Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Μια διαφορετική Πρωτοχρονιά

                                                      Πρωτοχρονιά στο Πέλαγος


Στην μέση του Ατλαντικού μας βρήκε η πρωτοχρονιά. Από την παραμονή όλοι μας ήμασταν   μαζεμένοι στο καπνιστήριο όσοι δεν είχαν βάρδια ξαναζωντανεύοντας  τα έθιμα παίζοντας  31 που είχε φουντώσει για καλά, η ώρα περνούσε, ο καμαρότος έφερε ξηρούς καρπούς, σταφίδα και πιοτό, όλοι μασουλάγαμε κάτι, ο μάγειρας είχε φτιάξει κουραμπιέδες, μελομακάρονα.
Τα μεσάνυχτα ακριβώς κατέβηκε ο πλοίαρχος από τη γέφυρα, ο καπετάν Κουκιάς από τη Σύρο, (Ένας Λύκος καπετάνιος απ την Σύρο) -όπως λέει και το τραγούδι-  μας χαιρέτισε κάθε έναν προσωπικά με μια ευχή. Χρόνια πολλά και του χρόνου στα σπίτια μας παιδιά. Ο αέρας του Ατλαντικού βούιζε σα δαιμονισμένος, τα κύματα έσπαγαν τα μούτρα τους στην κουβέρτα, κι εμείς εκεί σκαμπανεβάζαμε με το σκαφίδι μας πέφτοντας στις υδάτινες χαράδρες. Ελάτε όλοι να κόψουμε τη βασιλόπιτα, είπε ο καπετάνιος, πήγαμε στο σαλόνι όπου πράγματι κόπηκε η πίτα, μου έτυχε το φλουρί, το αντίτιμο μια χρυσή λίρα Αγγλίας, μου έδωσαν $10.
Και του χρόνου στα σπίτια μας, ήταν η ευχή του καπετάνιου και όλων μας. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Πολλά, πάρα πολλά, μέχρι που χάθηκαν,  χάθηκαν τα σπίτια μας. Ποιος να φταίει; η θάλασσα η ξελογιάστρα; ο ωκεανός; οι καταστάσεις; ο χρόνος; η φτώχια; Από το πλήρωμα ένα παιδάκι αμούστακο από την Ιθάκη δεν πρόλαβε να γυρίσει, πνίγηκε στον Ειρηνικό ωκεανό, στο Ελ Σαλβαδόρ όταν μετά το φαγητό βούτηξε για μπάνιο κι έμεινε.
Όλοι οι υπόλοιποι χαθήκαμε στην αγκαλιά του χρόνου, ποιος ξαναβρήκε το σπίτι του, δεν μπορώ να ξέρω.
Από  αυτό το πλοίο μετά από χρόνο  ξεμπαρκάρισα στο Baton Rouge, πρωτεύουσα της  Louisiana κι από εκεί ως ναυτικός για Νέα Υόρκη, στη μνήμη μου όμως έμεινε η ευχή του γυρισμού να παραδέρνει μόνη της και μετά να χάνεται να βουλιάζει στον ατλαντικό. Απέμεινε στη μνήμη μου, η σκιά του μάγειρα που νιόπαντρος είχε αναγκασθεί να μπαρκάρει, σε τέτοιες χρονιάρες μέρες μόνος του, σκυθρωπός, αποτραβηγμένος από τους υπόλοιπους ούτε μίλαγε, ούτε άκουγε, ούτε έπαιζε. Απέμεινε η ανάμνηση της συντροφικής θαλπωρής στη μέση του ωκεανού, με γυρισμένα τα βλέμματα μας πίσω στην πατρίδα με δακρυσμένα μάτια, ευχόμενοι να πραγματοποιηθεί η ευχή, είμαστε αιχμάλωτοι του ωκεανού, προς στιγμή δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο. Και του χρόνου στα σπίτια μας αδέλφια. Ένα κύμα πιο χοντρό από τ’ άλλα ταρακούνησε το βαπόρι, ακούστηκε να τρίζει, σηκωθήκαμε όρθιοι ανοίξαμε τα πόδια μας για ισορροπία, απ’ την βαλβίδα του καλοριφέρ  ξέφευγε μια αραχνοΰφαντη ασημένια κλωστή ατμού και τσίριζε για να μας υπενθυμίσει ότι να, η καρδιά (του βαποριού) εξακολουθεί να χτυπά. Έτρεξα στο πλωριό αριστερό δωμάτιο του κομοδέσιου και ξάπλωσα, έβαλα αντιστύλι τα πόδια μου στον σκελετό του κρεβατιού για να μην με πετάξει κάτω, το μπότζι, άναψα το φωτάκι, πήρα την Ανάσταση του Τολστόι που μου είχε δανείσει ο Μαρκόνης διάβασα μερικές σελίδες μέχρι να με πάρει ο ύπνος, ονειρεύτηκα σαν να ήμουν ένας πιγκουίνος που λικνίζεται στα κύματα, κάτοικος του υγρού στοιχείου, κάτοικος της θάλασσας, μόνος έρημος σε μια παγωμένη Ανταρκτική.
Και του χρόνου στα σπίτια μας, έμεινε η βοή της ευχής του πλοιάρχου στα αυτιά μου, μια ευχή όπου έμεινε αιωρούμενη, που χάθηκε στου ατλαντικού την απεραντοσύνη, μέχρι που και τα σπίτια μας, αυτά που αφήσαμε  με ότι αγαπάγαμε  χάθηκαν κι αυτά…



