Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Ήταν τότε που:


Ύφος βαρύ, μουστάκι αλά Ντούγκλας Φέρμπανκς,   μαλλί με μπριγιαντίνη κολλημένο στο τσερβέλο, φαβορίτες μακριοί, παπούτσι με ψηλό τακούνι, ήταν καθισμένος στην καρέκλα του  κι έπαιζε στο τραπέζι χαρτιά συνέχεια. Δεν σταματούσε ούτε για να ανασάνει. Το όνομά του Νίκος κι ένα δισύλλαβο επώνυμο Ζώγας, ή Ζιώγας ή Ράκης ή κάτι παρόμοιο. 
Το παιχνίδι ήταν ραμί, με αλλαγή πότε με εφτά χαρτιά, πότε με δέκα. Έγραφαν πόντους πάντα έπαιζαν ασήμαντα ποσά, αλλά για το μέρος που βρισκόμασταν ήταν τεράστια, αυτός που κέρδιζε του τα έδιναν κάτω απ’ το τραπέζι καθότι ήταν απαγορευμένο να παίζουν χρήματα. Μερικές φορές το άλλαζαν σε πόκα, ή πόκερ.  

Εγώ όρθιος παρακολουθούσα, πότε τον ένα πότε τον άλλο. Η σκηνή στην αίθουσα των φυλακών, εκεί όπου σε έβγαζαν καθημερινώς  για περπάτημα,  στο νησί Έλλις στο στόμιο του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Σε αυτά τα κρατητήρια  συγκέντρωναν  αυτούς που είχαν συλληφθεί ως σκαστοί, ως λαθραίοι, ακόμη και ως αριστερίζοντες κουμουνιστές,  πριν απελαθούν πίσω στις πατρίδες τους αυτοί που είχαν τολμήσει να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη από αυτή της Ελλάδας. Στην κυριολεξία αυτών που ζητούσαν μια μπουκιά ψωμί, αυτό που δεν τους έδινε η πατρίδα τους.  Εποχή Δεκέμβριος 1951
 Όταν  με έπιασαν ήμουν αδιάβαστος δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα προλάβει να μάθω κανένα παιχνίδι,  παρακολουθούσα κι έφερνα βόλτες όμως από αυτό το σχολείο βγήκα διαβασμένος  από πρέφα, 66 αγοραστό, πόκα, πόκερ,  κι ένα σωρό άλλα παιχνίδια… όμως δεν τ’ αγάπησα ποτέ μου, θυμάμαι τις συζητήσεις ανάμεσα σε συγκρατούμενους με ιστορίες για στοιχειά, για νεράιδες, μάλιστα μια συζήτηση που κρατούσε εβδομάδες ήταν γιατί η γυναίκα να έχει έμμηνο κύκλο. Άλλοι λέγανε ότι φταίει το φεγγάρι, άλλοι για κάτι το υπερφυσικό, κανένας μας δεν μπορούσε να δώσει μια εξήγηση και ήμασταν όλοι άνδρες, απλοϊκοί  άνθρωποι κατατρεγμένοι από τις κακουχίες,  απ’ τον εμφύλιο, μερικοί ανήλικοι, πολλοί οι κρατούμενοι, οι Έλληνες θα ήταν  εκατοντάδες, κάθε μήνα έκαναν απέλαση τους έστελναν με το καράβι Νέα Ελλάς του Γουλανδρή στον Πειραιά  και με τα Ιταλικά Σατούρνια και Βουλκάνια στην Πάτρα όσους απέλασαν  εξαφανιζόταν, όμως πάντα ερχόταν καινούργιοι…
Όχι δεν υπήρχε τηλεόραση, ούτε ράδιο, ούτε κινητά τηλέφωνα, ένα τηλέφωνο κρεμαστό στον τοίχο, έπρεπε να πάρεις σειρά, αν είχες κάποια ανάγκη, έπρεπε να ζητήσεις μια αίτηση να προσκαλέσεις κάποιον για να έρθει να σε δει αν ποτέ  είχες  κανένα γνωστό και να την εγκρίνουν οι αρχές.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Νίκου Παλαμήδη ΧΡΟΝΙΚΟ  του Ελληνισμού της Βενεζουέλας στην σελίδα 116 με τίτλο Λαϊκοί Τύποι μας παρουσιάζει έναν τέτοιον τύπο χαρτοπαίχτη ο Νικόλας ο μάγκας με το ίδιο όνομα εποχή 1956 στο Καράκας Βενεζουέλα.
Μου προξένησε τεραστία εντύπωση η σύμπτωση ίσως να ήταν και το ίδιο πρόσωπο, ίσως όχι… 
Η ζωή είναι τέτοια, ο κόσμος μας τόσο μικρός που ποτέ δεν ξέρεις, ποιον θα συναντήσεις, όμως ότι γράφεται μένει, γι’ αυτό γράφω το παρών.
 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
   

