Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Στα σύννεφα χανόταν τα όνειρα, σα φοίνικας ξαναγεννιόταν για να πετάξουν μακριά του.


Η κάθε φωτογραφία έχει και από μια ιστορία, ήταν εποχή του Καρναβαλιού στο λιμάνι της Αντίλλα Κούβα, νεαροί τότε εμείς γλεντάγαμε μαζί με τους ντόπιους, ήρθε η ώρα αναχώρησης τους αποχαιρετίσαμε και φύγαμε.
Μετά από καιρό ξαναγυρίσαμε στο ίδιο λιμάνι, ένας πιτσιρικάς μου λέει είδα την φωτογραφία σας σε μια βιτρίνα ατελιέ, έτρεξα προς τα εκεί, πράγματι την είχαν στη μόστρα. Την ζήτησα μου την έδωσαν…  είναι αυτή εδώ που βλέπεται, και οι τρεις μας στην φώτο Κεφαλλονίτες.    

 


Όταν γράφεις μεγάλο κείμενο στο  ιντερνετ συνήθως οι επισκέπτες δεν το διαβάζουν, ρίχνουν μια ματιά σε μια-δυο γραμμές και προχωρούν. Σα να μη έχουν σπουδαιότητα αυτά που γράφεις, ή γιατί βιάζονται να πάνε στο επόμενο ή γιατί δεν τους ενδιαφέρει. Όμως σας παρακαλώ μην βιαστείτε να κάνετε το ίδιο και γι’ αυτό εδώ.  
Σας Ευχαριστώ!!!


Ένεκα μη νομίμου παραμονής  τον είχαν βάλει φυλακή ως ανεπιθύμητο λαθραίο για 120 μέρες ήταν κλεισμένος στο νησί Έλλις, στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, έτσι μια μέρα άνοιξαν την πόρτα της φυλακής με διαταγή απέλασης από το κράτος, μπήκε σε βαπόρι προορισμός Κούβα.   Ήταν  ελεύθερος. Και μόλα ταύτα, ήταν μια μέρα μουντή χειμωνιάτικη, αλλά για μένα ο ήλιος τρυπούσε τα σύννεφα και μου έστελνε την ηλιαχτίδα της ελπίδας.    Όποιος δεν έχασε την ελευθερία του δεν ξέρει, δεν μπορεί να καταλάβει τι πάει να πει αυτή η στιγμή, δεν μπορεί να καταλάβει τη λαχτάρα της ζωής. Ήταν σα να άνοιξαν οι ουρανοί, η ζωή καβάλα στο άτι της ελπίδας, μεμιάς χαθήκαν τα  παλιά, όχι δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω, όχι δεν θέλω τίποτα, δεν έχω τίποτα, φεύγω γυμνός, αλλά ελεύθερος.
Ήρθε η γαλάζια θάλασσα, ήρθε η Αλίσια, ήταν κρυμμένη ανάμεσα σε δυο άρμπουρα βαπορίσια, που τάβλεπε απ’ το Salorio της Αβάνας, έβγαινε στην πόρτα και τον τραβούσε, τούλεγε μην φοβάσαι, μη σε νοιάζει τίποτα,  δεν ξέρω τι του ζήλεψε, ήταν ξερακιανός κοκκαλιάρης με πρόσωπο γεμάτο μπιμπίκια,  πάμε του λέει, θα σε μάθω να ζεις, αλλά κι αυτή με ένα φόρεμα ροζ οργαντί  ήταν μια μακρόχρονη  περπατησιά στης νύχτας τα μυστικά
Μετά  αναχώρησαν από  Κούβα για Καναδά  από το πολύ περπάτημα της Αβάνας  κιτρίνισε ακόμη περισσότερο, αποφάνθηκε ο γιατρός στον Άγιο Στέφανο New Brunswick   έλλειψη βιταμίνης Β12, και μετά άντε να βρεις άκρη.

