Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Η Σταλαγματιά:

Ένα αιώνιο γιατί;
Μια σταλαγματιά θύμησης κύλησε σα δάκρυ, έπεσε χάμω, ανοίχτηκε σα σε στυπόχαρτο, λέρωσε τη μνήμη, τότε αυτή ξαναζωντάνεψε.

Αν προλάβαινε η μάνα της Αγγελικής να πήγαινε στο Αργοστόλι με τα πόδια μια απόσταση 35 χιλιομέτρων να φέρει το φάρμακο ίσως να γλύτωνε, ήταν μόλις 7 χρονών κοριτσάκι, δεν πρόλαβε όμως. Στο χωριό είχε πέσει μια επιδημία δυσεντερίας, μετά έφυγε ο συμμαθητής μου ο Νίκος, μετά μας ήρθε ο άνθρακας, μετά η ευλογιά, η Ιλαρά, ο κοκίτης, ο τύφος, ο τριχοφάγος, η ραχίτιδα όλα αυτά στα μικρά παιδιά. Στους μεγάλους βασίλευε το χτικιό και ο φόβος να μην αγγίξουμε τίποτα, να μην κολλήσουμε.
Σαν ξημέρωσε ο θεός την ημέρα από στόμα σε στόμα έφτασε η είδηση και στ’ αυτιά μας. Δυο φορτηγά αυτοκίνητα γεμάτα κατακτητές γερμανούς στρατιώτες πήγαιναν προς το λιμάνι της Σάμης. Είπαν ότι οι αντάρτες του ΕΑΜ τους κάνανε καρτέρι, ξάπλωσε ένας στη μέση του δρόμου και με το αυτόματο γάζωσε τον οδηγό κλπ…

Οι Γερμανοί οπισθοχώρησαν προς το Φισκάρδο, όλοι περίμεναν αντίποινα.

Από το σπίτι μου χτισμένο στα Μαρκάτα Πυλάρου σε ύψωμα έβλεπα απέναντι προς τ’ ανατολικά τη θάλασσα, το στενό της Ιθάκης και το νότιο ακρωτήρι του αϊ Γιάννη. Την επόμενη μέρα φάνηκαν δυο καραβάκια να πλέουν παράλληλα με την ακτή, λέγανε πως πήγαινα στην Σάμη για αντίποινα. Οι αντάρτες τους έβαλαν με τα κανόνια αυτά που είχαν κυριεύσει από τους Ιταλούς με την παράδοσή τους. Οι κανονιές έπεφταν δίπλα τους, μπορούσα να διακρίνω τον αφρό της θάλασσας.

