το καπέλο μου γέμισαν αυτό που πήγαινα για μπάνιο στη θάλασσα, φαίνετε θα τους άρεσε η μυρωδιά μου.
Λοιπόν στο χωριό είχα έναν καναπέ προπολεμικό, ήτανε της θείας μου, η οποία δεν υπάρχει πλέων, κι αυτή τον είχε κληρονομήσει από την μάνα της, με τους σεισμούς είχαν σπάσει τα δυο στρογγυλά άκρα αυτά που ακουμπούν τα χέρια επάνω οι επισκέπτες και η πλάτη, είχαν μείνει ανέπαφα τα 4 πόδια με τον σκελετό. Ένα αρχαιολογικό κειμήλιο είχε κι ένα στρώμα ισχνό μάλλον μπαμπάκι θα είχε μέσα του, ακριβώς στα μέτρα του, εκεί ξάπλωνα για ύπνο, το πρωί που σηκωνόμουν πονούσαν τα κόκαλά μου.
Εκεί την έβγανα, ήταν ίσα, ίσα στο σώμα μου δεν περίσσευε ούτε μια σπιθαμή, έτσι το βιβλίο που διάβαζα πριν με πάρει ο ύπνος δεν είχα χώρο να το βάλω δίπλα μου και το πέταγα στο πάτωμα.
Όχι ότι δεν είχα κρεβάτι αλλά ο καναπές μου άρεσε, «τώρα θυμήθηκα σε ένα βαπόρι δεν κοιμήθηκα ποτέ σε κρεβάτι, πάντοτε μου άρεσε το καναπεδάκι,» ο καναπές συμβολίζει για εμένα την προσωρινότητα, ας πούμε πας επίσκεψη και κάθεσαι στον καναπέ, όλοι περιμένουν πότε να φύγεις, είσαι ο άνθρωπος της στιγμής, κάτι σαν τον στιγμιαίο καφέ που σου σερβίρουν.
Θα ήταν χαράματα περίπου 4 πρωί όταν το σπίτι άρχισε να τρέμει, σεισμός, πετάχτηκα όρθιος, τι να κάνω; Μια λύση ήταν να μπω κάτω απ’ το κρεβάτι, έλα όμως που ο καναπές ήταν χαμηλός, διάβολε τρέχοντας βγήκα έξω. Εν τω μεταξύ είχε σταματήσει, ήταν της δύναμης στη σκάλα ρίχτερ 5.2
Κάθε μέρα περνούσε από μπροστά το λεωφορείο για την παραλία εκεί που είναι και η πρωτεύουσα του δήμου, η Αγία Ευφημία, περίπου 5 χιλιόμετρα κατηφόρα, έμπαινα έτοιμος για κολύμπι στη θάλασσα, μετά από τρεις ώρες ξαναγύριζα σπίτι, έτρωγα μια τομάτα σαλάτα, τυρί ντόπιο και φρέσκο χωριάτικο ψωμί με λάδι, που με έπιανε στο λαιμό από την αγνότητά του, ξάπλωνα κι έκανα τη σιέστα μου στο καναπεδάκι.
Με το που έπεφτε ο ήλιος, άρχιζα μια πεζοπορία δυο χιλιόμετρα, στο γυρισμό πέρναγα από το την πλατεία έπινα μια γκαζόζα συζητούσα με φίλους χωριανούς, αυτούς που δεν είχαν ξενιτευτεί. Αυτούς που ήταν ενημερωμένοι για τα το πώς γυρίζει η γη, ή το τι συμβαίνει στην υφήλιο, όταν τους ρωτούσε που τα έμαθαν τον χειμώνα πάμε στην βιβλιοθήκη μου απάντησαν. Για να πάω στη Ζησιμάτειο Δημοτική βιβλιοθήκη έχανα την πεζοπορία μου, εφόσον έκλεινε στις 9 μ.μ. πήγαινα να απολαύσω λίγη ώρα στο ιντερνετ το οποίο παρέχει δωρεάν, ή να ξεφυλλίσω μερικά βιβλία. Η βιβλιοθήκη χτίστηκε το 1979 από δωρεάν της Κ. Όλγας Ζησιμάτου εις μνήμη του γιου της αριστούχος νομικής που φόνευσαν οι Γερμανοί το 1944, έχει εμπλουτισθεί με 3000 τόμους βιβλία, τα οποία αγοράσθηκαν ή παραχωρήθηκαν δωρεάν. Παρέχει δωρεάν χρήση υπολογιστή ιντερνετ κλπ…
Οι κάτοικοι του Δήμου της Πυλάρου τον Χειμώνα είναι περίπου χίλια άτομα,
Παραθέτω μόνο μερικές γραμμές από μήνυμα του Δημάρχου, k. Μάρκου Κοτσιλίνη για τη βιβλιοθήκη:
Σ’ ένα μικρό τόπο υπάρχει και λειτουργεί ένας φάρος πνευματικός που οδηγεί δύσκολα αλλά σταθερά σε ανώτερα επίπεδα ζωής, οδηγεί στο ΕΥ ΖΕΙΝ
Τα μεσάνυχτα πάλι περπατούσα κάτω από τ’ αστέρια για το σπίτι, σταματούσα και τα μέτραγα περιμένοντας μήπως πέσει κανένα, μάταιος κόπος, ήξερα ότι το καναπεδάκι με περίμενε, ξάπλωνα και τότε είναι που μου έκαναν συντροφιά τα γαυγίσματα των σκύλων, από μακριά ακουγόταν ο ήχος των κουδουνιών από κοπάδια αιγοπρόβατα, τα δε χαράματα λαλούσαν οι πετεινοί, μα και αυτά τα μερμήγκια πολλές φορές ανέβαιναν μέχρι το καναπεδάκι μου και με γαργαλούσαν.