Αχ μα γιατί; Τι  έφταιγε αυτός; του είχαν απαγορεύσει την έξοδο στη στεριά για δυο χρόνια. Οι αμερικανικές αρχές του ζητούσαν μια πιστοποίηση ότι ήταν ναυτικός. όμως δεν του επέτρεπαν να πατήσει πόδι στη στεριά. Έστειλε τον καπετάν Ιωακείμ, αντί να τον βοηθήσει ο  Προξενικός λιμενάρχης Νέας Υόρκης κ. Κανακάκης  του μήνυσε,  με τον καπετάνιο: "Πρώτη μου φορά βλέπω τόσο νέο να έχει τέτοιο ποινικό μητρώο." Ο καπετάνιος του πλοίου καπετάν Ιωακείμ ήταν καλός άνθρωπος Ιθακήσιος, στην Ελλάδα ήταν διαζευγμένος, έφερνε στα λιμάνια τις γυναίκες του, με φώναζε, έλα από εδώ να σου την γνωρίσω,  από εδώ η κυρία Ιωακείμ, έλαμπε από χαρά καθώς μιλούσε, είχε κάποιο κρυφό καημό και ξέσπαγε εκεί ανάμεσά μας, στα λιμάνια πάντα τον περίμενε και μια γυναίκα. 
Μετά κι αφου χωρίσαμε ο καπετάν Ιωακείμ μπαρκάρησε σε άλλο βαπόρι, εκεί  πνίγηκε  στον βόρειο ατλαντικό με το  βαπόρι φορτωμένο ξυλία.
Η αρχή είχε γίνει στο   Los Angeles, από άλλο βαπόρι,   αυτός που με φακέλωσε ως Δραπέτη  ήταν ένας καπετάνιος από την Άνδρο. Τι να του πως ότι δεν ζητούσα τίποτε παρά μια ευκαιρία καλυτέρευσης της ζωής μου, αλλά ίσως νάχε και δίκιο. Ζήλεψα το Χόλυγουντ κι έφυγα, με  περπάτησαν  στα  κινηματογραφικά στούντιο, στην εκκλησία του Los Angeles Αγιία Σοφία, έκανα τον σταυρό μου και πάλι έφυγα, για Νέα Υόρκη, ένα τραίνο της Santa Fe ολόκληρος συρμός 72 ώρες ταξίδι. 

Μα κι εκεί που κατέληξα στο νησί Έλλις της  Νέας Υόρκης κρατούμενος χιόνιζε και ήμουν γυμνός, (χωρίς ζεστά ρούχα) δεν τον γνώριζα  μούφερε μια φανέλα μάλλινη στο κρύο του Δεκέμβρη, με μακριά μανίκια, εκεί που τρέμαμε, ζεστάθηκα από την πράξη, "θα πεθάνεις, φόρα τη." ήταν κι αυτός κρατούμενος  , ήταν ο μόνος άνθρωπος το όνομά του Ηλίας Ντιτζεστίνος.

Και μετά ο άλλος εφοπλιστής άντε να πνιγείς με το σαπιοκάραβο, αναχωρήσαμε από Νέα Ορλεάνη να πάμε στον Ινδικό ωκεανό 120 μέρες πέλαγος, μέγιστη ταχύτητα 5 μίλα την ώρα, τόξεραν ότι ήταν σάπιο, τόξεραν ότι δεν δούλευε η μηχανή σωστά,  ίσως να μην γυρίζαμε πίσω, αλλά αφού μας βρέξανε τα ιερά νερά του Γάγγη ποταμού στο Μπάνγκλαντες γλυτώσαμε.  
Στο ταξίδι της επιστροφής  γυρίσαμε στο Ρότερνταμ κακήν κακώς,από απόψεως ταξιδιού αφού μείναμε χωρίς καύσιμα στον Ινδικό ωκεανό, αφού πέσαμε σε ύφαλο στην Σοκότρα, αφού μας ρυμούλκησε ναυαγοσώστης για το Άντεν, η  υποδοχή μας ήταν κόψιμο του μισθού 50% όποιος δεν θέλει θα φεύγει, θα τον πετάμε έξω, στην γειτονιά του Κάτεντραχτ πολλοί οι Έλληνες ναυτικοί χωρίς δουλειά παρακαλούσαν. Μετά Γερμανία Αμβούργο, μισός μισθός το Saint Pauli  το Golden city στην Βρέμη, ο κινηματογράφος με Ιχλιμπιτιχ στο Μπράκε.
Ήταν μία πάλη  της επιβίωσης, εναντίων του κατεστημένου.   Δεν είναι και τόσο εύκολο νάχεις μια ψυχή άβγαλτη τρυφερή και να σε πετροβολούν  συνήθως η τάξη των εχόντων και κατεχόντων. Όχι δεν ήταν κανένα παράθυρο ανοιχτό, καμιά πόρτα, κανένα καλωσόρισμα.   Μαζί τους και οι παπάδες, η άρχουσα τάξη οι υπερόπτες, μια φορά είπα  θέλω να βαφτίσω εδώ στη Νέα Υόρκη, να κάνω καινούργιους Χριστιανούς,  όχι δεν μπορείς δεν είσαι μέλος της κοινότητάς μας. 