Σε μια στιγμή ένας καπνός άσπρος φάνηκε να γεμίζει τον ορίζοντα στο μέρος που ήταν τα βαποράκια. Νομίζαμε ότι άρπαξαν φωτιά, όχι, είχαν αμολήσει παραπέτασμα καπνού, έτσι χάθηκαν από τα μάτια μας. Σε λίγο φάνηκε αεροπλάνο αγγλικό και τα βομβάρδισε.
Ακολούθησε η νύχτα σκοτάδι πυκνό, θα ήταν περίπου μετά τα μεσάνυχτα ακούσαμε στο σπίτι κάτι σαν σφυρίγματα και μετά έναν κρότο δυνατό που επαναλαμβάνονταν σε τακτικά διαστήματα, σφύριζαν σα να ήταν ο δαίμονας που ερχόταν να πάρει ψυχές. Ο πατέρας, η μάνα μου μας ξύπνησε όλους, απαγορευόταν να ανάψεις τον λύχνο, αν έβλεπαν φως έδινες στόχο, καταλάβαμε ότι ήταν οβίδες κανονιών που οι γερμανοί μας έστελναν από κάπου κοντά στο Φισκάρδο.
Στην αρχή είπαμε να φύγουμε να πάμε να βρούμε κανένα απάγκιο, απέναντί μας ήταν ένα διώροφο σπίτι, λέγαμε να πάμε να απαγκιάσουμε πίσω από τον μεγάλο του τοίχο. Εν τέλει δεν το κουνήσαμε κάτσαμε στο σπίτι, μια οβίδα έπεσαι σε ένα μας χωράφι στην τοποθεσία ξηρά, έκανε έναν μεγάλο λάκκο.
Ξημέρωσε πάλι ο θεός την ημέρα, ήμασταν όλοι καλά, ήταν Σεπτέμβρης του 1944, περιμέναμε με ελπίδα τους κατακτητές να φύγουν. Όταν κάποτε έφυγαν τότε στο σχολείο μας ήρθε κάποια μικρή βοήθεια από την UNRA, μας μοίρασαν κι από μια οδοντόβουρτσα και μας δίδαξαν να πλένουμε τα δόντια μας, μέχρι τότε βάζαμε αλάτι στο δάκτυλο και τα τρίβαμε. Περιμέναμε την λευτεριά, χωρίς να μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα άρχιζε ένας καινούργιος αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος, πολύ χειρότερος από αυτό των κατακτητών όπου κράτησε μέχρι το 1949, σημαδιακός χρόνος για εμένα, τότε ήταν που έριξα μια πέτρα πίσω μου, που από την πολυκαιρία έγινε μαύρη, πολλά χρόνια πείνας στέρησης, πολλά χρόνια αμάθειας, αγραμματοσύνης, πολλά χρόνια ανελεύθερης ύπαρξης, πολλά χρόνια λογοκρισίας, θυμάμαι τις επιστολές που λαβαίναμε ήταν όλες ανοικτές λογοκριμένες, από τα διάφορα κυβερνητικά όργανα.
Κανονικά θα πρέπει να είχα ξεχάσει αυτά τα συμβάντα, αλλά δεν γίνεται, είναι η ιστορία του τόπου μου, είναι η λαχτάρα μου, είναι ο εαυτός μου τυλιγμένος σε κουρέλια, είναι για να θυμόμαστε την Ελλάδα μας, την του τότε, αυτή που ακόμα είναι στις καρδιές μας, έστω κι αν έχει αλλάξει… και στο γυρισμό μετά από τόσα χρόνια βρήκα τα ερείπια, την ερημιά, την απελπισία.
Θεέ μου, γιατί; Τι φταίνε τα μικρά παιδιά, αυτά που τους σκότωσαν την αθωότητά τους, αυτά που μεγάλωσαν σαν γέροι τυλιγμένοι σε παιδικό νεανικό κορμί;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


10 σχόλια:

Μαριάνθη είπε...

Πόσο συναίσθημα, πόση ανθρωπιά αποπνέει αυτή σου η εξομολόγηση κ. Γαβριήλ!Όχι δεν πρέπει να τα ξεχάσεις, καλά κάνεις και τα θυμάσαι, γιατί είναι πολύτιμο κεφάλαιο. Σίγουρα πονάει αλλά έχει αξία. Σε κάνει να βλέπεις και να αξιολογείς τη ζωή με άλλο μάτι. Ατυχία βέβαια για όλα τα παιδιά αυτής της γενιάς να στερηθούν το κανάκεμα των παιδικών χρόνων και την τρυφεράδα της ζωής. Ατυχία που στα τρυφερά τους χρόνια βρέθηκαν να ορίζουν την τύχη τους παρανοϊκοί ηγέτες με τα γνωστά αποτελέσματα.
Τώρα κάτι άλλο...Αυτή η γλυκύτατη ηλικιωμένη γυναίκα μήπως είναι η μητέρα σας;Η γαλήνια μορφή της ομορφαίνει όλη την ανάρτηση.Όποια κι αν είναι.Βγάζει ζέστη, βγάζει αγάπη και καλοσύνη.Πολύ μου αρέσει αυτή η φωτογραφία.

Αστοριανή είπε...

...πικρή διαδρομή!!!

Έστω και σε "τηλεγραφική γραφή..."

