Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Παλιές γειτονιές, Νέας Υόρκης


Γιατί τα γράφω αυτά, μα γιατί είναι ανέμελες ιστοριούλες, τότε που υπήρχαν άφθονες φιλίες, τότε που δεν είχες μόνιμη πατρίδα, αλλά έκανες πατρίδα σου οποιαδήποτε  γη ξημερωνόσουν.    

Περιμένοντας μπάρκο, Coney Island Νέας Υόρκης, μια έξοδο για παγωτό.
Από αριστερά όρθιος  Μαζαράκης, Τζάκης,  Βαγγελάτος,  Κοκορίνης, Συμιακός, Παναγιωσούλης,  Χαράλαμπος  Πυλαρινός  Άνοιξη 1956


Ένας δικός μας ναυτικός χόρευε Ζεϊμπέκικο, μερακλωμένος  ακούγοντας αυτά τα ευγενή  άσματα, «Ο Χάρος την πόρτα μου κτυπά, Χτύπα κι εσύ καμπάνα...»   Μετά  μια κοπελιά δεν φαινόταν και πολύ νέα  χόρευε τον χορό της κοιλιάς, κρατώντας ένα μαντήλι που το περνούσε πάνω από το κεφάλι της, το κατέβαζε  στην πλάτη, στο στήθος, μετά σταματούσε και κουνιόταν μπροστά μας. Μερικοί πέταγαν  ‘χαρτούρα’ πράσινη= δολάρια.       
Οι άντρες στα γύρω τραπέζια αναστέναζαν, νοσταλγούσαν, δάκρυζαν, ναυτικοί σκαστοί από βαπόρια, μετανάστες  που ζούσαν απ’ τα ζάρια και τ’ άλογα, τυχοδιώκτες  ξέμπαρκοι  ναυτικοί, αποτυχημένοι φοιτητές, επιτυχημένοι μπίζνες μεν, όλοι αυτοί μαζευόταν στην 8η Λεωφόρο και 29 δρόμοι της Νέας Υόρκης. Μέσα απ’ τους καπνούς των τσιγάρων μια φωνή ακούστηκε, Ζήτω η Ελλάδα Η επιγραφή του κέντρου μονολεκτική, ένα χρώμα ροζ-πορτοκαλί με κόκκινο σε μαύρο φόντο:  «ΒΡΕΤΑΝΙΑ».
Και μετά τον χορό και το τραγούδι ερχόταν στο τραπέζι μας, τι θα πιει το κορίτσι, ρωτάγαμε με ελληνικό φιλότιμο, λέγαμε ένα ακόμα Αχ! Βαχ! Και καθόμαστε μέχρι τις μεγάλες ώρες.
Αχ αυτή η έρημη η θάλασσα, που μας έφερε,  μάλλον αυτή η αλλόκοτη πατρίδα, μια πατρίδα που δεν είχα γνωρίσει στην Ελλάδα, αλλά εδώ την γνώρισα, μου  είπαν αυτή είναι η μάνα μας Ελλάδα, την συντρόφευαν ο χορός της κοιλιάς, και τα αμάν! Αμάν!   .

Απέναντι στη γωνία το μπαρ του Κονταράτου, εκεί έπινες στα όρθια ή  σε σκαμπό, τριγύρω σου μαζευόταν κάθε καρυδιάς καρύδι που λένε, μυστικοί αστυνομικοί, πρεζάκηδες, ναυτικοί, γειτονοπούλες  πεταλούδες την νύχτας,  παρίσταναν τις πελάτισσες του μπαρ, δεν δεχόταν συζήτηση εκτός αν σε σύστηνε κάποιος  σαν έμπιστο  φίλο. Εκεί συνάντησα κι έναν φίλο Β! μηχανικό, είχαμε κάνει μαζί σε βαπόρι από τη Λίμνη Ευβοίας, τον Παναγιώτη Γ.
 Όλοι τους περιφέρονταν σαν γύπες γύρω από τους ναυτικούς, αυτούς που είχαν άδεια  κυνηγούσαν οι γυναίκες … τους σκαστούς οι μυστικοί.   

Και την άλλη μέρα  μετράγαμε πόσα μας έχουν απομείνει, ψάχναμε για μπάρκο στα γραφεία της γειτονιάς του Γουόλ Στριτ. Κτυπώντας πόρτες, οπουδήποτε έγραφε ναυτιλιακή εταιρία, προσφέροντας τον εαυτόν μας, λέγοντας στις γραμματείς ‘ψάχνω για δουλειά’ άσε που οι εταιρίες τοιχοκολλούσαν στα ξενοδοχεία του τότε, αν χρειαζόταν ναυτικούς.
Έτσι οι στιγμιαίες παρέες των φίλων ξέμπαρκων ναυτικών, χώριζαν αναλόγως τα ταξίδια των  βαποριών, για να μην ιδωθούν ποτέ πια,  άλλος πήγαινε για Ιαπωνία, άλλος για Ινδία, άλλος για Κούβα, άλλος για Ευρώπη.  
Και όμως πολλές φορές το φέρνει η τύχη και μαθαίνω για τους τότε φίλους, όπως τώρα τελευταία έμαθα ότι ο Διονύσης είναι στην Ιθάκη του, στο χωριό του, στην Ελλάδα, μια χρονική      περίοδο από 56 χρόνια.  
Όμως οι αναμνήσεις δεν φεύγουν, είναι εκεί γραμμένες με το ανεξίτηλο μελάνι, στο παιδικό μυαλό,  αυτό της κοινής μας προέλευσης σε μια  πάλη της επιβίωσης σε αλλότριες  ξένες χώρες.       