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Τελευταία Δευτέρα του Μάη,



 Τελευταία Δευτέρα του Μάη
Την τελευταία Δευτέρα του Μάη εορτάζουν εδώ στις ΗΠΑ την ημέρα των πεσόντων  Memorial Day, όπου τιμούν τους πεσόντες στους διάφορους πολέμους.  
Είναι επίσης και η ανεπίσημη αρχή του καλοκαιριού, μέρα όπου ανοίγουν οι πλαζ για κολύμπι, για τον απλό λαό είναι ένα τριήμερο αργίας όπου το εορτάζουν με μπάρμπεκιου, στα πάρκα ή στην αυλή των σπιτιών.

Έτσι κι εμείς το εορτάσαμε με μπάρμπεκιου στον κήπο  κι εγώ  με τον συνδετικό κρίκο της αιώρας προσπαθούσα να γεφυρώσω το χάσμα των γενεών ανάμεσα στον εγγονό και τον παππού.  
Γίναμε  φίλοι.     

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Οι Χαρές της Ζωής,




Αποφοίτηση.
 Χθες  το απόγευμα 24η Μαΐου 2012 αποφοίτησε απ το σχολείο
 Ursuline High School, η Εγγονούλα μας, Ελένη, είμαστε παρόντες στην εκδήλωση απονομής Διπλώματος, της ευχόμαστε τα συγχαρητήριά μας, την αγάπη μας και τις καλύτερες ευχές για μια καινούργια επιτυχία στο Κολλέγιο της αρεσκείας της.
Συμμεριστήκαμε την χαρά της…

Με την αγάπη μας,  
Ο Παππούς, η Γιαγιά και όλα τα υπόλοιπα μέλη  της  οικογενείας μας.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Παλιές γειτονιές, Νέας Υόρκης


Γιατί τα γράφω αυτά, μα γιατί είναι ανέμελες ιστοριούλες, τότε που υπήρχαν άφθονες φιλίες, τότε που δεν είχες μόνιμη πατρίδα, αλλά έκανες πατρίδα σου οποιαδήποτε  γη ξημερωνόσουν.    

Περιμένοντας μπάρκο, Coney Island Νέας Υόρκης, μια έξοδο για παγωτό.
Από αριστερά όρθιος  Μαζαράκης, Τζάκης,  Βαγγελάτος,  Κοκορίνης, Συμιακός, Παναγιωσούλης,  Χαράλαμπος  Πυλαρινός  Άνοιξη 1956


Ένας δικός μας ναυτικός χόρευε Ζεϊμπέκικο, μερακλωμένος  ακούγοντας αυτά τα ευγενή  άσματα, «Ο Χάρος την πόρτα μου κτυπά, Χτύπα κι εσύ καμπάνα...»   Μετά  μια κοπελιά δεν φαινόταν και πολύ νέα  χόρευε τον χορό της κοιλιάς, κρατώντας ένα μαντήλι που το περνούσε πάνω από το κεφάλι της, το κατέβαζε  στην πλάτη, στο στήθος, μετά σταματούσε και κουνιόταν μπροστά μας. Μερικοί πέταγαν  ‘χαρτούρα’ πράσινη= δολάρια.       
Οι άντρες στα γύρω τραπέζια αναστέναζαν, νοσταλγούσαν, δάκρυζαν, ναυτικοί σκαστοί από βαπόρια, μετανάστες  που ζούσαν απ’ τα ζάρια και τ’ άλογα, τυχοδιώκτες  ξέμπαρκοι  ναυτικοί, αποτυχημένοι φοιτητές, επιτυχημένοι μπίζνες μεν, όλοι αυτοί μαζευόταν στην 8η Λεωφόρο και 29 δρόμοι της Νέας Υόρκης. Μέσα απ’ τους καπνούς των τσιγάρων μια φωνή ακούστηκε, Ζήτω η Ελλάδα Η επιγραφή του κέντρου μονολεκτική, ένα χρώμα ροζ-πορτοκαλί με κόκκινο σε μαύρο φόντο:  «ΒΡΕΤΑΝΙΑ».
Και μετά τον χορό και το τραγούδι ερχόταν στο τραπέζι μας, τι θα πιει το κορίτσι, ρωτάγαμε με ελληνικό φιλότιμο, λέγαμε ένα ακόμα Αχ! Βαχ! Και καθόμαστε μέχρι τις μεγάλες ώρες.
Αχ αυτή η έρημη η θάλασσα, που μας έφερε,  μάλλον αυτή η αλλόκοτη πατρίδα, μια πατρίδα που δεν είχα γνωρίσει στην Ελλάδα, αλλά εδώ την γνώρισα, μου  είπαν αυτή είναι η μάνα μας Ελλάδα, την συντρόφευαν ο χορός της κοιλιάς, και τα αμάν! Αμάν!   .

