Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Τροπικών Στιγμιότυπα, από την Πόλη του Λιμανιού.

Αγαπητοί αναγνώστες, παρακαλώ μην τρομάξετε από το μέγεθος του παρόντος δημοσιεύματος, είναι ένα κομμάτι της καρδιάς μου, είναι αυτό που ξαναφέρνει στην επιφάνεια τον αγώνα επιβίωσης του ατόμου μέσα σε μια διαφορετική κοινωνία. Θα χρειαστείτε μόνο 2-3 λεπτά ανάγνωσης από τα 1440 λεπτά όπου έχει ένα 24ωρο, θα σας περισσέψουν 1437 για εσάς. Σας ευχαριστώ.

Τροπικών στιγμιότυπα, από την πόλη του λιμανιού.

Ο γιατρός εξέτασε το μωρό στο γραφείο του και είπε:
Φαίνεται ότι έχει πιάσει γερό κρύωμα, έγραψε ένα χαρτί να τo πάτε στο παιδικό νοσοκομείο και θα έλθω να τo δω. Ο γιατρός έβαλε μπροστά το αυτοκίνητό του ένα κονβερτίμπλε άσπρο μερσεντές με κόκκινα καθίσματα, το παρκάρισε στην αυλή του ξενοδοχείου Ντελ Νόρτε το οποίο είχε πρόσβαση προς τη θάλασσα, συνάντησε την παρέα του οι οποίοι τον περίμεναν και ξανοίχτηκαν με το κότερό τους στο πέλαγος. Στο σπίτι πάντα έβραζε μια κατσαρόλα με μαύρο καφέ και ζάχαρη, από αυτό γέμιζαν τα μπιμπερό των παιδιών ή με γάλα σκόνη lirio blanco διαλυμένο σε νερό.
Ο πατέρας πήγε μια βόλτα στο νοσοκομείο να ρωτήσει τι γίνεται, μια καλόγρια βγήκε στην πόρτα και είπε, περιμένουμε τον γιατρό του, δεν έχει φανεί πουθενά.
Έτρεξε στο ξενοδοχείο, εκείνη την στιγμή μια παρέα από χορτάτους έβγαιναν από την αίθουσα φαγητού, πήγαιναν για τη ‘σιέστα’ (μεσημεριανός ύπνος) τους, μια ιεροτελεστία των πλουσίων να τρώνε όλοι μαζί σε αίθουσα που την χάιδευε το θαλασσινό αεράκι με τους κρεμαστούς ανεμιστήρες. Σερβίριζαν σε άσπρα πάνινα τραπεζομάντηλα, ήταν μια ξεχωριστή κάστα ανθρώπων, μεγαλοκτηματίες ιδιοκτήτες φυτειών παραγωγής καφέ, ή ζάχαρης, (ερχόταν με ιδιωτικό αεροπλάνο), γιατρών, και δικηγόρων μιας τάξης που δεν είχε τίποτε κοινό με τους απλούς κατοίκους της πόλης του λιμανιού. Τα παιδάκια λούστροι τους περίμεναν στην πόρτα εξόδου, τους ακολουθούσαν προσφέροντας να τους γυαλίσουν τα παπούτσια, ή να πλύνουν τα αυτοκίνητά τους. Αυτοί απαθείς με μια οδοντογλυφίδα να εξέχει από τα δόντια τους, σημείων ότι είχαν φάει τους έδιωχναν σα να ήταν μύγες αυτές που σε ενοχλούν όταν πίνεις το γάλα σου.
Ένα λουστράκι εκμυστηρεύθηκε στους ταξιτζήδες ότι η δεκαπεντάχρονη Μάρθα το είχε σκάσει με τον Σέργιο τους είχε δει στην πανσιόν Τροπικάλ.
Ένας ναυτικός ζητούσε την Βιργινία, μια μικρή τσαχπίνα, του είχε υποσχεθεί να βγουν μαζί έξω αφού του ζήτησε μερικά χρήματα για την μάνα της που ήταν άρρωστη, η οποία μετά έγινε καπνός
.
Ο Αρτούρο Παπαδόπουλο, (με ελληνικές ρίζες, δεν μίλαγε ελληνικά) πράκτορας βαποριών, υποπρόξενος σκανδιναβικών κρατών και Ολλανδίας, φώναξε για ταξί, έδωσε εντολή στον σοφέρ να πάει να πει της κόρης του να έρθει σπίτι η οποία ήταν και φιλιόταν με έναν του λιμενικού στην ακρογιαλιά. Την άλλη μέρα το λιμεναρχείο έκανε συστάσεις στον ταξιτζή, να μην το ξανακάνει, ή δε άλως θα το πλήρωνε ακριβά.
Βάρκα είχε έρθει απ' το Belize και πούλαγε ζωντανά ψάρια και όστρακα. Πήγαινες στο κατάστρωμα κοίταζες στη δεξαμενή, έδειχνες πιο ήθελες το έπιαναν με απόχη το ζύγιζαν με ένα στατήρα μικρό σαν αυτό που είχαμε παλαιά στην Ελλάδα, ή αν δεν ήθελες ψάρι αγόραζες όστρακα.
Μυστικοί αστυνομικοί έκαναν βόλτες στην πιάτσα των ταξί για τίποτα λαθραία. Ήθελαν μερτικό. Όταν τους έβλεπαν οι οδηγοί αμέσως έπεφτε σήμα κινδύνου πιάνοντας το αυτί τους εννοεί ότι υπάρχουν ‘orejas’ ιδιωματισμός του σπιούνου, μυστικοί δίπλα μας και το σύνθημα «Hay moros en la costa.» Το ρητό αυτό προέρχεται από την Ισπανία η οποία ήταν σκλαβωμένη σχεδόν 800 χρόνια από του άραβες Μαροκινούς κι εννοεί υπάρχουν εχθροί στην ακτή-γύρω μας.