Κρυμμένη στο σεντούκι της καρδιάς, μ' όλα τα πολύτιμα, τ' ακριβοθώρητα για όλους εκείνους που τα έζησαν... σε διαφορετικούς δικούς τόπους, σε διαφορετικές οπτικές γωνίες... λίγο διαφορετικές ημερομηνίες...
Οι πικρές μέρες που έχουν γίνει μέρος από το ίδιο το δέρμα εκάστου...
Ένα δάκρυ ίδιο με την θάλασσα, που στρογγύλεψε κι έγινε μαργαριτάρι σ' ευαίσθητη αχιβάδα...
η ζωή, η εμπειρία του καθενός, οι μνήμες...
η μάννα μου έλεγε δεν υπήρχαν ούτε αγριόχορτα στα λιβάδια...
ο πατέρας μου, με διπλή περιπνευμονία (!!!) ζήταγε τραχανά, τριφτάδια και γάλα από την κουμπάρα μας, χρέος για όλη την υπόλοιπη ζωή-εκτός από το κοντινό χτήμα...
Πίσω στα μάτια χαρακωμένες εικόνες,
μέσα στην καρδιά καρφιά κι αγκάθια...
Μνήμες μιας ιστορίας που την έχει "αμβλύνει" η αδυναμία μας για να επιβιώσουμε, γερασμένα παιδιά που μεγαλούργησαν μακριά από την γη που τους πρωτάγγιξε...

Άσε, βρε Γαβρίλη μου, η μουσική που έβαλες γλυκαίνει την νύχτα...
Ο Δημήτρης, εδώ πλάι μου, σχίζει χαρτιά και έχει τρελαθεί με τα τραγούδια...
" σι με και ρια ταντο-τάντο- τάντο..." αν τα έγραψα σωστά...

1.32 μετά τα μεσάνυχτα!!!!!!!!!!!!
αντε και πάλι... τί είναι αυτό που το λένε αγάπη....
Σε λίγο θα ξημερώσει,
Να είσαι καλά
Υιώτα-Δημήτρης

Dennis Kontarinis είπε...

Λίγο πιό πάνω από σένα Γαβρίλη, στην Κέρκυρα. Την ίδια εποχή με τους ίδιους καταχτητές. με την ίγια πείνα και το θάνατο νμα πλανιέται πάνω από τα κεφάλια μας.
Είναι η ζωή μας ΄φίλε αυτές οι αναμνήσεις, Είναι η κλωστή [που μας κρατάει στη ζωή.
νάσαι καλά
Ντένης

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Μαριάνθη,

Γράφω: (Μια σταλαγματιά θύμησης κύλησε σα δάκρυ, έπεσε χάμω, ανοίχτηκε σα σε στυπόχαρτο, λέρωσε τη μνήμη, τότε αυτή ξαναζωντάνεψε.)
Ναι η μνήμη μας ξαναζωντανεύει και καμιά φορά σκέφτομαι, μα γιατί η ζωή να είναι, μάλλον να ήταν έτσι;

Αυτό που ακόμα δεν μπορώ να το χωνέψω είναι η έλλειψη μιας νεανικής παιδικής ζωής, με τα χτυποκάρδια με τα όνειρα της νεολαίας.
Αλλά πρέπει να είμαι ικανοποιημένος, όταν λοιπόν βλέπω το σήμερα το παρόν και δεν σκέπτωμαι όλα είναι μια χαρά, όταν όμως ψάχνω να βρω κι εγώ τις ρίζες μου το γιατί, από που προέρχομαι ποιοι με έφεραν στον κόσμο, γιατί μεγάλωσα μακριά τους;

Ναι αγαπητή μου Μαριάνθη καθισμένη στην καρέκλα είναι η μητέρα μου, πίσω το πατρικό σπίτι όπου γεννήθηκα παρατημένο ερειπωμένο από τους σεισμούς...

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα, άστα να μην τα θυμώμαστε, ευτυχώς που η μουσική γλυκαίνει τη νύχτα,
Αλλά καμιά φορά το υποσυνήδειτο εξανίστατε, διαμαρτύρεται, τότε είναι που αρχίζει κάποιος να γράφει...

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητέ μου Ντένη,
Κανονικά θα έπρεπε να μην θυμάται κανείς τίποτε αλλά να ζει με το σήμερα, έλα όμως που η ζωή δεν είναι έτσι...