Απέναντι στη γωνία το μπαρ του Κονταράτου, εκεί έπινες στα όρθια ή  σε σκαμπό, τριγύρω σου μαζευόταν κάθε καρυδιάς καρύδι που λένε, μυστικοί αστυνομικοί, πρεζάκηδες, ναυτικοί, γειτονοπούλες  πεταλούδες την νύχτας,  παρίσταναν τις πελάτισσες του μπαρ, δεν δεχόταν συζήτηση εκτός αν σε σύστηνε κάποιος  σαν έμπιστο  φίλο. Εκεί συνάντησα κι έναν φίλο Β! μηχανικό, είχαμε κάνει μαζί σε βαπόρι από τη Λίμνη Ευβοίας, τον Παναγιώτη Γ.
 Όλοι τους περιφέρονταν σαν γύπες γύρω από τους ναυτικούς, αυτούς που είχαν άδεια  κυνηγούσαν οι γυναίκες … τους σκαστούς οι μυστικοί.   

Και την άλλη μέρα  μετράγαμε πόσα μας έχουν απομείνει, ψάχναμε για μπάρκο στα γραφεία της γειτονιάς του Γουόλ Στριτ. Κτυπώντας πόρτες, οπουδήποτε έγραφε ναυτιλιακή εταιρία, προσφέροντας τον εαυτόν μας, λέγοντας στις γραμματείς ‘ψάχνω για δουλειά’ άσε που οι εταιρίες τοιχοκολλούσαν στα ξενοδοχεία του τότε, αν χρειαζόταν ναυτικούς.
Έτσι οι στιγμιαίες παρέες των φίλων ξέμπαρκων ναυτικών, χώριζαν αναλόγως τα ταξίδια των  βαποριών, για να μην ιδωθούν ποτέ πια,  άλλος πήγαινε για Ιαπωνία, άλλος για Ινδία, άλλος για Κούβα, άλλος για Ευρώπη.  
Και όμως πολλές φορές το φέρνει η τύχη και μαθαίνω για τους τότε φίλους, όπως τώρα τελευταία έμαθα ότι ο Διονύσης είναι στην Ιθάκη του, στο χωριό του, στην Ελλάδα, μια χρονική      περίοδο από 56 χρόνια.  
Όμως οι αναμνήσεις δεν φεύγουν, είναι εκεί γραμμένες με το ανεξίτηλο μελάνι, στο παιδικό μυαλό,  αυτό της κοινής μας προέλευσης σε μια  πάλη της επιβίωσης σε αλλότριες  ξένες χώρες.       

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης   

  



Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Η Ένωσης Επτανήσων μετά της Ελλάδος 21 Μαΐου 1864


Πηγή των 2 φωτογραφιών από το βιβλίο Εφτάνησα και Εφτανήσιοι του Ε. Ανδρεοσάτου
 Τα εφτά βέλη αντιπροσωπεύουν τα εφτά νησιά του Ιονίου.  