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης   

  



6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καλημέρα φίλε Γαβριήλ, σου φέρνω χαιρετισμούς από την ιδιαίτερη και αγαπημένη μας πατρίδα, αν και βροχερή σου ξεκουράζει τη ψυχή και το σώμα.Όλα λουλουδιασμένα, λόφοι και χωράφια ,γεμάτη αρώματα, χρώματα και αναμνήσεις φίλε μου, γλυκιές νοσταλγικές των όμορφων αμέριμνων παιδικών χρόνων .Οι αναμνήσεις πάντα μας συντροφεύουν,σε όλη μας τη ζωή, είτε γλυκιές ,είτε πικρές.Είναι εκεί, πιστός μας σύντροφος,δεν χωρίζουν από μας όπως χώρισες με τους φίλους σου στον ανεμοστρόβιλο της ζωής.Οι αναμνήσεις τους όμως είναι μέσα στη καρδιά και στο μυαλό σου,κάνουν παρέα γι' αυτό νοιώθεις την ανάγκη να τις βγάλεις προς στα έξω .Να τις μοιραστείς με νέους φίλους.Είναι ένας χαιρετισμός σ' αυτές και στους τότε φίλους .Σε χαιρετώ Κάτε .

pylaros είπε...

Ευχαριστώ για τα τόσο όμορφα δώρα από την ιδιαιτέρα πατρίδα μας αγαπητή μου Κάτε.
Άνοιξη τώρα είναι η καλύτερη εποχή.
Τουλάχιστον εσείς είστε κοντά και πηγαίνεται κάθε λίγο ενώ από εδώ είμαστε τόσο μακρυά.

Εύχομαι το καλοκαίρι να συναντηθούμε αν τα φέρει βολικά ο θεός κι έρθω κι εφέτος,

Σε ευχαριστώ.

Χαιρετισμούς

Γαβριήλ

Αστοριανή είπε...

Και όμως πολλές φορές το φέρνει η τύχη και μαθαίνω για τους τότε φίλους, όπως τώρα τελευταία έμαθα ότι ο Διονύσης είναι στην Ιθάκη του, στο χωριό του, στην Ελλάδα, μια χρονική περίοδο από 56 χρόνια. Γ.Π.

Γαβρίλη μου,
πόσοι θα το επιθυμούσαν!!!

Αν κι σείς, τα καταφέρνετε κάθε χρόνο για να γευτείτε πατρίδα!
Είθε, μέχρι τότε να έχουν σταθεροποιηθεί τα πράγματα.
Χαιρετισμούς, Υιώτα, ΝΥ

Μηθυμναίος είπε...

Όσο οι αναμνήσεις μπορούν να μας επισκέπτονται δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα. Θα τις ανακαλούμε στη μνήμη και ανάλογα, θα μελαγχολούμε και θα κλαίμε με τις τόσες πατρίδες που έλαχε να γνωρίσουμε και να δεχτούμε…

Κι αυτές οι παρέες, οι «κάθε καρυδιάς καρύδι» είχαν κάτι… μεταξύ τους. Ίσως ιστορίες, ίσως μύθους που αναστέναζαν… νοσταλγούσαν… δάκρυζαν κι ας ήταν ό,τι ήταν…

Σε κάποιες ρυτίδες μαζεύονται οι μνήμες. Σαν τις μοίρες.

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα,

Εύχομαι κι εφέτος να έχουμε την ευκαιρία να πάμε στην πατρίδα,

Ευχαριστώ
χαιρετισμούς

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Kαλημέρα φίλε μου Στράτο,

Αυτές οι μαυρόασπρες αναμνήσεις που δημοσιεύυω είναι για εμένα σαν μια όαση ξεκούρασης από το τρέχα, τρέχα της σημερινής κοινωνίας μας.

Λέω ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτές και μου δίνουν ένα αίσθημα σιγουριάς σα να κρατώ την υδρόγειο σφαίρα στην παλάμη μου. SÉ que es imitación pero aqui está

Para escapar de las angustias de la vida moderna que vivimos hoy, regreso a mis propias memorias de una vida Polifacética que he vivido, y esto me descansa, me desahoga, es como una oasis de frescura de pensamientos, en el mundo de hoy.

Ευχαριστώ

Χαιρετισμούς

Γαβριήλ