Γαβριήλ Παναγιωσούλης  

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Χαρούμενα Χριστούγεννα


Χριστουγεννιάτικη Ιστορία # 4


                                                   Χαρούμενα Χριστούγεννα
Εύχομαι στους αγαπητούς-ες μου φίλους-ες και αναγνώστες του Blog  ΠΥΛΑΡΟΣ Χαρούμενα κι Ευτυχισμένα Χριστούγεννα, κι ένα καινούργιο χρόνο γεμάτο με υγεία και χαρά.
                                                      Ειρήνη στον κόσμο
 Ο άνθρωπος το μέρος που έχει γεννηθεί τον τραβάει σαν μαγνήτης, έτσι πριν λίγα χρόνια και συγκεκριμένα το 2011 αποφασίσαμε να κάνουμε  Χριστούγεννα στο κράτος που έχει γεννηθεί όλη η οικογένειά μου στην Γουατεμάλα, πλην του εαυτού μου.
Φθάσαμε στις 19 Δεκεμβρίου και αναχωρήσαμε στις 31 Δεκεμβρίου 2011 για Νέα Υόρκη.
Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη το ξενοδοχείο Casa Santo Domingo, στην Antigua Guatemala η παλαιά πρωτεύουσα του κράτους.

Το Ξενοδοχείο μας (σε περίληψη)  ήταν χτισμένο πάνω στα ερείπια της εκκλησίας του Santo Domingo, την οποία     άρχισε να  κτίζει  ο  μοναχός  της τάγματος των Δομινικανών   Tomas de las Casillas  το 1544  το χτίσιμο τελείωσε  το έτος 1666  τους πήρε 118  χρόνια να την τελειώσουν.   Με τον καιρό την μετέτρεψαν σε μοναστήρι, οι σεισμοί του 1717 του έκαναν αρκετές ζημιές οποίες επιδιορθώθηκαν, το έτος 1741 ζούσαν στο μοναστήρι 81 μοναχοί. Είχαν υπνοδωμάτια, κουζίνα, τραπεζαρία, τρεχούμενο νερά τουαλέτες.
Στην μέση της αυλής υπήρχε ένα σιντριβάνι, και γύρω, γύρω κήποι…

Επίσης υπήρχε ένας υπόγειος θόλος όπου τοποθετούσαν τους νεκρούς καλόγηρους.
Το  Μοναστήρι αυτό το αγόρασε η οικογένεια Castañeda  το μετέτρεψε  σε ξενοδοχείο 5 αστέρων, με πάνω από 126 δωμάτια,  διατηρούνται ακόμη ο μυστικισμός του τότε, μια ελαφρά εκκλησιαστική μουσική, κεριά σε κάθε γωνία μέσα από τα στενά πέτρινα μονοπάτια, και ένα θεϊκό άρωμα, σαν λιβάνι. Επίσης υπάρχει και το Paseo de los Museos, ένας περίπατος σε βιτρίνες μουσείου με θρησκευτικά είδη, και ζωγραφιές, ζωγράφων της περιόδου της αποικιοκρατίας.