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Μηθυμναίος είπε...

Κανονικά θα πρέπει να είχα ξεχάσει αυτά τα συμβάντα, αλλά δεν γίνεται, είναι η ιστορία του τόπου μου, είναι η λαχτάρα μου, είναι ο εαυτός μου τυλιγμένος σε κουρέλια, είναι για να θυμόμαστε την Ελλάδα μας,… και στο γυρισμό μετά από τόσα χρόνια βρήκα τα ερείπια, την ερημιά, την απελπισία.

Υπάρχει κάτι μέσα μας, κάτι που από καιρό θα θέλαμε να είχαμε ξεχάσει, αλλά νιώθουμε πάντα την ανάγκη να συνδεθούμε μαζί του.

Του μυαλού μου οι εικόνες / να 'σβηναν σαν να 'ταν πόρνες της στιγμής / να μην έχω να θυμάμαι / όλα αυτά που με πονάνε, ας χαθείς.

Μας έδωσες συγκλονιστικές εικόνες που έζησες… και να φανταστείς πως εγώ δεν είχα γεννηθεί ακόμη… Πόσα έχεις ζήσει εσύ φίλε…

pylaros είπε...

Γεια σου φίλε μου, είναι και αυτές οι αναμνήσεις ένα μέρος της ζωής μας, που πολλές φορές αρνούμαι να το πιστέψω ότι κάποτε ήμαουνα εγώ σε μια τέτοια κατάσταση, έτσι όταν το κρύο, το χιόνι και γιατί όχι και η μοναξιά μου με μαζέυουν στο σπίτι ξεδίνω με αυτά που κάποτε υπήρχαν, με αυτά που με έντυσαν για να παρουσιαστώ στον κοσμο. Μου φαίνεται ότι τα γράφω για κάποιον άλλο ή ότι ποτέ δεν υπήρχαν

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

stavros είπε...

Κάποιοι λένε ότι τα βάσανα είναι το καύσιμο της ζωής!
Άλλοι πάλι πως ο θεός όποιον αγαπά τον παιδεύει!!

Διάβασα στην 6χρονη κορη μου απο τα "θαλασσινά Πεζοδρόμια" το "μπλέ τριαντάφυλλο" μια βραδιά πριν κοιμηθεί!
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι γίνόταν με το μουχλιασμένο ψωμί.
Πότε είδαν??Μακάρι και να μήν δούνε ποτέ!!
Την άλλη μέρα άφησα ένα ξεροκόματο στήν άκρη να μουχλιάση και μετα απο λίγες μέρες της το έδωσα τάχα να το φάει.
αντέδρασε αλλά κατάλαβε το τι τρώγατε και πόσο νόστιμο ήταν!!

Απο εδώ και πέρα σου εύχομαι καλύτερης ποιοτητας καύσιμα.
Και οσο αφορα την αγάπη του Θεού,
ειμαι πολυ λίγος και μίκρος να σου απαντήσω.
Σταύρος Θεσσαλονίκη.

pylaros είπε...

Αγαπητέ μου Στάυρο,
Πολλές φορές αυτά που γράφω, ξέρω ότι είναι δύσκολο να τα καταλάβει μια καινούργια γενιά, αλλά εφόσον συμβήκαν είναι ένα μέρος της εξακολούθησης της ύπαρξής μας ως Έλληνες.
Μακάρι να έγραφε και ο παππούς μου να ήξερα το πως ήταν τότε η ζωή, κλπ...
ΑΧ! με έκανες και γέλασα, ναι τώρα υπάρχουν καλής ποιότητας καύσιμα, αλλά απλούστατα ο λέβητας "σκούριασε"
Όσο για τα παιδάκια αυτά τα αθώα είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουν, το τι εννοούσε ένα κομμάτι ψωμί για εμάς τον καιρό του πολέμου.
Ακούγεται σαν παραμύθι, (Το μπλε Τριαντάφυλλο)
Ευχαριστώ που διαβάζεις στην κορούλα σου τις ιστοριούλες μου...

Χαιρετισμούς
Γαβριήλ