Μια φορά κι έναν καιρό, συνήθως έτσι αρχίζουν τα παραμύθια, μόνο που τούτο εδώ δεν είναι παραμύθι.
Όταν λοιπόν οι Ιταλοί κατακτητές το 1941 κατέκτησαν τα Ιόνια νησιά, κατάσχεσαν ένα από τα σπίτι μας στα Μαρκάτα  Πυλαρου  Κεφαλονιάς, εκεί έμεναν Ιταλοί φαντάροι, μαζί με την πείνα και τη μιζέρια μας έφεραν  και δικό μας Ιονικό χαρτονόμισμα, έχον κυκλοφορία στα Ιόνια νησιά,   μας έφεραν σπίρτα (κιάκια) ιταλικά τα οποία δεν ήταν ασφαλείας μπορούσες να τ’ ανάψεις τρίβοντάς τα στην σόλα του παπουτσιού σου αν είχες παπούτσια  ή σε μια πέτρα. Ήταν άσπρα με κόκκινο κεφάλι, κατασκευασμένα από ρολαρισμένο κερόχαρτο, το κουτί ή «σκάτουλα» απ’ έξω είχε στην φωτογραφία το λιοντάρι της Βενετίας κρατώντας ένα βιβλίο με τη φράση: (Pax Tibi Marce, Evangelista Meus)  ίσως να ήθελα να αναβιώσουν την Ενετική αυτοκρατορία τους. 
Όμως  η Κεφαλονιά  έγινε ο τάφος τους. 
Α! μας έφεραν και την τρίχρωμη ιταλική σημαία, ρίζωσαν ένα ελληνικό κυπαρισσόκορμο  εκεί στο υψωματάκι της Αβιζανιάς στο χωριό μου,  την ανέβαζαν με την ανατολή του ηλίου, κυμάτιζε με την πνοή του ελληνικού άνεμου,    με τη δύση του ηλίου ένα τιμητικό απόσπασμα  έκανε παρουσιάστε την κατέβαζαν την δίπλωναν, εμείς ξυπόλητα παιδιά του δρόμου  τρέχαμε από πίσω τους και παρακολουθούσαμε τα καθέκαστα.  Ακόμα ένα, έγραψαν στην είσοδο του Σχολείου Δημοτικό Σχολείο… στην Ιταλική γλώσσα,  στις Ιταλικές εορτές τους μας μοίραζαν μπομπότα με σταφίδες, ένα τόσο δα μικρό κομματάκι.    




Χωρίς Λόγια:
 Σας αντιγράφω το άρθρο 5 της συνθήκης της Ένωσης των Ιονίων Νήσων μετά της Ελλάδος υπογραφείσα εν Λονδίνο την 17 (29) Μαΐου  1864
                                               Άρθρον  5
Η βουλή της Ηνωμένης Πολιτείας των Ιονίων Νήσων θέσπισε, δια ψηφίσματος εκδοθέν τη 7/19 Οκτωβρίου 1863, ότι το ποσόν των 10 χιλιάδων λιρών στερλινών καθιερούται   ετησίως εις αύξησιν της Ανακτορικής χορηγίας της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως των Ελλήνων , κατά μηνιαίας δόσεις, καταβαλλόμενο, εις τρόπον ώστε  ν’ αποτελέσει το πρώτον εισπρακτέων φόρον επί του εισοδήματος των Ιονίων Νήσων, εκτός αν ληφθεί πρόνοια κατά τους συνταγματικούς τύπους δια την απότισιν αυτού εκ των εισοδημάτων του Βασιλείου της Ελλάδος. Κατά συνέπιαν η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς των Ελλήνων υποχρεούνται να εφαρμόσει το Ψήφισμα τούτο.     

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
     




Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Όχι, δεν χρωστάγαμε κανενός τίποτα,