Οι τραπεζαρίες του μέσα σε χονδρούς ασοβάτιστους  τοίχους, ακόμα υπήρχαν  και σκελετοί  μοναχών κλεισμένοι   με γυάλινο περίβλημα.
Το  φαγητό του και η περιποίηση ένα από τα καλύτερα στον κόσμο.  Το σιντριβάνι, οι κήποι γεμάτοι λουλούδια που πάνω τους ξεκουραζόταν ένα σωρό πολύχρωμοι παπαγάλοι.
Όμως εμείς είχαμε κλείσει να περάσουμε την Άγια νύχτα σε τροπικό μέρος σε μια απόσταση 300 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα στην ακτή της Καραϊβικής,  και μετά θα αναχωρούσαμε  για να επισκεφθούμε την βιόσφαιρα Μάγια και τις αρχαίες  Πυραμίδες στο Τικάλ Γουατεμάλας.

Έτσι αριβάραμε στο  λιμάνι του Puerto Barrios,  από εκεί μας περίμενε βάρκα και πήγαμε στο μικρό λιμανάκι του Livingston. Το κλίμα τροπικό με το που ξημέρωσε η 24η Δεκεμβρίου   πήγαν όλοι για κολύμπι, εγώ έμεινα στο μπαλκόνι με ένα ποτό συντροφιά, σκηνικό ώστε να ξαναζώ παλιές περιπέτειες και να  θαυμάζω το τοπίο.

Η ιδιομορφία του χωριού αυτού είναι ότι οι κάτοικοί του όχι όλοι, είναι έγχρωμοι και προέρχονται από τα νησιά της Καραϊβικής, έχουν δική τους  γλώσσα την Garifuna, ένα ανακάτεμα ντόπια Arawak και  γλώσσα Αφρικανικής προέλευσης, εμπλουτισμένη με Ισπανικά, Αγγλικά και Γαλλικά 
  
Εκεί γιορτάσαμε την νύχτα των Χριστουγέννων, μαζί   και τα γενέθλια της πρώτης μας κόρης στο εστιατόριο του ξενοδοχείου VILLA CARIBE,  με το παράξενο όνομα  TUCAN DUGU  η έκπληξη της βραδιάς ένας τροβαδούρος με κιθάρα  μας ακομπάνιαρε  με απαλή μουσική στην δική του γλώσσα, Garifuna.

 Αφού πρώτα μας εξήγησε την διαφορά ανάμεσα στις δυο γλώσσες κλπ… Μετά από δυο μέρες αναχωρήσαμε, για to El Peten όπου υπάρχουν  τα αρχαία της φυλής των Μάγια. Για να καταλάβει κάποιος Η βιόσφαιρα Μάγια με τις Πυραμίδες συνορεύει με το κράτος του  Belize και την νότιο-ανατολική την χερσόνησο Yucatán  Mexico.
  



Επίσης ευχαριστώ θερμότατα την Αριστέα  η οποία μου έδωσε το έναυσμα να γράφω για θέματα που εκείνη διάλεγε και με παρουσίασε στους τόσους-ες πολλούς φίλους-ες  της.  

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην Νέα Υόρκη


                                Χριστουγεννιάτικες ιστορίες # 3

                                     Απ’ το 'Σεντούκι'  των αναμνήσεων
 Όλοι  μας θυμόμαστε τα πρώτα μας Χριστούγεννα που περάσαμε μακριά από το σπίτι που γεννηθήκαμε, είτε είχαμε πάει σε άλλη  πόλη ή είχαμε φύγει για ανεύρεση  καλύτερης τύχης.
Μέσα μας όμως κρατάγαμε την μητρική τρυφερότητα, την οικογενειακή θαλπωρή, αυτή που μεγαλώσαμε.   
Έτσι τον παλιό καιρό, τα πέτρινα χρόνια  στην Ελλάδα  τα πράγματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα τα παιδιά έφευγαν από το σπίτι τους, μικρά ανήλικα με την ελπίδα να δουλέψουν οπουδήποτε να βοηθήσουν τους γονείς τους και μετά τον εαυτόν τους.  
Πιο κάτω σας παραθέτω μια ιστορία, όπου πολλές φορές ντρέπομαι να την εξιστορώ,  οι φίλοι νομίζουν ότι τους λέω ψέματα πολλοί με αποπαίρνουν με την λέξη, ε! αυτά δεν γίνονται σήμερα και όμως η ιστορία επαναλαμβάνετε, η Ελλάδα η ίδια έχει γεμίσει παιδάκια, σήμερα τα λένε προσφυγόπουλα, εμάς μας λέγανε παράνομους, λαθραίους  κλπ… 