Αυτό το είδος της ζωής το ονομάζω αποτοξίνωση του οργανισμού, του χαρακτήρα μας, από τα υλιστικά περιττά αγαθά, και το τρέχα, τρέχα του πολιτισμού μας,

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Αναμνήσεις από τη Νέα Ορλεάνη επ' ευκαιρία του κυκλώνα Gustavo.


Αναμνήσεις από Νέα Ορλεάνη έπ’ ευκαιρία του κυκλώνα Gustavo.

Ξέμπαρκος γύριζα στους δρόμους της Νέας Ορλεάνης, είχα μείνει έξω λόγο ασθενείας στο Montelepre Hospital, αφού έγινα καλά, πήρα εξιτήριο απ’ το νοσοκομείο θα έπρεπε να περιμένω το βαπόρι να γυρίσει από ένα ταξίδι στη Χιλή.
Πήγα στο Strachan Shipping στην οδό Αγίου Τσάρλη, ήτανε ο πράκτορας του βαποριού, ο οποίος μου σύστησε ένα δωμάτιο στην παλιά γαλλική συνοικία Decatur Street εκεί όπου σύχναζαν ναυτικοί. Ήταν στον δεύτερο όροφο και έβλεπε σε αίθουσα εστιατορίου όπου σερβίριζαν ναυτικούς. Ιδιοκτήτης ένας Χιώτης ο καπετάν Γιάννης Φατσής, ο οποίος έκανε και τον ‘ShipChandler’ (προμηθευτής τροφοδοσίας κλπ.) στα χιώτικα βαπόρια.
Δεν ήμουνα ποτέ συνηθισμένος σε μια τάξη ύπνου και σχεδόν από ντροπή έπρεπε να τρώω εκεί όπου έμενα. Ζητούσα μια πιο ελεύθερη ζωή, έτσι μετά από την πρώτη εβδομάδα έφυγα πήγα πιο έξω και ενοικίασα δωμάτιο σε σπίτι κάτι ηλικιωμένων γυναικών, από εκεί έπαιρνα το τραμ και κατέβαινα στο κέντρο. Στο λιμάνι οργασμός ελληνικών βαποριών, πολλοί οι ναυτικοί κάθε βράδυ γέμιζαν τα μπαρ, στη γαλλική συνοικία Bourbon Street πολλοί οι περαστικοί ναυτικοί ηδονοβλεψίες από τις μισάνοιχτες πόρτες των στριπτιτζίδικων. Αλλά οι περισσότεροι μαζευόταν στο Ίμβρος μπαρ στην οδό Canal ή στο μπαρ του Τζίμη του έλληνα, ή στο Αβάνα ένα κουβανέζικο στο Decatur Street. Εκεί στη Νέα Ορλεάνη υπήρχε και ο Φουντάκιας παρανόμι ενός Κεφαλλονίτη, ήταν ο επίσημος shipchandler, γνωστός μα και διαμεσολαβητής, για οτιδήποτε πληροφορία ήθελαν οι ναυτικοί, αν και τώρα τελευταίος το είχε γυρίσει πολύ στη θρησκεία ένεκα που είχε νυμφευθεί μια φανατική χριστιανή…