Ο Φερνάντο ήταν πάλι μεθυσμένος, είχε ένα κιόσκι και πούλαγε τουριστικά είδη, χρώσταγε πολλά σε τοκογλύφο ο οποίος περνούσε μια φορά την εβδομάδα για εισπράξεις, μέχρι που βρέθηκε πνιγμένος στο ποτάμι.
Κορίτσια με κοντά παντελονάκια έπαιζαν καλαθοσφαίριση στην πλατεία οι ταξιτζήδες θαύμαζαν.
Ο Λεονάρδο ένας μετανάστης Ιταλός πούλαγε στο μπαρ Caribe που ήταν δίπλα από το τουριστικό κιόσκι μπύρα, ρούμι κλπ, εκεί μαζευόταν οι εργάτες του λιμανιού προπαντός την ημέρα της πληρωμής τους, οι οποίοι μεθοκοπούσαν μέχρι να πέσουν κάτω, τότε ο Λεονάρδο τους πέταγε στον διάδρομο, την άλλη μέρα πρωί, πρωί οι γυναίκες τους νοίκιαζαν ταξί για να τους μεταφέρουν σπίτι. Από εκεί περνούσαν και γυναίκες της μιας νύχτας, όπως και η Οδέτη, μια αδύνατη ξερακιανή, που έμοιαζε με στέκα του μπιλιάρδου. Απ’ την πίσω πόρτα που έβλεπε προς τον δρόμο, έβγαινε η γυναίκα του Λεονάρδου με τα δυο μικρά κοριτσάκια τους πήγαιναν στην εκκλησία όπου ο πάτερ Περούτσι τους έδινε την ευλογία του. Ο επιστάτης του λιμανιού κάθε βράδυ που σκόλναγε απ' το λιμάνι ζητούσε ταξί, πήγαινε σε μπακάλικο το φόρτωνε πραμάτειες, πέρναγε από το σπίτι της φιλενάδας του άφηνε τις μισές και τις άλλες μισές στην γυναίκα του.
Ο πατέρας ιδρωμένος, στενοχωρημένος ρωτούσε για τον γιατρό τους φίλους. Ο Μπέτο παλιός γραμματέας την αστυνομίας του είπε:
Μην τον περιμένεις, μην του έχεις εμπιστοσύνη, αυτός είναι γυναικάς, τρέξε βρες άλλον γιατρό πριν νυχτώσει.
Ο πατέρας έτρεξε στον ιατρό Αριάγα, ήταν σπίτι του, τον παρακάλεσε πήγαν μαζί στο νοσοκομείο, είχαν βάλει το μωρό σε μια κούνια μαζί με ένα άλλο, έτσι ώστε έγγιζαν μόνο τα πόδια τους. Είχε ανάγκη οξυγόνου. Το παιδί του έγινε καλά αλλά του έμειναν βρογχικά, έτσι κάθε λίγο και λιγάκι με το που έβρεχε το έπιανε πυρετός
.
Εκεί πιο κάτω ζούσε μια νέα γυναίκα, ήταν από το Belize είχε σπουδάσει μαμή, ήταν αυτή που φώναζαν στα σπίτια τους οι ετοιμόγεννες μητέρες για να ξεγεννήσουν κι αυτή χρέωνε για κάθε γέννα $10.00 αν ήταν κορίτσι, $15.00 αν ήταν αγόρι. Αυτή την γυναίκα φώναζαν στο σπίτι κάθε λίγο και λιγάκι για να κάνει ενέσεις στο μωρό. Για να καταλάβετε την αξία των χρημάτων το μεροκάματο ανειδίκευτου εργάτη $1.00 ημερησίως, εισιτήριο σε λεωφορείο 0.05… Ο πατέρας όταν έβλεπε την μαμή καταλάβαινε ότι πάλι τα ίδια, ενέσεις αντιβίωσης, έκανε βόλτα κι έφευγε, δεν το άντεχε αυτό, σπαραζόταν η καρδιά του.
Δίπλα από το αρχοντικό του Παπαδόπουλου το οποίο ήταν χτισμένο στην ακρογιαλιά, βρισκόταν το μπαρ ‘Γαλάζια θάλασσα’ του κ. Μέμε και της γυναίκας του, η κόρη τους ήταν κράχτης ναυτικών. Είχαν ξαπλώστρες τραπεζάκια και καρέκλες, σε βεράντα φυτεμένη με στύλους μπηχτούς μέσα στην θάλασσα, μουσική δίσκων των 45 στροφών σε ‘βιτρόλα’ και πολλές γυναίκες. Το μέρος γέμιζε με ναυτικούς. Από εκεί έβλεπαν τα βαπόρια δεμένα στο λιμάνι. Οι τσιμινιέρες τους κάπνιζαν λες και ήταν το τσιμπούκι της λησμονιάς αυτήν που έβρισκαν οι ναυτικοί στις γυναικείες αγκαλιές. Ο κινηματογράφος έπαιζε το φιλμ «Μητέρα Ινδία» Madre India, ο πατέρας είχε υποσχεθεί θα πήγαιναν κινηματογράφο. Αλλά με άρρωστο παιδί αναβάλετε. Πήγαν αργότερα να δουν το Ροζ Πάνθηρα, στα μέσα της παράστασης άνοιξαν τα φώτα, μια φωνή απ’ το μεγάφωνο τσίριξε, όλοι στα σπίτια σας, κηρύχτηκε επανάσταση, απαγορεύεται η κυκλοφορία.
Κρίμα χάσαμε τη συνέχεια είπε ο πατέρας…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