                   Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην  Νέα Υόρκη 1951


Αποβραδίς παραμονή Χριστουγέννων ήρθε η φιλόπτωχος, κάποιας Ελληνικής  ενορίας της Νέας Υόρκης, μερικές συμπαθητικές κυρίες, μαζί τους κι ένας ιερέας,  μας μοίρασαν δωράκια γλυκά απ’ την πατρίδα, μας σύστησαν υπομονή κι έφυγαν, τίποτε άλλο.
 Ξημέρωνε  Χριστούγεννα. Η σκηνή στα κρατητήρια του νησιού Ellis Island, εκεί όπου φυλάκιζαν τους παράνομους μετανάστες, αυτούς που είχαν πηδήξει απ’ τα βαπόρια τους πασχίζοντας να βρουν μια ευκαιρία καλυτέρευση της ζωής τους και ήταν εκατοντάδες, νεαρά  της Ελλάδος  παιδιά...
 Εκεί μέσα είχα κλειστεί στον εαυτόν μου, μικρό παιδί αμούστακος, μην γνωρίζοντας κανέναν, η δύναμη της αυτοσυντήρησης  με γέμιζε θέληση, όνειρα. Τα βράδια σηκωνόμουν απ το κρεβάτι, κόλλαγα το μάτι μου στο παράθυρο,  τα  πολλά  κάγκελα  είχαν φράξει την θέα, αλλά εκεί στην κάτω δεξιά γωνιά από την σκουριά είχε δημιουργηθεί μια τρύπα.
 Κολλούσα το μάτι μου σε αυτή και κοίταζα.
Από τόση δα μικρή τρυπούλα χωρούσαν τόσα πολλά πράγματα! Απίστευτο!
Φαινόταν σα να είχε ανοίξει ο ουρανός. Τεράστια στενόμακρα κτίρια είχαν κατεβεί και είχαν βάλει τις ρίζες τους πάνω στη γη σαν πλοκάμια θηρίου. Είχαν φυτρώσει στο απέναντι νησί το  Μανχάταν προσπαθούσαν ασφυκτικά να το πνίξουν. Φωτισμένα παράθυρα, άλλα κιτρινωπά χλωμά, άλλα στενόμακρα, άλλα κυκλικά, πολύχρωμα, μερικά σε ευθείες γραμμές, άλλα σε τεθλασμένες, όλα μαζί έδιναν την εντύπωση πλεξίματος δαντέλας. Για βελόνες οι τεράστιοι μυτεροί ουρανοξύστες.
Έβλεπα το φωτάκι της σημαδούρας να αναβοσβήνει στο λιμάνι,  αυτής που βοηθούσε την πορεία των βαποριών τη νύχτα. Αγκυροβολημένη στον ποταμό χορεύοντας με την λικνιστική κίνηση των κυμάτων. Κοίταξα  πιο ψηλά στον ουρανό τα αστέρια της νύχτας χλωμά, μόλις και μετά βίας διακρινόταν,  έψαχνα για το λαμπερό  άστρο της Βηθλεέμ, αλλά δεν φαινόταν πουθενά. Έχασα πάσα ελπίδα.  Ξάφνου    ένοιωσα μια εσωτερική  γαλήνη σκέφθηκα ότι ξημέρωνε  Χριστούγεννα, κοιτάζοντας όλα αυτά κολλημένος στην τρύπα του παραθύρου, με τα μάτια υγρά αποκοιμήθηκα. Άρχισαν   τα όνειρα, αυτά που θα γιόρταζαν οι άνθρωποι γύρω απ’ την θαλπωρή του σπιτιού, με τα λαμπιόνια του δένδρου, με την ανθρώπινη ζεστασιά και συντροφικότητα, με την αγάπη της μάνας.  Με ξύπνησε θόρυβος από κλειδιά αυτά που κουδούνιζαν  στα χέρια του δεσμοφύλακα, τρόμαξα, συνήλθα, έτριψα τα μάτια μου και  έτρεξα  στο κρεβάτι μου, κρύφτηκα κάτω απ τα σκεπάσματα, η θέα από την τρύπα ήδη είχε αρχίσει να χλομιάζει, ξημέρωνε,.
Η μαγκούρα του φύλακα άρχισε να δέρνει τον σιδερένιο σκελετό του κρεβατιού, ενώ αυτός φώναζε ξυπνήστε    όλοι,  πέντε η ώρα. Σηκώθηκα τρομαγμένος στη πόρτα ακουγόταν το κλικ, κλικ που πατούσε ο δεσμοφύλακας αυτός που μέτραγε πόσα κεφάλια πέρναγαν, ήσουν κι εσύ ένας αριθμός.   Σκέφθηκα ότι για τον κόσμο ήταν η  Άγια νύχτα, για εμάς μια νύχτα σαν τις άλλες, κοινή, γεμάτη πικρία, έχθρα  για τους έχοντες και κατέχοντες, αυτοί που στα χέρια τους κρατούσαν τα κλειδιά  της τύχης των κρατουμένων…
Και όμως ήταν Χριστούγεννα, η γέννηση του Θεανθρώπου.