Εκεί πιο κάτω στον ίδιο δρόμο άλλος ένας κεφαλλονίτης από την Ιθάκη είχε ανοίξει κατάστημα ρούχων για ναυτικούς, πολλές φορές επισκεπτόταν και τα βαπόρια στον μόλο κουβαλώντας τις βαλίτζες εκθέτοντας τα αγαθά του. Μην έχοντας πως να σκοτώσω την ώρα μου, του έκανα παρέα πηγαίναμε στα βαπόρια προπαντός στα δεξαμενόπλοια αυτά που καθόταν λίγες ώρες στο λιμάνι, ακόμη φτάναμε και μέχρι το Baton Rouge.
Μια μικρή γνωριμία μου, νοσοκόμα, κάναμε παρέα αλλά με κουβαλούσε πάντα στην εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου, στην πλατεία Τζάκσον, γαλλική παλαιά συνοικία, έβρεχα τα δάχτυλά μου με το αγιασμένο νερό, μετά κάναμε τον σταυρό μας μετά γονάτιζε, έβανε ένα κεντητό μαύρο μαντήλι στο κεφάλι ψιθύριζε ένα Άβε Μαρία...
Περπατώντας για την εκκλησία περνάγαμε από το Café du Monde όπου σερβίριζαν καφέ με chikory. Έτσι με έκανε και καλό χριστιανό.
Στην πόλη υπήρχε κι ελληνικό προξενείο, πρόξενος ο κ. Χέλιος, είχα πιάσει φιλίες με τον γραμματέα τον Στηβ έναν φοιτητή πανεπιστημίου από την Χίο, όλη η παρέα πολλές φορές πηγαίναμε για πρωινό στο Meal-a-Minit, ένα είδος καφετέριας. Ή πηγαίναμε στο Felix ένα ιταλικό εστιατόριο στη γαλλική συνοικία για ωμά μύδια, και μπύρα.
Κάποτε ήρθε και το βαπόρι, τέλος στις βόλτες μου, με το που μπαρκάρισα πήρα τα κλειδιά του Chief Steward στα χέρια μου από τον μάγειρα που με περίμενε πως και πως, με παίρνει κατά μέρος ο υποπλοίαρχος ένας Κορίνθιος και μου λέγει. Μην τρομάξεις μέσα στο ψυγείο έχω κρεμασμένο το κεφάλι ενός σκύλου, ξέρεις με δάγκωσε στο πέλαγος και μου είπαν δια μέσω ασυρμάτου να τον σκοτώσω και να τους φυλάξω το κεφάλι να το πάρουν για εξέταση να δουν μήπως είχε λύσσα. Περιμένω το υγειονομείο.
Ο δε καπετάνιος κι αυτός νεαρός Κορίνθιος με φωνάζει στο γραφείο του, ξέρεις έχω δώσει παραγγελία πέντε εκατομμύρια τσιγάρα για το πλήρωμα.
Όταν θα τα φέρουν θα τα παραλάβεις θα έρθει μαζί και το τελωνείο να στα σφραγίσει,
Εάν σου πουν τίποτα για το ποσόν θα πεις μεγάλα ταξίδια, κλπ. Θα τα αναλάβεις όλα υπό ευθύνη σου, εγώ δεν θα φανώ πουθενά και θα σου δωρίσω 3 κιβώτια ή 30.000 τσιγάρα για λογαριασμό σου.
Αλλά αυτή η ιστορία περιπέτεια έχει και συνέχεια η οποία διαδραματίστηκε εν πλω στον νότιο Ειρηνικό Ωκεανό.