Ακόμα και σήμερα αποφεύγω τις συγκεντρώσεις, όπου οι  ιερείς, ακολουθούν τους πλούσιους,   κυριαρχεί η επίδειξη, μου δημιουργεί μια αμφιβολία, ένα φόβο, ένα φρένο σκέψης,  μια ανασφάλεια αισθάνομαι απομονωμένος σιωπώ και παρατηρώ.
  

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

6 σχόλια:

Μαριάνθη είπε...

Πόσο δίκιο έχεις!!! Παντού και πάντα κουράζει η υποκρισία, το δήθεν, η τάση αυτοπροβολής...
Μέχρι που καταντά γελοιότητα.
Καλό Σαββατοκύριακο!!!

Μηθυμναίος είπε...

Κυνηγούσες τα όνειρα τότε… άπιαστα τα περισσότερα, τα άτιμα… Να όμως που σε αναμνήσεις είσαι πλούσιος, έχεις αποθηκεύσει τόσες, άλλωστε στις αποσκευές σου, ώστε τώρα τις ξαναφέρνεις τώρα πίσω και να τις κρίνεις αναλόγως.
Μπορεί να συμβιβάστηκες με το χρόνο και τα γεγονότα, όμως διακρίνω -στα όσα διηγιέσαι- ένα παράπονο και έχεις δίκιο, φυσικά τώρα τα βλέπεις με άλλα μάτια και τα μετράς με άλλα σταθμά…

«Δεν είναι και τόσο εύκολο να ’χεις μια ψυχή άβγαλτη τρυφερή και να σε πετροβολούν συνήθως…», γράφεις…
Το ίδιο συμβαίνει, φίλε, αν έχεις και μόνο μια τρυφερή ψυχή… υπάρχουν ακόμη κάποιοι που θα σε πετροβολούν… έτσι είναι αυτοί που, ταμπουρωμένοι στις οχυρώσεις και τις μάσκες τους, την ευαισθησία την έχουν μόνο για μόστρα… και την υποκρισία για ψωμοτύρι…
Κάποιοι θα καταλάβουν…

Κειμήλιο η φωτογραφία απ’ την Αβάνα την γλεντζέδικη μάγισσα, την αχόρταγη, την πληθωρική και ανεξάντλητη!

Dennis Kontarinis είπε...

Ατλειωτες οι εμπειρίες σου φίλε Γαβρίλη και απολαυστικές οι αναμνήσεις σου. Έχεις πολλά να μας πεις ακόμα.
Νάσαι καλά

pylaros είπε...

Καλημέρα αγαπητή μου Μαριάνθη,
Καλό μήνα,
Ευχαριστώ για την επίσκεψή σου, αν και το γραπτό μου έρχεται σε μια τεθλασμένη δύσκολη γραμμή με πολλές ιστοριούλες που κάθε μια από μόνη της θα γέμιζε σελίδες...

Χαιρετισμούς

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Τότε που κυνηγούσα τα όνειρα, ήταν πολλές οι αμφιβολίες, πολλά τα χρόνια, πολλές οι ιστορίες, πολλες οι περιπέτειες.
Δοκίμασα σε μια κόλα χαρτί να κινηματογραφίσω 20 χρόνια ονείρων όμως χάθηκα στις διασυνδέσεις,
εφόσον τη μια μέρα ήμουνα στην Βραζιλία, την άλλη στην Κούβα, Καναδά, Νέα Υόρκη, Ινδία, Νότια Αφρική, Ολλανδία, Γερμανία, μα είναι τόσα πολλά τα μέρη όπου εδώ σταματώ να πάρω ανάσα. Δεν γίνεται έτσι, τρέχω πολύ.
Αυτό που έχει μείνει είναι οι αναμνήσεις άφθονες, θα έλεγα και η πείρα μιας παγκοσμιότητας λαών που όμως αλλάζει κάθε μέρα
Φίλε Μυθημναίο ευχαριστώ
Χαιρετισμούς
Γαβριήλ

pylaros είπε...

Φίλε Ντένη καλημέρα,
καλό μηνα,
Ευχαριστώ για την επίσκεψή σου,

θα τα πούμε

Γαβριήλ