14 σχόλια:

Μαριάνθη είπε...

Μια περατζάδα από το Πύλαρος είπα να κάνω και σα να είδα ταινία μικρού μήκους ένιωσα. Ωραία, πολύ ωραία τα στιγμιότυπα τροπικών ως αναγνώσματα καλοκαιρινού μεσημεριού.
Τους χαιρετισμούς μου κ. Γαβριήλ.

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Μαριάνθη,
Είπα κι εγώ, ποιος θα διαβάσει τόσα πολλά, αλλά να που βρεθήκατε εσείς, πρώτη, και σας ευχαριστώ.
Πολλές φορές αυτές (οι ταινίες μικρού μήκους)είναι πολλές ιστορίες οι οποίες αλληλοσυνδέοντε μεταξύ τους, για να παρουσιαστεί ένα γνήσιο κομμάτι της καθημερινής ζωής.
Κάλλιστα θα μπορούσε να γραφτούν πολλές μικρές ιστοριούλες, αλλά τότε χάνετε ο συνδετήρας, αυτός των τροπικών.
Καλοκαιρινό μεσημέρι, σας ζηλεύω εδώ βρέχει με το τσουβάλι, όχι δεν κάνει ζέστη, αλλα έχουμε πια συνηθίσει.
χαιρετισμούς

Γαβριήλ

Eleni Tsamadou είπε...

To διάβασα και εγώ αγαπητέ κ. Παναγιωσούλη, και με άγγιξαν βαθειά αυτά που γράφετε αλλά και για άλλη μια φορά μου έκανε εντύπωση η δύναμη της γραφής σας. Συγχαρητήρια.

Eleni Tsamadou είπε...

To διάβασα και εγώ αγαπητέ κ. Παναγιωσούλη, και με άγγιξαν βαθειά αυτά που γράφετε αλλά και για άλλη μια φορά μου έκανε εντύπωση η δύναμη της γραφής σας. Συγχαρητήρια.

Μηθυμναίος είπε...