Παρακολουθώντας την εκπομπή Εικόνες του τηλεοπτικού σταθμού  ΑΛΦΑ  εντύπωση μου έκανε  το επιφώνημα του παρουσιαστή ότι οι εικόνες που παρουσιάστηκαν μπρος στα μάτια του είναι από τις πιο πρωτόγονες περασμένων αιώνων. Ήταν λοιπόν ένα αλώνι, τρία άλογα γυρίζοντας γύρω, γύρω να αλωνίζουν ίσον να ποδοπατούν τα στάχυα να ξεχωρίζει ο καρπός το σιτάρι και μετά να το παίρνει με τις φούχτες  να το πετάει ψηλά αυτός που οδηγούσε τ’ άλογα, έτσι ο αέρας έπαιρνε τα άχυρα και ο καρπός σαν πιο βαρύς έπεφτε στο αλώνι.
Μια πανοραμική  σκηνή στην Βενεζουέλα σε ένα χωριό Los Nevados    όπου είχαν ταξιδέψει οι φωτορεπόρτερ,  δημοσιογράφοι του ΑΛΦΑ να γνωρίσουν την Mérida και τους ψηλότερους καταρράκτες του κόσμου El Salto del  Ángel, το νησί Μαργαρίτα κι άλλα που δεν είχα προλάβει να δω.
Μου φαίνεται ότι ήταν μόλις χθες που η ίδια σκηνή τα άλογα να τρέχουν στο πέτρινο αλώνι να ποδοπατούν τα χρυσά στάχυα, ο εργάτης να φορά ένα ψάθινο καπέλο, με ένα μαντήλι να ξεκινά απ’ το καπέλο προς την πλάτη  του, κρατώντας ένα καμουτσί να φωνάζει προσταγές οδηγώντας τα άλογα.    Μετά  μαζί με γυναίκες  ν’ ανεμίζουν με ένα δικριάνι (κάτι σαν την τρίαινα του Ποσειδώνα) πετώντας τ’ άχυρα ψηλά που ταξίδευαν στον άνεμο, έτσι ο καρπός έπεφτε στο έδαφος, όλα αυτά με την βοήθεια του  απογευματινού βορειοδυτικού   Μαΐστρου όπου φύσαγε απ’ το κανάλι του Μύρτου στην Πύλαρο Κεφαλληνίας.
Οι ανεμόμυλοι τρεις στη σειρά περίμεναν να αλέσουν το σιτάρι σε ένα αλεύρι όπου όταν το κοσκίνιζε η μάνα, τα πίτουρα τα τρώγανε οι κότες κι εμείς το ψωμί, ένα ψωμί νόστιμο μαύρο.
Το ψήσιμο του ψωμιού ήταν μια δουλειά 24 ωρών. Αποβραδίς η μάνα ανάπιανε προζύμι τα χαράματα  4 η ώρα σηκωνόταν και ζύμωνε με τα χέρια σε ξύλινη σκάφη όπου την σκέπαζε με κουβέρτες  αφού η ζύμη φούσκωνε μετά από 2 ώρες περίπου, έπλαθε το ψωμί το έβαζε το κάθε κομμάτι ζύμης σε μια  ειδικά κατασκευασμένη ξύλινη   ‘πινακωτή’ όπου είχε 18 τετραγωνάκια,  εκεί παρέμενε ακόμα 2 ώρες μέχρι να ξανα-φουσκώσει η ζύμη, μετά έκαιγε  τον φούρνο φτιαγμένο από πηλό και τούβλα  με ξύλα από το βουνό, μέχρι  ν’ ασπρίσει, περίπου 2 ώρες ,  καθάριζε με μια πάνα βρεγμένη  τον φούρνο,  έβανε την κάθε ζύμη σε ένα ξύλινο φτυάρι την τοποθετούσε στο βάθος όταν γέμιζε έκλεινε την πόρτα του φούρνου κι έβαζε απ έξω χόβολη. Όλο το χωριό μύριζε, για εμάς τα παιδιά όταν έξυνε τη σκάφη από τη ζύμη μας έκανε κάθε ενός μας και μια κουλούρα «λειψές»  τις ανακάτευε με ξύγκι γίδας, αυτό που κρεμόταν απ’ το φανάρι, (το βούτυρο του φτωχού)  και τις τρώγαμε ζεστές.  Μια ζωή γεμάτη αθωότητα, απλότητα, απομόνωση, συντροφικότητα, σαν να ήμασταν παιδιά της μητέρας γης, η οποία αν και πέτρινη νοιαζόταν να μας θρέψει, όπως μπορούσε, έστω αν κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό! 
Όχι δεν χρωστάγαμε κανενός τίποτα, δεν  είχαμε ηλεκτρικό, ούτε τρεχούμενο νερό, αλλά μόνο άφθονο αέρα, με αυτόν αναπνέαμε, αυτός ήταν και η κινητήριος δύναμη.        

 Γαβριήλ    Παναγιωσούλης   





Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Happy Mother's Day


Happy Mother’s day
Feliz día de las madres
Ευτυχισμένη μέρα της μητέρας.

