Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Ένας σταθμός στο Πουθενά

                              Ένας  σταθμός, στο  Πουθενά
   
           
Το τραίνο σφύριξε ένα συρτό ουρλιαχτό, η ατμομηχανή ξέρναγε  καπνό, κόκκοι μαύρης κάπνας αιωρούνταν στον αέρα και κόλλαγαν στα ιδρωμένα πρόσωπα των ανθρώπων  αυτών που  ταξίδευαν. Άνθρωποι του λαού, με μπογαλάκια στην πλάτη τους, με δίχτυα φρούτα, με μπανάνες, με κοτόπουλα  δεμένα από τα πόδια, άλλα σε κλουβιά τα οποία   έσκουζαν λες και τους έβανες το μαχαίρι στο λαιμό, όλοι αυτοί πήγαιναν για την  πρωτεύουσα, ή τους ενδιάμεσους σταθμούς.  Ο χώρος στο δάπεδο του βαγονιού ήταν γεμάτος από τα συμπράγκαλα αυτά, που ανάμεσά τους πηδούσαν  γυναίκες πουλώντας μαύρο καφέ με ζάχαρη ή κακάο. Οι επιβάτισσες γυναίκες είχαν δεμένα με φασκιές  στην πλάτη  τα μωρά τους, όταν καθόταν αν υπήρχε κάθισμα τα έφερναν μπροστά στο στήθος τους, άνοιγαν την σχισμή της μπλούζας  τους και τα βύζαιναν, ώστε να σταματήσουν  το κλάμα. Οι άντρες με τα πλατύγυρα ψάθινα καπέλα τους έκρυβαν το λιγοστό φώς που υπήρχε στο βαγόνι. Ακουγόταν ο ρυθμικός χτύπος της ατμομηχανής και από τα παράθυρα φαινόταν ο μαυρόασπρος καπνός που έτρεχε κι αυτός αντίθετα από το τραίνο.  
Καθισμένος στριμωγμένος σ’ ένα ξύλινο παγκάκι ονειρευόμουν  τον εαυτόν μου πρωταγωνιστή καουμπόικης ταινίας του περασμένου αιώνα και όλοι αυτοί οι συνταξιδιώτες μου κομπάρσοι ήμουν ο πρωταγωνιστής, περιέργως αισθανόμουν ευτυχισμένος. Το άγνωστο το απρόοπτο με ενθουσίαζε, καθώς οι συνεπιβάτες μου με κοίταζαν περίεργα έβλεπα τον εαυτόν μου να ξεχωρίζει, ίσως να με θεωρούσαν κανένα ιεροκήρυκα Ευαγγελιστή από αυτούς που αφθονούν σε αυτά τα μέρη οι οποίοι πασχίζουν να σώσουν τις ψυχές των ιθαγενών, ή ας πούμε κανένα  ανθρωπολόγο, που ψάχνει για να βρει στάχτες και κόκκαλα.  Κανείς δεν ήξερε ότι ο    προορισμός μου ήταν ένας σταθμός στην τροπική ζούγκλα, στο μέσον του πουθενά.

