Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Κι έμεινα μόνος


Αφού έγραψε το γράμμα σε μια κόλα χαρτί στο πισινό  μέρος ενός καθρέφτη που ακουμπούσε στα πόδια της επάνω, καθισμένη καθώς ήταν στην καρέκλα,  σάλιωσε τον φάκελο, τον πίεσε απότομα  για να κολλήσει ακούσαμε ένα κραχ ο καθρέφτης έγινε χίλια κομμάτια.
 -Εφτά  χρόνια κακή τύχη  θα έχουμε, μου είπε,
-αυτό εννοεί το σπάσιμο του καθρέφτη.
-λες να φτάσουμε ως εκεί; Είπα.
 Ότι είχαμε πρωτοσμίξει με την Μάρθα.   
 Αν πόναγε κάπου τουλάχιστον θα ήξερα τι είναι, αλλά αυτή η ατελείωτη υπνηλία με φόβιζε. Βγήκα έξω να πάρω λίγο φρέσκο αέρα.  Η Μάρθα ήταν μουσκεμένη στον ιδρώτα πέταξε από πάνω της τα σεντόνια κι έμεινε γυμνή, έγειρε το κεφάλι και ξανά κοιμήθηκε.

Μια πνοή ανέμου έκανε την φλόγα απ το καντήλι να τρεμοσβήνει.

Ξύπνησε από τον θόρυβο που έκανε το παραθυρόφυλλο χτυπώντας τον τοίχο, έκανε να σηκωθεί, αισθάνθηκε αδύνατη και ξανάπεσε στο κρεβάτι. Τα χείλη της υγρά ρώτησαν;
-Εσύ είσαι μάνα;
-Εγώ είμαι κόρη μου.
-Μα γιατί ήρθες να με δεις αφού είσαι πεθαμένη;
Η Έμμα μια γειτόνισσα με κοίταξε, κατάλαβε ότι η Μάρθα παραμιλούσε.
Ζύγωσε δίπλα της, άνοιξε τα μάτια.
-Ακούω φωνές της νύχτας, είναι ψυχές που φτερουγίζουν, τις ακούς  Έμμα;
-Όχι δεν ακούω τίποτα,
Ακούς τον αέρα που σφυρίζει; 
-Όχι,
-Πιστεύεις στον παράδεισο;
-Ναι και στην κόλαση.
-Εγώ δεν ξέρω.  
Ο παπάς με την θεία μετάληψη έμεινε στον δρόμο, δεν πρόλαβε.
Όλα τελείωσαν, έφυγα.
 Πήρα τον δρόμο του γυρισμού προς το λιμάνι, η πανσέληνο με συντρόφευε, κατάλαβα πως ήσουν εσύ Μάρθα, οι αχτίνες της περνούσαν από τα υγρά σου χείλη και με χάιδευαν.

Μπήκα στο μπαρ γεμάτο ναυτικούς και γυναίκες κάθισα σε σκαμπό παράγγειλα πιοτό ήθελα να  ξεχάσω, να ξαναγίνω όπως πρώτα, εκεί βρήκα την Ζόϊλα,   την έκανα πέρα, μετά ήρθε η Μαρίνα να μου πει τα νέα ότι παντρεύτηκε, ήρθε η  Αυγουστίνα και η Ντέλμη με χαιρέτισαν, με  κοίταζαν. Τι κρίμα αισθάνθηκα, διαφορετικός από πρώτα σαν  χαμένος, τελικά  ήρθε  η ιδιοκτήτρια παλιά μου γνωστή,  έβαλε το χέρι της στην πλάτη μου σα να ήθελε να με προστατεύσει μην στενοχωριέσαι για τίποτα, έλα αύριο στο σπίτι θα μαγειρέψει ο Χρήστος, πήγα, πάνω στα κέφια τους τελείωσε η φιάλη του γκάζι, δεν πρόλαβε να μαγειρέψει, ήταν Κυριακή κι όλα κλειστά ήπια ακόμη δυο μπύρες μεζές  φιστίκια, κι έφυγα…
 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

 

 

 

 

 

10 σχόλια:

Μηθυμναίος είπε...

Φοβάμαι –και φοβάμαι πολύ– Γάβο να το εκστομίσω αλλά θα πρέπει εσείς οι ναυτικοί να ήσασταν τελικά ευλογημένοι από κάποιον φιλεύσπλαχνο Θεό, αρχαίο ή σύγχρονο δεν ξέρω, αλλά τόση αφθονία από γυναίκες…

Τι λάθος αυτό του στιχουργού που έγραψε το «κάθε λιμάνι και καημός»… Τι καημός και τι «κι έμεινα μόνος» μου λες τώρα… εδώ παρέλαση "τρυφερών υπάρξεων" και "παραδεισένιων ονομάτων" γινόταν εμπρός σου, φίλε μου.

Να 'σαι καλά να θυμάσαι όλα αυτά τα ωραία που συντρόφευαν τη ζωή σου!

pylaros είπε...

Πολλές φορές φίλε μου Στράτο είπα να μην ξαναγράψω για περιπέτειες, ναυτικών, ταξιτζήδων και γυναικών και φυσικά μπαρ που όλα ανακατεμένα μας δίνουν την πολύχρωμη ζωή ειδικά στην λατινική Αμερική, με την διαφορετική estructura της ζωής κλπ...
Διαφέρουν από την στερεοτυπική ζωή των λιμανιών σε άλλα κράτη, όμως φίλε με τούτον τον απαίσιο καιρό χιονίζει και πάγο το να ξεμυτίσεις έξω είναι πρόβλημα κλείνομαι στον εαυτόν μου και θυμάμαι, αυτά που κάποτε είχα εν αφθονία και όμως ήμουν very selective.