«Ταινία μικρού μήκους» πολύ ωραία και εύστοχα το έβαλε η Μαριάνθη, κάπως έτσι το είδα κι εγώ και είπα μέσα μου δεν πήγαν χαμένα τα λίγα δευτερόλεπτα που χρειάστηκα να το διαβάσω. Για μένα ήταν και λίγο ρετρό διότι οι χώρες που ζήσαμε, χρόνια πίσω, είχαν πολλά κοινά… Σκηνές και περιστατικά παρόμοια έχουν δει τα μάτια μου. Ταινία μικρού μήκους ρετρό, λοιπόν για μένα, φίλε μου όλα αυτά που μας έγραψες σήμερα, τότε που η ζωή ήταν απρόβλεπτη… y no solo en la costa habian moros…

Me encantò la forma que nos contastes todo esto y tus recuerdos vivos aun, por esto te felicito!!! Amigo.

pylaros είπε...

Αγαπητή μου κ. Τσαμαδού,
Όταν εσείς που είσαστε συγγραφέας μου λέτε ότι σαν εντυπωσίασε η δύναμη της γραφής μου είναι σα να παίρνω βραβείο!
Χίλια ευχαριστώ
γαβριήλ

pylaros είπε...

Έχεις απόλυτο δίκιο φίλε Στράτο, αλλά όταν βλέπω τη σημερινή κοινωνία, αυτή που με περιτρυγιρίζει, τα παιδιά, η ευκολία του φαγητού, των υλιστικών αγαθών, συλλογίζομαι τις δύσκολες στιγμές της νιότης μου, ή ακόμα και των άλλων ανθρώπων, κλείνωμαι στον εαυτόν μου, θυμούμαι τα παλιά και παίρνω θάρρος, να συνεχίσω τον ρουν της ζωής, ψάχνοντας να βρω αυτό που δεν ήξερα ότι υπήρχε. Την αγαλίαση του ατόμου, την ευτυχία που νιώθεις, όταν κατωρθώνεις και εκφράζεις τον εαυτόν σου μέσα από τα γραπτά σου.
Sí mi amigo, por suerte los recuerdos son vivos todavia, los unicos que me quedan vivos mezclados con mi juventud, gracias por sus felicitaciones...

Saludos,
Gabriel

Dennis Kontarinis είπε...

Γιά μιά ακόμη φορά φίλε Γαβρίλη μας δίνεις ανάγλυφα και παραστατικά τις εικόνες από την καθημερινότητα μιάς πόλης της Λατινικής Αμερικής. Ζωντανές οι εικόνες των ανθρώπων κι΄ακόμη οι στιγμές που ο καθ΄ένας ζει μέσα στη διάρκεια της μέρας. Συμφωνώ ότι η παρουσίαση έχει έναν χαρακτηριστικό κινηματογραφικό ύφος δίνοντας μιά ακόμη ζωντάνια στις λέξεις σου.
Νάσαι καλά φίλε.
ντένης

pylaros είπε...

Ντένη, είναι κι αυτό από τα μέρη του λόγου από όπου έχω διαβεί το οποίο άφησε ανεξιτηλες εντυπώσεις στο νου μου και όχι μόνο αλλά με προσωπικές εμπειρίες φυτεμένες στον χαρακτήρα μου.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Βάνα Κ είπε...

Γαβρίλη μου μετά από αυτό που διάβασα, αναρρωτιέμαι,τι θα κάνω τα υπόλοιπα 1437 λεπτά της ημέρας. Μπροστά στο ποικιλοκεντημένο από εικόνες, χρώματα, μυρουδιές και συναισθήματα κείμενο σου, η καθημερινή ζωή στο μικρό μέρος που μένω, φαντάζει τόσο μονότονη και άχαρη.
Σε τι μπελάδες με βάζεις καλέ μου φίλε..
Όμορφο, πολύ ομορφο Γαβρίλη μου.
Οι προεκτάσεις των γεγονότων μιας μέρας κλεισμένες κινηματογραφικά στο διάβασμα μιας στιγμής.
Βάνα.

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Βάνα, μα αυτό ήταν το μυστικό, να κεντρίσω το ενδιαφέρον του αναγνώστη να διαθεέι έστω και τρία λεπτά να το διαβάσει αφού θα έχει στην διάθεσή του τα εναπομείναντα 1437 λεπτά της ημέρας.

Ευχαριστώ για τα εμπνευσμένα λόγια σου γαι τις ποκιλοκεντημένες εικόνες του κειμένου.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Αστοριανή είπε...

΄Ελα, πάλι!
Τα είπαμε στο τηλέφωνο...
μα να μη νομιστεί ότι ΔΕΝ... σούγραψα (!)
αφήνω δυο λέξεις...
Είναι όμορφο να γράφεις και να σου γράφουν...
Αρκεί που ξέρεις να γράφεις...
Υγ. Δεν σε είδα στου Σεραφείμ, ολα καλά?
Υιώτα,
αστοριανή, ελλαδο-κουρασμένη...

pylaros είπε...