Να ξαναγυρίσω όμως στη Νέα Ορλεάνη:


Συνέχισα να ταξιδεύω πάντα με βαπόρια μικρά που αφετηρία είχαν το λιμάνι της Νέας Ορλεάνης. Έτσι γυρίζοντας από ένα κυκλικό ταξίδι σε κεντρική Αμερική σήμα ήρθε στο πέλαγος να βιαστούμε να μπούμε μέσα στο Μισισιπή γιατί περίμεναν κυκλώνα ή δε αλλιώς θα μέναμε στο πέλαγος κι όποιον πάρει ο χάρος. Απ’ το στόμιο του Μισισιπή ποταμού όπου επιβιβαζόταν πλοηγός μέχρι τη Νέα Ορλεάνη είναι μια απόσταση 110 ναυτικών μιλίων. Για καλή μας τύχη προλάβαμε μπήκαμε στο Μισισιπή, κι όχι μόνο αυτό αλλά πέσαμε δίπλα, μας έδεσαν στην αποβάθρα, ήταν η αποβάθρα μετά από την κεντρική οδό την Canal πλέοντες προς τον σιλό.
Το δε αγκυροβόλιο ήταν γεμάτο βαπόρια που περίμεναν τη σειρά τους.
Δέσαμε διπλούς κάβους, μαζί και συρματόσχοινα, κλείσαμε τις πόρτες κατά τα μεσάνυχτα πέρασε το κέντρο του κυκλώνα από πάνω μας, το βαπόρι σκαμπανέβαζε λες και ήταν στο πέλαγος, ο αέρας σφύριζε στα ξάρτια σα να ήταν δαιμονισμένος. Μετά μια απόλυτη σιγή σα να κόπασε ο αέρας, ήταν το μάτι, μετά από λίγο όμως πάλι τα ίδια. Απ’ έξω ακουγόταν αντικείμενα που πετούσαν κι έσκαγαν στο κατάστρωμα. Από δε τη μεριά του ποταμού έπλεαν πολλά βαπόρια που είχαν σπάσει ή συμπαρασύρει τις καδένες της άγκυρας, από εκεί ήταν και ο φόβος μας μήπως πέσει κάποιο επάνω μας, η δε δύναμη του αέρα 110 μίλια την ώρα.
Όλο το κακό κράτησε 4-5 ώρες, Σαν ξημέρωσε ανοίξαμε τις πόρτες βγήκαμε στην κουβέρτα, ήταν γεμάτη λαμαρίνες αυτές που είχε ξηλώσει ο αέρας από τις σκεπές των αποθηκών, περπατήσαμε ως την Canal είχε πέσει ένας τοίχος τούβλινος και είχε καταπλακώσει αυτοκίνητα, η πόλη γεμάτη σκουπίδια, μετά η ζωή ξαναήρθε στους κανονικούς ρυθμούς της.
Ήταν αν θυμάμαι καλά το έτος 1967 ή -68

Γαβριήλ Παναγιωσούλης