Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Όχι, δεν χρωστάγαμε κανενός τίποτα,



Παρακολουθώντας την εκπομπή Εικόνες του τηλεοπτικού σταθμού  ΑΛΦΑ  εντύπωση μου έκανε  το επιφώνημα του παρουσιαστή ότι οι εικόνες που παρουσιάστηκαν μπρος στα μάτια του είναι από τις πιο πρωτόγονες περασμένων αιώνων. Ήταν λοιπόν ένα αλώνι, τρία άλογα γυρίζοντας γύρω, γύρω να αλωνίζουν ίσον να ποδοπατούν τα στάχυα να ξεχωρίζει ο καρπός το σιτάρι και μετά να το παίρνει με τις φούχτες  να το πετάει ψηλά αυτός που οδηγούσε τ’ άλογα, έτσι ο αέρας έπαιρνε τα άχυρα και ο καρπός σαν πιο βαρύς έπεφτε στο αλώνι.
Μια πανοραμική  σκηνή στην Βενεζουέλα σε ένα χωριό Los Nevados    όπου είχαν ταξιδέψει οι φωτορεπόρτερ,  δημοσιογράφοι του ΑΛΦΑ να γνωρίσουν την Mérida και τους ψηλότερους καταρράκτες του κόσμου El Salto del  Ángel, το νησί Μαργαρίτα κι άλλα που δεν είχα προλάβει να δω.
Μου φαίνεται ότι ήταν μόλις χθες που η ίδια σκηνή τα άλογα να τρέχουν στο πέτρινο αλώνι να ποδοπατούν τα χρυσά στάχυα, ο εργάτης να φορά ένα ψάθινο καπέλο, με ένα μαντήλι να ξεκινά απ’ το καπέλο προς την πλάτη  του, κρατώντας ένα καμουτσί να φωνάζει προσταγές οδηγώντας τα άλογα.    Μετά  μαζί με γυναίκες  ν’ ανεμίζουν με ένα δικριάνι (κάτι σαν την τρίαινα του Ποσειδώνα) πετώντας τ’ άχυρα ψηλά που ταξίδευαν στον άνεμο, έτσι ο καρπός έπεφτε στο έδαφος, όλα αυτά με την βοήθεια του  απογευματινού βορειοδυτικού   Μαΐστρου όπου φύσαγε απ’ το κανάλι του Μύρτου στην Πύλαρο Κεφαλληνίας.
Οι ανεμόμυλοι τρεις στη σειρά περίμεναν να αλέσουν το σιτάρι σε ένα αλεύρι όπου όταν το κοσκίνιζε η μάνα, τα πίτουρα τα τρώγανε οι κότες κι εμείς το ψωμί, ένα ψωμί νόστιμο μαύρο.
Το ψήσιμο του ψωμιού ήταν μια δουλειά 24 ωρών. Αποβραδίς η μάνα ανάπιανε προζύμι τα χαράματα  4 η ώρα σηκωνόταν και ζύμωνε με τα χέρια σε ξύλινη σκάφη όπου την σκέπαζε με κουβέρτες  αφού η ζύμη φούσκωνε μετά από 2 ώρες περίπου, έπλαθε το ψωμί το έβαζε το κάθε κομμάτι ζύμης σε μια  ειδικά κατασκευασμένη ξύλινη   ‘πινακωτή’ όπου είχε 18 τετραγωνάκια,  εκεί παρέμενε ακόμα 2 ώρες μέχρι να ξανα-φουσκώσει η ζύμη, μετά έκαιγε  τον φούρνο φτιαγμένο από πηλό και τούβλα  με ξύλα από το βουνό, μέχρι  ν’ ασπρίσει, περίπου 2 ώρες ,  καθάριζε με μια πάνα βρεγμένη  τον φούρνο,  έβανε την κάθε ζύμη σε ένα ξύλινο φτυάρι την τοποθετούσε στο βάθος όταν γέμιζε έκλεινε την πόρτα του φούρνου κι έβαζε απ έξω χόβολη. Όλο το χωριό μύριζε, για εμάς τα παιδιά όταν έξυνε τη σκάφη από τη ζύμη μας έκανε κάθε ενός μας και μια κουλούρα «λειψές»  τις ανακάτευε με ξύγκι γίδας, αυτό που κρεμόταν απ’ το φανάρι, (το βούτυρο του φτωχού)  και τις τρώγαμε ζεστές.  Μια ζωή γεμάτη αθωότητα, απλότητα, απομόνωση, συντροφικότητα, σαν να ήμασταν παιδιά της μητέρας γης, η οποία αν και πέτρινη νοιαζόταν να μας θρέψει, όπως μπορούσε, έστω αν κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό! 
Όχι δεν χρωστάγαμε κανενός τίποτα, δεν  είχαμε ηλεκτρικό, ούτε τρεχούμενο νερό, αλλά μόνο άφθονο αέρα, με αυτόν αναπνέαμε, αυτός ήταν και η κινητήριος δύναμη.        

 Γαβριήλ    Παναγιωσούλης   





10 σχόλια:

Αστοριανή είπε...

...με την γλυκειά μουσική που μας κερνάς,...

πράγματι,
κανενός δεν χρωστούσαμε, ΤΟΤΕ...
μα ποτέ δεν είναι αρκετό!

Γαβρίλη μας,
κάπου έγραφα:
Δεν είν΄πως λείπει το ψωμί!
Τ΄όνειρο εξασθενίζει...

Χάρηκα που τα είπαμε! Να είστε όλοι καλά,
Υιώτα

Χαρά Θ. είπε...

ΤΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΉ ΑΝΆΡΤΗΣΗ!
Ναι,μπορεί να μην θυμάμαι το αλώνισμα με τα άλογα,(ήξερα όμως οτι γινόταν όπως το περιγράφεις) όμως θυμάμαι πολύ καλά την ιεροτελεστία παρασκευής του ψωμιού που ζύμωνε η γιαγιά μου κι όπως πολύ καλά λες,μοσκοβόλαγε ο Τόπος όλος!
Οπως και τις "πιτσουνες" (μικρά ψωμάκια λίγο μεγαλύτερα απο παλάμη), που έφτιαχνε γαι μας τα παιδιά,ή για να γίνουν φρύσες το καλοκαίρι που τις παπαριάζαμε με νερο και μετά λάδι, ντομάτα και ρίγανη και ήταν το υπέροχο καλοκαιρινό μας δείπνο.
Νάσαι καλά Γαβρίλη,που ξαναφέρνεις αξέχαστες θύμησες στο νου...
Με συγκίνησες και σήμερα είμαι ιδιαίτερα ευσυγκίνητη...
Νάσαι καλά

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα,

Εύχομαι να πάνε όλα καλά τα τα πράγματα, πίσω στην πατρίδα, χωρίς να επαναληφθούν τα τότε της εποχής μας.

Ευχαριστω
χαιρετισμούς

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Χαρά,

Η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας γεμάτη με μια αθωότητα, με κάνει και θυμούμαι και τις παραμικρές λεπτομέρειες μια περασμένης εποχής (που έχω την εντύπωση ότι δεν την χόρτασα)

¨οπως λες κι εσύ εμείς τα ξερά αγγωνάρια του ψωμιού το βρέχαμε με νερό, βάζαμε λάδι, ξύδι και ρίγανη, στίβαμε και μια τομάτα και το λέγαμε ΡΙΓΑΝΑΔΑ.

Μέχρι προ δυο ετών υπήρχε στην Πύλαρο παραδοσιακό εστιατόριο Κεφαλονίτηκων φαγητών πάντα αρχίζαμε με την παραδοσιακή ριγανάδα.

Είναι τόσο πλούσιες οι παραδόσεις μας και οι συνήθειές μας των παλαιών χρόνων που μου φαίνεται ότι ήταν μια άλλη εξωγήινη ζωή, αλλά ήταν τόσο φυσική, έστω και με λιγότερα, και να φανταστείς ακόμη δεν είχε εφευρεθεί το Νάϋλον ούτε το πλαστικό.

Ευχαριστώ

με εκτίμηση

Γαβριηλ

Χαρά Θ. είπε...

Ριγανάδα τη λέμε ακόμα αγαπητέ μου Γαβρίλη,και μάλιστα σε ορισμένα εστιατόρια που θέλουν να προωθήσουν το παραδοσιακό φαγητό την προσφέρουν.
Αλλωστε το μαύρο ψωμί, εχει γυρίσει θριαμβευτικά στην επικαιρότητα (οι φούρνοι συναγωνίζονται για την καλλίτερη εκδοχή του!).
Επιφυλάσσομαι, αν μας κάνετε την τιμή το καλοκαίρι να έρθετε, να σας ξεναγήσω και να σας κάνω το τραπέζι με γεύσεις του παρελθόντος που κι οι δυό νοσταλγούμε.
Ξανά...
Χαρά

Μηθυμναίος είπε...

Τι όμορφο κείμενο, φίλε Γαβριήλ, μοιάζει παιχνίδι με τη μνήμη του καιρού και τα μονοπάτια του χρόνου…

Τότε η ζωή ήταν απείραχτη απ’ τον πολιτισμό… κι ας ήταν πιο πολιτισμένη. (πολιτισμός με τη λανθασμένη έννοια…)

Ο τόπος τότε γεννούσε ελπίδα και προκοπή, τώρα ούτε όνειρα.

Οι άνθρωποι τότε χρειάζονταν ελάχιστα πράγματα και… ήταν ευτυχισμένοι. Τώρα κάνουν και έχουν πολλά για να μην είναι…

Πώς να τον καταλάβεις τον κόσμο…

pylaros είπε...

Καλησπέρα από Ν.Υ. αγαπητή μου Χαρά,

Αυτές οι στιγμές του παρελθόντως με τις λιχουδιές έτσι όπως μεγαλώσαμε απλά, σήμερα είναι μια όασις νοσταλγίας για το πως αυτά που ξέραμε μας ξανανοιώνουν ψυχικά.

ευχαριστώ για την ευγενή σου πρόσκληση, θα το έχω υπ' όψη μου εάν το φέρει η τύχη να ρθούμε κατά εκείνα τα νερά.

Πάντα με αγάπη

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Τα κείμενα του παρελθόντως είναι γραμμένα φίλε μου με την ψυχή και όχι μόνο αλλά και με μια παιδική αθωότητα, που σήμερα έχει εξαφανισθεί ένεκα μοντέρνας πολιτιστηκής ζωής που έχει επιβάλλει η κοινωνία...

Ευχαριστώ,

χαιρετισμούς

Γαβριήλ

Dennis Kontarinis είπε...

Υπέροχες αλησμόνητες παιδικές αναμνήσεις φίλε Γαβρίλη. Πιό όμορφο απ΄όλα αυτό το ...Δεν χρωστούσαμε κανενός.
Νάσαι καλά φίλε μου.

pylaros είπε...

Ασφαλώς και δεν χρωστάγαμε τίποτα σε κανέναν τον καιρό εκείνο.

Ήμασταν φτωχοί αλλά άν μας άφηναν μόνους μας δε τα φέρναμε πέρα μόνοι μας.


Ευχαριστώ

Γαβριήλ