Χρόνια πολλά σε όλες τις μητέρες του κόσμου, μια χαρούμενη κι ευτυχισμένη μέρα, με ένα μπουκέτο μυρωδάτα κρινολούλουδα.



Μαζί με μια συνάντηση φίλων, εορτάσαμε την γιορτή της μητέρας τιμώντας τις μητέρες από όπου και η  φωτογραφία.   

 Και λίγη ιστορία:
Η δεύτερη Κυριακή του Μάη που καθιερώθηκε σαν εθνική γιορτή της μητέρας στις ΗΠΑ οφείλεται στην έμπνευση  μιας γυναίκας από τη Φιλαδέλφεια της δασκάλας Άννας Τζάρβις θέλοντας να τιμήσει τη μνήμη της μητέρας της -που αγωνίστηκε για τη συμφιλίωση Βορείων και Νοτίων Αμερικανών, μετά τη λήξη του Αμερικανικού Εμφυλίου πολέμου το 1864- ξεκίνησε το 1907 μια εκστρατεία για να καθιερωθεί μια επίσημη γιορτή της μητέρας.
Η προσπάθειά της είχε απήχηση και η γιορτή της μητέρας έγινε επίσημα εθνική γιορτή στις ΗΠΑ στις 8 Μαΐου 1914 με προεδρικό διάταγμα του 28ου Αμερικανού προέδρου, Τόμας Γούντροου Ουίλσον, που όριζε την δεύτερη Κυριακή του Μάη σαν Ημέρα της Μητέρας. 
 Πηγή Εθνικός Κήρυξ ΝΥ
 

Στον κόσμο τρέχοντας
ο νέος διαβάτης
πέφτει στ' αγνώριστα                                    
βράχια τσ’ απάτης                            
και αναστενάζοντας,
Μάνα μου! Λέει,                                      
Μάνα! Και κλαίει.
 Γεράσιμος Μαρκοράς


                                                                          Γαβριήλ  Παναγιωσούλης






Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Έτσι ήταν η Ελλάδα μας:



Δυστυχώς,  δεν μπορώ να ξεχάσω!  
Ήταν δύο του Φλεβάρη τότε  που το βαπόρι καθυστέρησε να φτάσει στο λιμάνι της Σάμης,  ήταν προγραμματισμένο για τις πέντε το απόγευμα, δεν φάνηκε, νύχτωσε, που θα την βγάναμε; Πήγαμε μαζί με άλλους σε μια αίθουσα με τραπέζια, κάπου βρήκα μια καρέκλα έκατσα λιγάκι, μετά κάποιος φώναξε όλοι έξω την αίθουσα θα τα καταλάβει ο Αστραπόγιαννος με τα παλληκάρια του, (ήταν οι Αντάρτες) βγήκα μόνος και περπάτησα στον μόλο εκεί με έπιασαν τα κλάματα.
Κάποιος με είδε και με ρώτησε γιατί κλαις; Μετέφερε το μήνυμα στον πατέρα μου κι αυτός αργότερα μου τόγραψε και με ρωτούσε το γιατί έκλαιγα;
Την άλλη μέρα φάνηκε το βαπόρι, φουντάρισε αρόδου, με μια βάρκα με κουπιά πήγα μέσα, εντύπωση μεγάλη μου έκαναν τα ηλεκτρικά φώτα, οι λάμπες το φως, ξεκινήσαμε για τον Πειραιά.
Έκανε και κρύο, ήταν η τελευταία φορά για πολλά, πολλά χρόνια που έβλεπα τα βουνά της Κεφαλονιάς. Η Ελλάδα διαλυμένη, οι κυβερνήσεις άλλαζαν σαν πουκάμισα,  ο κόσμος δεινοπαθούσε, η δραχμή άστατο νόμισμα, όλες οι σταθερές συναλλαγές γινόταν σε χάρτινες λίρες Αγγλίας, θυμάμαι όταν πρωτο-μπαρκάρισα ο μισθός μου ήταν 21λίρες  και 16 σελίνια.
Το σχέδιο Μάρσαλ ήταν στην ημερησία διάταξη,  στην λεωφόρο Συγγρού κοντά στον Αϊ  Σώστη ήταν ένα κτίριο χρώματος σαν αλουμίνιο κι έγραφε όπως και οι πινακίδες αυτοκινήτων αυτών που μπαινόβγαιναν  AMAG, κρύωνα δεν είχα ρούχα παρακάλεσα έναν οδηγό των κίτρινων λεωφορείων  της Πάουερ  και με πήγε στο γιουσουρούμ της οδός Αθηνάς  και κονόμησα ένα πανωφόρι αυτά τα αμερικάνικα αποφόρια.        
Φίλος  που εργαζόταν στην στρατιωτική αγγλική βάση NAAFI στο Ρουφ με πήρε μαζί του, τα κορίτσια με κέρασαν πουτίγκα με σταφίδες, οι κυβερνήσεις έπεφταν η μια πίσω από την άλλη, η αξία του δολαρίου 15.000 δρχ. μετά αφότου είχα φύγει έγινε υποτίμηση  της δραχμής, κατά 100% το δολάριο  30.000…
Κι εμείς με κοντά παντελονάκια άφραγκοι τρέχαμε στους χωματόδρομους της Καλλιθέας,  και στον κάμπο του Ιπποδρομίου όπου αμερικανοί ναύτες του 6ου στόλου παίζανε Μπέιζμπολ, απλώναμε τα χέρια και λέγαμε Μίστερ Τσίκλα…
Μου θύμισε τα μικρά παιδιά το Μπανγκλαντές με το Μίστερ  μπαξίσι…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
       