Welcome back,dear Yiota!
όλα θα πάρουν την σειρά τους και θα μπουν στην προηγούμενη ρουτίνα με την πάροδο του χρόνου και η ζωή θα ξαναρχίσει όπως πριν.
Relax!
Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Θαλασσινά Πεζοδρόμια
Γαβριήλ Παναγιωσούλης, ΗΠΑ

Γράφει ο Βάιος Φασούλας

Στο κομπόδεμα του ξένου η ελπίδα, η προσδοκία και το μεγάλο «όνειρο» δεμένο σφιχτά με το σχοινί της ματαιοδοξίας περιμένει την πραγματοποίησή του!!

«Αχ! Νάξερα!» είναι ο τίτλος ενός αξιόλογου βραβευμένου μυθιστορήματος του Κεφαλλονίτη, Γαβριήλ Παναγιωσούλη, του οποίου στις 06 Νοεμβρίου του 2002 μεταξύ άλλων σημείωνα: «Το βιβλίο του Γαβριήλ Παναγιωσούλη αναμφιβόλως είναι φορτωμένο από μια ποικιλόμορφη περιπέτεια, βουτηγμένη στην εφήμερη αγωνία και στην αβεβαιότητα για το άγνωστο, μια περιπέτεια χωρίς αρχή και τέλος με μοναδικό στόχο και σκοπό το κυνήγι ενός «ονείρου…». Για ένα κυνήγι ενός «ονείρου» τράβηξε πολλές φορές το «σπάγκο» να το φέρει κοντά του, μα εκείνο …σαν «όνειρο» πάντα ξέφευγε ή διαλύονταν έτσι που πέθαινε η ελπίδα μιας ημέρας για να φέρει η επομένη μια άλλη, κι εκείνη, στη συνέχεια, να χάνεται και να σβήνει».
Αχ! Να ξέρατε τη δική μου χαρά όταν, πέρα από την άλλη άκρα του Πλανήτη, έφτασε στο σπίτι μου ένα νέο έργο του Γαβριήλ Παναγιωσούλη, υπό τον τίτλο «Θαλασσινά Πεζοδρόμια» το οποίο είναι χωρισμένο σε δυο ενότητες(Α και Β Μέρος) ενώ τα ποικίλα και πολύμορφα διηγήματά του τοποθετημένα σε άριστη διάταξη, δίνουν ένα ολοκληρωμένο έργο ξεκούραστο και ευχάριστο, χωρίς «κενά», με πολλά κοινά, προβληματισμούς και προπάντων εμπειρίες που ξεκινούν από τα μικρά του χρόνια μέχρι σήμερα.
Ήρωες, λαοί και Χώρες, ταξίδια και τροπικά λιμάνια, εξωτικές διηγήσεις, περιπέτειες και περιηγήσεις, αντάμωμα ανθρώπων και πολιτισμών, φυσικές συνθέσεις και πολύμορφες αντιπαραθέσεις μέσα από αγνές και αμαρτωλές ερωτικές απολαύσεις, εκεί που το γυναικείο κορμί προσκυνά το «χρυσό» θεό, που επικρατεί και παρανομεί.
«Τι ζητούσα;» Διερωτάται ο συγγραφέας στη σελίδα 53. «Μια τρυφερή ψυχή, ένα άνοιγμα καρδιάς, μια κουβέντα αγάπης, μια ρομαντική ύπαρξη, ένα λουλούδι, ένα γιασεμί, μια ντροπαλή ματιά, αντί αυτών συναντούσα γυναίκες, γυναίκες, γυναίκες. Πλάσματα άγνωστα, σώματα προσφερόμενα, υστερόβουλα, τα έκανα πέρα, βαρεμένος περπατούσα, περπατούσα, περπατούσα…»
Και αλλού ο Κεφαλλονίτης συγγραφέας δίνει στον αναγνώστη μια ξέχωρη γεύση του αγοραίου έρωτα: «Ξέρεις…,» μου λέει…, «έχουμε συνεννοηθεί ο άνδρας μου κι εγώ, αυτός στα βαπόρια κι εγώ εδώ να δουλέψουμε για λίγο ακόμα και μετά να πάμε στην Αμερική. Τι λες, έρχεσαι να κοιμηθούμε μαζί απόψε;» Και ο δημιουργός του έργου της απαντά: «Δεν παίρνεις καλύτερα τον καπετάνιο, αυτός έχει πιο πολλά λεφτά». (Από τη σελίδα109).

ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΧΩΡΟΥ ΓΙΑ ΤΗ
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΖΗΤΗΣΤΕ ΤΗ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΟΝΤΑ