Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Όταν ήμουν Πρωταγωνιστής,


Η κοπέλα επέμενε να πάρουμε φαγητό κινέζικο και να πάμε να το φάμε σε ένα μπαράκι απόμερο για να μην μας βλέπει κανένα μάτι. Παραγγέλναμε μπύρες και πίναμε, σε αυτό το μισοσκότεινο φτωχικό κουτούκι, μετά περπατάγαμε πιασμένοι από το χέρι. Απ’ έξω περνούσαν τα βαγόνια τραίνου που έτριζαν πάνω στις σιδηροδρομικές ράγες φορτωμένα μπανάνες. Την συνόδευα μέχρι το σπίτι, μια ανηφόρα που επάνω της υπήρχε ένα φτωχόσπιτο. Μετά έφευγε και χανόταν μέσα, δεν μου έλεγε τίποτα. Την άλλη μέρα όπως και κάθε μέρα θα μ’ εύρισκε στο δρόμο ένα μικρό κοριτσάκι, με αυτό μου έστελνε μήνυμα, σε περιμένει εκεί, συνήθως στο σπίτι μιας φίλης της παντρεμένης. Μετά πηγαίναμε και παίζαμε λοταρία, ή σε λαϊκό χορό όπου είχαν την συνήθεια δυο άτομα με ένα τεντωμένο σχοινί χώριζαν τα ζευγάρια για να πληρώσουν εφόσον χόρευαν, η ορχήστρα ήταν τυπική ξυλόφωνο.


Κάθε Παρασκευή ο κινηματογράφος έπαιζε δυο συνεχόμενα έργα, εκεί την βγάναμε. Στην πλατεία αυτήν που ήταν μπροστά από τη νομαρχία έπαιζε η ορχήστρα του δήμου κάθε Κυριακή ισπανική μουσική. Μια μέρα έτσι απότομα πήγαμε στην παραλία, απέναντί μας το βαπόρι, το κοίταζε με επιμονή, θέλω να με πάρεις στο καράβι σου, αν σε βοηθά μπορώ να ντυθώ άνδρας. Όχι δεν γίνεται. Μετά χάθηκε, χάθηκαν τα ίχνη της. Έ αυτό μου στοίχησε, προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί;

Καθόμουν στο πάρκο ακούγοντας την ορχήστρα όταν με βρήκε η Οδέτη, μια παλιά γνωστή, μου είπε να κάνουμε παρέα, στην αρχή είπα ναι, μετά λέω όχι, θέλω το κεφάλι μου ήσυχο, φεύγω, πάω στο βαπόρι. Τα βράδια περνούσα τον καιρό μου παρακολουθώντας παιχνίδι καλαθοσφαίρισης από πιτσιρίκες εκεί πιο πέρα στην πλατειούλα, ανεβασμένος στην ξύλινη βεράντα που χρησίμευε και σαν διάδρομος όπου ήταν το κατάστημα τουριστικών ειδών για ναυτικούς. Ο περιπτερούχος πουλούσε σουβενίρ σε τουρίστες και ναυτικούς, ο ίδιος είχε πάθει μόλυνση στο κάτω χείλος και είχε πρηστεί, ήταν πάντα μεθυσμένος.

Ο άνθρωπος με το μπλε σακάκι ξεχώριζε από τους άλλους, ήταν παρφουμαρισμένος, οδηγούσε ένα όπελ Καπιτάν, είχε ένα πρόσωπο κιτρινωπό σαν αυτό που δεν βγάζει ποτέ του γένια. Ερχόταν κάθε εβδομάδα στο περίπτερο να εισπράξει τη δόση του, ήταν τοκογλύφος, δάνειζε χρήματα.
Ένα βραδάκι φάνηκε ο περιπτερούχος χαρούμενος, είχε μια μπουκάλα ρούμι και κέρναγε τους γνωστούς περαστικούς. Με φώναξε κι εμένα, χωρίς να ρωτήσει μου έδωσε ένα πιοτό αγουαρδιέντε σκέτο, μια πρέζα αλάτι και μια φέτα λεμόνι πράσινο.
Γιατί να ήταν τόσο χαρούμενος τι είχε συμβεί; Ο Μπέτο που ήταν βετεράνος πρώην γραμματέας της αστυνομίας και τώρα ταξιτζής μου το είπε σαν μυστικό.
Βρήκαν το πτώμα του τοκογλύφου να πλέει στο ποτάμι.

Δίπλα απ’ το κιόσκι υπήρχε και το μπαρ Τίβολι, εκεί πήγαμε να πιούμε καμιά μπύρα, έρχεται κάποιος δίπλα μου, νεαρός με μουστάκι, μου λέει θα με κεράσεις, δεν βαριέσαι του λέω, πάρε κι εσύ μια μπύρα. Το μπαρ είχε και ορχήστρα, μου έπιασε την κουβέντα, ξέρω μου λέει που είναι το κορίτσι σου, έχω όμως μια μεγάλη ανάγκη, μου λείπουν 10 δολάρια να πάω να τ’ αφήσω στη μάνα μου που με περιμένει, δάνεισέ μου μέχρι αύριο και περίμενέ με να γυρίσω να συζητήσουμε.
Τον ξαναείδα την άλλη μέρα αποτέλεσμα άλλαζε δρόμο, ε! άμα δεν υπήρχαν οι κουτοί πως θα ζούσαν οι έξυπνοι!
Ο Ειρηνοδίκης ψάρευε πιο πέρα πλάι στο δρομάκι του μόλου, είχαμε γίνει φίλοι, αυτός κρατούσε την πετονιά του κι εγώ του έδινα τσιγάρο Κεντ και συζητάγαμε, ήταν ο μόνος που άνοιγε μια συζήτηση με παγκόσμιο ενδιαφέρον, όχι τοπικιστική. Από δίπλα μας πέρασαν οι προύχοντες, τους ήξερα όλους προσωπικώς. Ο λιμενάρχης Κορονέλ Ροδρίγεζ, ο του τμήματος αλλοδαπών Δον Κάρλος, του υγειονομείου, ο γιατρός Φερνάντεζ, ο τελωνειακός Δον Ιβάν, ο αρχηγός της υπηρεσίας είσπραξης οικονομικών φόρων και φρουρός της πύλης, ο αντιπρόσωπος του υπουργείου εργασίας μαζί με τον πράκτορα βγαίνανε από την πύλη. Είχαν πάει να πρατιγάρουν ένα καινούργιο βαπόρι. Ο Κάθε ένας τους κρατούσε και από μια τσάντα, μέσα είχαν από μια λίστα με τα ονόματα του πληρώματος και από μια κούτα τσιγάρα αμερικάνικα δώρο του πράκτορα μέσω βαποριού. Ο ειρηνοδίκης τους κοίταζε με ζήλια, τελικά με διπλάρωσε να του έφερνα και αυτού μια κούτα τσιγάρα. Από απέναντι στην πόρτα του μπαρ φάνηκε η Μαρίνα, με φώναξε και μου έκανε νόημα να μπω στο Τίβολι ζητούσε κάποιον να την κεράσει, ξέρεις μου λέει πρόκειται να παντρευτώ θα πάρω τον Ντίνο από το τάδε βαπόρι, μου το υποσχέθηκε, την κοίταξα και της ευχήθηκα, η ώρα η καλή, μου ήταν αδιάφορο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

8 σχόλια:

Αστοριανή είπε...

... και μη μου πεις ότι δεν ξέρω ποια είναι, τελικά, η ΤΥΧΕΡΗ!!!

Γαβρίλη μου,
δεν γνωρίζω αν ήταν η πρώτη σου αγάπη...
γνωρίζω ποια είναι η τελευταία!

Να είστε πάντα καλά,
Υιώτα

Μαριάνθη είπε...

Σαν κινηματογραφική ταινία περνάνε οι εικόνες των όσων μας αφηγήσε κ. Γαβριήλ. Πλούτος εμπειριών και βιωμάτων για άλλη μια φορά.
"ε! άμα δεν υπήρχαν οι κουτοί πως θα ζούσαν οι έξυπνοι!"λες και έχεις απόλυτο δίκιο.
Καλό Σαββατοκύριακο με την οικογένειά σου.

pylaros είπε...

Αγαπητη μου Υιώτα,

Ε! αυτά δεν λέγονται, όταν τα ξεσκεπάσεις χάνουν την μυστικότητά τους, δελαδή δεν είναι πλέον αναμνηστικά τεμάχια μιας περασμένης ας πούμε (Κινηματογραφικής ταινίας)

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητη μου Μαριάνθη,

Οι εικόνες του τότε, ζωντανέυουν με τη θύμηση, είναι αυτές που έριξαν ένα χρώμα διαφορετικό στη ζωή μου, μάλλον ειναι αυτές που κατα κάποιον τρόπο έπλασαν ένα κομμάτι του σημερινού χαρακτήρα μου.
Ευχαριστώ
Χαιρετισμούς
Γαβριήλ

Μηθυμναίος είπε...

Για μας εσύ συνεχίζεις να είσαι ο ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ!!!

Τόσες ζωντανές αφηγήσεις μας έχεις προσφέρει απ' τη ζωή σου... σαν κινηματογραφική ταινία, με πρωταγωνιστή πάντα εσένα!!!

Οπότε εσύ είσαι ο Πρωταγωνιστής, φίλε!!!

Να 'σαι καλά!

pylaros είπε...

Αχά! Τι ωραία που τα λες φίλε μου,

Τότε ήμουνε ο άξονας (El Eje) όπου από γύρω μου γύριζαν οι υπόλοιποι, τώρα είμαι όπως είναι φυσικόν η άκρη της φόδρας η "Ουγια'

Ευχαριστώ φίλε

Γαβριήλ

Dennis Kontarinis είπε...

Υπέροχες εικόνες φίλε μου και πάρα πολύ παραστατικά δοσμένες
Ο κάθε λαός με τις δικές του συνήθειες και το δικό του τρόπο ζωής
Νάσαι καλά
Ντένης

pylaros είπε...

Μέσα στις εικόνες αυτές φίλε Ντένη έζησα ένα κομμάτι της ζωής μου και τις θεωρώ σαν μια ανθρώπινη πειρα στο αίνιγμα της ύπαρξής μου που αλλάζει μέρα με την μέρα. Εννοώ από κράτος σε κράτος και όχι μόνο αλλά ακόμμα προσπαθώ να προσγειωθώ, το μόνο που ξέρω είναι ότι παραμένω όπως γεννήθηκα, Έλληνας

Ευχαριστώ

Γαβριήλ