    


Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Για να Μην ξεχνάμε, ότι κι αυτοί, οι τότε ηταν ¨Ελληνες:


Παλαιότερα ήταν το έτος 1946 1η Απριλίου, γινόταν δημοψήφισμα στην Ελλάδα και ήταν υποχρεωτικό να ψηφίσεις. Το δημοψήφισμα ήταν αν θέλει ο λαός  να γυρίσει στην Ελλάδα ο βασιλιάς, ο Γεώργιος ο Βου.
 Ήμουν μικρός δεν είχα δικαίωμα ψήφου, αλλά μια και το σχολείο μας το θεωρούσα κάτι σα δεύτερό μου σπίτι ήμουν παρών στο προαύλιο του όταν οι κάτοικοι ψήφιζαν.  Τα ψηφοδέλτια ήταν 3 ένα ΝΑΙ, ένα ΟΧΙ, κι ένα ΛΕΥΚΟ.
Στην πόρτα το σχολείου είχαν τοποθετηθεί δυο μαγκουροφόροι, σαν Ηρακλείδες το μόνο που έλλειπε ήταν το στέμμα  και το μότο «Η ισχύς μου, η αγάπη του Λαού»

Αλλά δεν έχει και πολύ σημασία μια που πολλοί κάτοικοι, μετά βίας καπάκιζαν το αλφαβήτα. Όταν ο πολίτης εκτελούσε το καθήκον του και ψήφιζε κατά την αρέσκεια του, βγαίνοντας στην πόρτα οι μαγκουροφόροι του ζητούσαν να τους δείξει τα εναπομείναντα άχρηστα ψηφοδέλτια.  Θα έπρεπε να έχει δυο το λευκό και το Όχι, σημείο ότι είχε ψηφίσει ΝΑΙ  Αν δεν ήταν έτσι τον έπαιρναν παράμερα και τον ξυλοφόρτωναν  με τις μαγκούρες κι αυτός ο φουκαράς έτρεχε να γλυτώσει τη ζωή του…. Έτσι με την βία  κατόρθωσαν και  ξαναϊδρύθηκε η Βασιλεία στην Ελλάδα….
Όμως ο τότε κατατρεγμένος, φτωχός Ελληνικός λαός δεν είχε εναλλακτική επιλογή

Σήμερα όμως έχουν αλλάξει τα πράγματα, οι εθνοσωτήρες μας περιμένουν να εκλεγούν, από έναν λαό που τον έχουν καταδυναστεύσει  αυτοί οι ίδιοι, που τον έχουν βουλιάξει στο χρέος  και το πιο παράξενο είναι ότι όλοι υπόσχονται, μα και ο κάθε ένας χωριστά  ότι αυτοί ξέρουν την λύση του προβλήματος.  
Κι εγώ ως απλός άνθρωπος  λέω: Είναι Απορίας άξιον αφού οι εθνοσωτήρες  ήξεραν τη λύση,   γιατί άφησαν την Ελλάδα Να βουλιάξει στο χρέος και στην  ρεμούλα;        

Γαβριήλ Παναγιωσούλης