Εκεί με περίμενε η Ούλντα για να ζήσουμε μακριά από το μίασμα του πολιτισμού μας, όπως οι πρωτόπλαστοι. Ήταν αυτή η απλότητα, αυτή η ελευθερία  σώματος και νου, να τα κουμαντάρεις όπως εσύ θέλεις, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την έγνοια του αύριο, αλλά να ζεις  μόνο για το σήμερα, ήταν αυτό που με ενθουσίαζε. Ήταν μια καινούργια ζωή, έτσι όπως την έπλασε ο πλάστης, κάτι σαν τον κήπο της ΕΔΕΜ  χωρίς τον απαγορευμένο καρπό, μα και χωρίς το φίδι. Τα μόνα που ήταν οι νυχτερίδες τη νύχτα πετούσαν γύρω μας  λες και ήταν ψυχές, μετά τα όρνεα αυτά τα πουλιά έκαναν κάθετες εφορμήσεις σε  οτιδήποτε κινιόταν, ένας γείτονας οπαδός μια θρησκευτικής αίρεσης μας έφερε πεσκέσι κρέας από αγριογούρουνο που είχε σκοτώσει. Α! ναι υπήρχαν και ιγουάνας αυτά τα άκακα ζώα, μας κάλεσαν σε τραπέζι την φάγαμε κοκκινιστή με ατσιότε κάτι σαν πάπρικα.
Μετά τα ψάρια της λίμνης, άφθονα, σκάβαμε στις ρίζες από μπανανιές βγάζαμε σκουληκάκια για δόλωμα,  όσα ψάρια μας περίσσευαν τα κάναμε λιαστά με αλάτι.  Για νερό αποβραδίς ανοίγαμε έναν λάκκο, τον σκεπάζαμε με φύλλα μπανανιάς, το πρωί ήταν γεμάτος γάργαρο τρεχούμενο νερό.   
 Τις νύχτες τ’ αστέρια μας έστελναν το φως τους σαν ουράνιες πυγολαμπίδες κι εγώ έβλεπα τον κόσμο μου στις θάλασσες των ματιών της. 
Ο ήλιος στην αρχή της ημέρας μας θώπευε, μετά μας τσουρούφλιζε, οι φυλλωσιές των δένδρων μας προστάτευαν, τα ρυάκια μας δρόσιζαν. Οι σταγόνες της βροχής χάραζαν στα μάγουλά μας την υπογραφή μιας παντοτινής αφοσίωσης.
Η φωλιά μας ήταν ο παράδεισός μας. Αυτή η πράσινη  ευτυχία είχε γεμίσει τις καρδιές μας. Πόσο καιρό κράτησε μα μόνο τρεις μήνες, μετά αποζήτησα τον πολιτισμό, την μολυσμένη ατμόσφαιρα, την ηχορύπανση, τον ηλεκτρισμό, τους ανθρώπους.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

                                                                           ***



10 σχόλια:

Maria Kanellaki είπε...

Ένας σταθμός στην παραδείσια αφήγησή σου.
Παρασύρθηκα γλυκά στην μικρή Εδέμ και ένιωσα για λίγο το άγνωστο συναίσθημα να ζεις μόνο για το σήμερα.
Άλλο ένα υπέροχο ταξίδι στο τρένο των αναμνήσεών σου κ. Γαβριήλ!
Τα σέβη μου και τον θαυμασμό μου!

Dennis Kontarinis είπε...

Γι΄ακόμα μια φορά πολύ όμορφα δοσμένα αυτά που θέλεις να πεις.
Υπέροχο να ζεις μόνο με τη σύντροφό σου μέσα στη φύση.
Νάσαι καλά.

Αστοριανή είπε...

...ονειρική φωλιά του τότε
και αναλαμπή του τώρα...

Φιλιά,
Υιώτα

nikol είπε...

Ξαναγυρίζω πάλι εδώ που νιώθω κάπως σαν σπίτι μου αφού σε όλες τις αφηγήσεις σου υπάρχει μια σκηνή που ανασύρεται από το παρελθόν !!!
Ολα όσα είδα και έζησα και έμαθα στην τροπική χώρα που ζούσα !!!
Μια παρέα 10 φοιτητών πήγαμε και κατασκηνώσαμε στις όχθες του Ορινόκο , τρώγαμε ψάρια , γιούκα και οκούμο , ακόμα και κασάβε !!
Ψαρεύαμε χωρίς φόβο τα πιράνχας και τα τρώγαμε!!!
Ολη η αλήθεια σου εδώ μαζεμένη !!
Να είσαι καλά

Μηθυμναίος είπε...

Για να συνταιριάξω κι εγώ τα λόγια μου με της Νικόλ, θα ομολογήσω πως, παρότι λάτρης τη φύσης, δεν ήμουν πολύ της περιπέτειας ή μάλλον της μακράς περιπέτειας. Μόνο για λίγο απ’ το καθένα για μια-δυο μέρες. Κι ας «είδα, έζησα και έμαθα» στην ίδια τροπική χώρα.

Πάντα οι ιστορίες σου θα έχουν αυτό το πάντρεμα: της ξεγνοιασιάς, του απρόβλεπτου, του μυστηρίου και τελικά του happy end!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου κ. Κανελλάκη,

Στην ζωή μας όλα είναι προγραμματισμένα, την τάδε ώρα θα ξυπνήσεις, την τάδε θα φας θα κοιμηθείς θα, θα, θα,
Στο διάβα της νιότης αυτό το κούρδισμα της ζωής σου λες και είσαι ρολόι σου φαίνεται αβάσταχτο. Κι εγώ το είχα για πολλά χρόνια.
όταν τύχη και το κέντρισμα της αγάπης τότε τα χτυπάς κάτω και απομακρύνεσαι από τον κόσμο του συστήματος, λες από σήμερα θα ζήσω ελεύθερος και μόνο για σήμερα.
Αύριο έχει ο Θεός!

Ευχαριστώ
με εκτίμηση

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Φίλε Ντένη,
Η νιότης μας με το σήμερα τα χωρίζει ένα βάραθρο γνώσεων και αποστάσεων.

Σήμερα που γυρνώ το κεφάλι σε αυτά που με ακολουθούν, (οι μνήμες) λέω ότι έζησα κι ένα κομματάκι της ζωής μου σαν ήρωας από τα μυθιστορήματα αυτά που διάβαζα μικρός...


Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Γιώτα,

Πράγματι τα περασμένα είναι μια αναλαμπή του σήμερα που προσπαθώ να τα ενώσω να βρω ένα κοινό παρονομαστή.

Και το χειρότερο μόνο εγώ γνωρίζω το πόσο δύσκολο είναι αυτό.

ευχαριστώ
χαιρετισμούς Δημήτρη

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Νικόλ!
Η ζωή μας κατά κάποιον τρόπο μοιάζε σαν Λούκι όπου πρέπει να ζούμε σε μια κοινωνία που θεωρείται η πρέπουσα, αυτή που άλλοι συνάνθρωποί μας χάραξαν...
Για χρόνια ήμουν κάτω από το καθεστώς ορισμένη ώρα θα ξυπνήσεις θα φας θα πας για δουλειά, θα κοιμηθείς κλπ. (Στα βαπόρια) Ομολογώ ότι η ζωή μου φαινόταν σαν σκλαβιά.
Μια μέρα λοιπόν ξέκοψα απ το "κοπάδι" και είπα θα ζήσω ελεύθερος να κάνω όπως νομίζω κλπ.
Υπήρχε και το κέντρισμα της αγάπης...

Οπότε άρχισε μια καινούργια άγνωστη για εμένα ζωή.
Πρέπει να σου πω ένα από τα φαγητά που έμαθα να τρώγω και μου άρεσε
ήταν ψάρια βρασμένα σε ζουμί καρύδας με yuca, achiote, cilandro, platano etc.
¨ηταν μια ζωή ξεγνοιασιάς περνάγαμε ποτάμι με πιρόγα και πηγαίναμε για ψάρεμα σε μια λίμνη, ψάρια άφθονα δεν προλάβαινες να ρίξεις που τσιμπούσαν,
Ήταν μια ζωή της νιότης όπου δεν υπήρχε στενοχώρια για το αύριο και όχι μόνο αλλά κάθε μέρα που περνούσε μάθαινα και κάτι καινούργιο από την ζωή των τροπικών.
Σε ευχαριστώ πολύ

με αγάπη

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Γεια σου φίλε μου Στράτο,

Ήταν κι αυτό μια περιπέτεια της νιότης τότε που διψούσα να μάθω καινούργια πράγματα, τότε που το χρήμα ερχόταν σε δεύτερη μοίρα.

Θα μου πεις ότι η κοινωνία οι βλέψεις των ανθρώπων βάδιζαν σε διαφορετικό μονοπάτι πρώτα το νιτερέσο και μετά όλα τα άλλα.
κατά κάποιον τρόπο έβλεπα και βλέπω την ζωή με διαφορετικό μάτι.

Ακόμη και σήμερα μου λένε μου το εκδηλώνουν αφού δεν κερδίζεις με το γράψιμο γιατί ασχολείσαι;

Είναι τόσο δύσκολο το να δώσεις να καταλάβει ο άλλος το γιατί! Πολύ δύσκολο, άλλο τόσο και η απομόνωσή μου στον καταπράσινη ζούγκλα μακριά από κάθε ευκολία του πολιτισμού μας. Θα έλεγα μια αποτοξίνωση...
Πάντως μου άφησε χαρούμενες αναμνήσεις και πλούτισε την γνώση μου για το πως ζει ο άνθρωπος σε διαφορετικά μήκη και πλάτη.

Ευχαριστώ

Γάβο