Τι άλλο να πω, το ότι τελείωσε η μπουκάλα του γκαζιού για μαγείρεμα και είχαμε ετοιμαστεί για φαγητό, όμως ήταν Κυριακή όλα κλειστά... τέλος πάντων, τέλος καλό όλα καλά
ευχαριστώ

Γαβριήλ

Αστοριανή είπε...

Όλα τελείωσαν, έφυγα.
Πήρα τον δρόμο του γυρισμού προς το λιμάνι, η πανσέληνο με συντρόφευε, κατάλαβα πως ήσουν εσύ Μάρθα, οι αχτίνες της περνούσαν από τα υγρά σου χείλη και με χάιδευαν. ΓΠ


...Γαβρίλη μου, καλημέρα!!!!!
Φρέσκος, πασπαλισμένος κουραμπιές... κι η δική μας πίσω αυλη. Ακόμη ρίχνει...

κι είπα να ... ρίξω μια ματιά για κείνα που λέγαμε και διαβάσαμε χθες "για μεγάλους καθηγητές..."

-θεούλη μου, βάλε γνώση και σε μας που ασχολούμαστε...

και διπλοδιάβασα το νέο σου δημιούργημα. Γαβρίλη μου, άφησε το βοριά να λυσσομανάει, άσε και τους πάγους να γίνονται καθρέφτες...κάτω από τα πόδια εκείνων που τολμούν...

συμπλήρωσε κι άλλα
και κάνε τα μια ...εύγευστη συλλογή.
Το χάρηκα... κι ας αναρωτιέμαι : Πού πήγαν οι ...άρρενες;;;

Κυριακάτικο φιλί
που αχνίζει "μέσα:...

Υιώτα

pylaros είπε...

Καλημέρα,
το Χιόνι έεκα που ανέβηκε η θερμοκρασία είναι βαρύ, το πως θα ξεχιονίσω ένας Θεός το ξέρει.

Κι εμένα μου φανηκε ύποπτο αυτό το: Καθηγητής σε αμερικανικά πανεπιστήμια χωρίς να λέει που και σε ποιο;
Λες να πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες;

χαιρετώ

Γαβριήλ

υ.γ. όσο για το ου πήγαν οι άρρενες

τι να πω Διαφορετική Κουτλούρα, μη μπλεξήματος

dennis kontarinis είπε...

Καλημέρα φίλε.
Άλλη μιά φορά αφήνεις την υπογραφή σου σ΄αυτά που μπορείς ναζ δίνεις.
Νάσαι καλά.

pylaros είπε...

Ευχαριστώ σε φίλε Ντένη,


Είναι κι αυτές οι περιπετιες μιας περσαμένης ζωής

σε είδα πάλι στην Εφημερίδα

καληνύχτα
Γαβριήλ

me (maria) είπε...

"Πήρα τον δρόμο του γυρισμού προς το λιμάνι, η πανσέληνο με συντρόφευε, κατάλαβα πως ήσουν εσύ Μάρθα, οι αχτίνες της περνούσαν από τα υγρά σου χείλη και με χάιδευαν."

Αυτή η φράση έμεινε να με γυροφέρνε...κι όλο συλλογιέμαι τι θα γίνονταν αν εκείνος ο καθρέπτης δεν έσπαγε!
Άραγε θα άλλαζε η ιστορία?
Καλή Σαρακοστή!

nikol είπε...

Τα μάτια και τα αισθήματα του ναυτικού είναι γεμάτα καλέ μου Γαβριήλ από όλων των ειδών τις ιστορίες !!! Αλλοτε με την τρυφερότητα της γυναικείας αγκαλιάς, άλλοτε με την άγρια όψη των σκοτεινών δυνάμεων !!!
Καλή Σαρακοστή !!!

pylaros είπε...

Αγαπητή Μαρία,

Αν ο καθρέφτης δεν έσπαγε!
Είναι τα πιστεύω μιας άλλης κουλτούρας νομίζω λίγο διαφορετική απ' την δικιά μας,
μιας κουλτούρας όπου έχουν τόσες πολλές ερμηνείες για το κάθε τι ώστε σε κάνει να πιστεύεις ότι, ότι και να συμβεί είναι γιατί έτσι ήταν γραφτό.
Θα σου αναφέρω μια άλλη συνήθεια για να μην ματιάσεις ένα μωρό όταν γεννηθεί και το βλέπεις για πρώτη φορά.
Σου το δίνουν στην αγκαλιά σου να το σηκώσεις στα μπράτσα σου ώστε να αποφύγει (το μωρό) το μάτιασμα.

σε ευχαριστώ πολύ
Γαβριήλ

καλή σαρακοστή

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Νικόλ, Ελπίζω να έγινες καλά από τον "τεντονίτη"

τον καιρό που ταξίδευα τα ταξίδια με τα ποντοπόρα πλοία ήταν και 40-45 ημερών μόνο να βλέπεις ουρανό και θάλασσα.
σε αυτή την κατάσταση ο ναυτικός μεγαλοποιεί τα όνειρά του, ή ακόμη σκέφτεται το πως θα γλεντήσει στο λιμάνι, ή ακόμη όταν έχει έναν πόνο μια απογοήτευση, έναν καημό η μοναξιά της θάλασσας και η σκληρή ζωή τον κάνει τόσο διαφορετικό απ τους στεριανούς.
Μέσα σε λίγες μέρες που θα είναι στο λιμάνι τρέχει να τα προλάβει όλα, όσα δεν χάρηκε στο πέλαγος ακόμα και την ανθρώπινη σχέση...

Σε ευχαριστώ
πάντα με την αγάπη μου

Γαβριήλ

υ.γ. καλή σαρακοστή