                                                          Γαβριήλ Παναγιωσούλης


  

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Pre-Christmas Reunion

Pre-Christmas Reunion,

Τάσος, Δημήτρης, Γαβριήλ, Κωνσταντίνος, Μαίρη, Ορτανσία, Άσπα, Βανα, Ανδρέας

Μετά από τις καλοκαιρινές διακοπές  φίλοι και γνωστοί μαζευτήκαμε  για μια ακόμη φορά την 11 Δεκεμβρίου 2015 στην Αστόρια της Νέας Υόρκης  για συμπόσιο σε Ελληνικό Εστιατόριο ανταλλάξαμε εντυπώσεις των καλοκαιρινών μας  διακοπών,  συζητήσαμε τα τρέχοντα θέματα, αυτά που δεν υπάρχουν λύσεις,    συνεορτάσαμε για   τον ερχομό των Χριστουγέννων με μεζεδάκια και καλό κρασί.
 Βάνα, Ανδρέας

 Ευχηθήκαμε  Καλά Χριστούγεννα και Happy New Year μια που όλοι μας ζούμε σε μακρινές αποστάσεις.
                                            Ορτανσία,   Άσπα, Βάνα, Ανδρέας 

                                               Γαβριήλ, Κωνσταντίνος

                                           Μαίρη, Ορτανσία, Άσπα, Βάνα

                                                Γαβριήλ Παναγιωσούλης   





Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Μια Παράξενη Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Χριστουγεννιάτικες ιστορίες #2



Μια παράξενη Χριστουγεννιάτικη ιστορία:
Χρόνια στην θάλασσα, χρόνια να περνάμε Χριστούγεννα εν πλω, συντροφιά μας ο ουρανός και η θάλασσα, κουρασμένος από τη θαλασσινή ζωή, έψαχνα για κάτι το στεριανό, μην ξέροντας ακριβώς τι ζητούσα,  έτσι αποφάσισα κι  έμεινα σε στεριά, γυναίκα ο πόλος έλξης.
Άρχισα να μαθαίνω τα πιο απλά πράγματα απ την αρχή, π.χ. να οδηγώ αυτοκίνητο κλπ. Επίσης πώς να ζεις και υπάρχεις ανάμεσα σε κόσμο.
Η πόλη της Γουατεμάλας, είναι  μια πόλη χτισμένη σε οροπέδιο της οροσειράς Σιέρα Μάδρε σε υψόμετρο περίπου 1600 μέτρων. Για το εύκρατο κλίμα της λέγεται το κράτος της αιωνίας άνοιξης.  Θαλασσινό της επίνειό το λιμάνι του Σαν Χοσέ στο Ειρηνικό Ωκεανό.

Μια Χριστουγεννιάτικη  Ιστορία.
Είχε σουρουπώσει όταν καθώς περπατούσα συνάντησα μπροστά μου την πομπή (λιτανεία)  με τα ομοιώματα  της Παναγίας, με Ιωσήφ που είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου. Οι    προσκυνητές είχαν απιθώσει  την πλατφόρμα στη μέση του δρόμου για να βάλουν την κορώνα στο άγαλμα της Παναγίας που είχε πέσει καθώς άγγιξε σε κάποιο σύρμα, ήταν μόνο γυναικόπαιδα. Κάποια κυρία μαζί με παιδάκι με είδε σαν από μηχανή σωτηρία.
Κύριε, μου λέει μας δίνεται ένα χεράκι να ανεβάσουμε στους ώμους μας την πλατφόρμα; Είναι βαριά.

Η σκηνή στην πόλη της Γουατεμάλας της οποίας οι κάτοικοι εξακολουθούν να έχουν τις συνήθειες που τους μεταφύτεψαν οι Ισπανοί κατακτητές. O μοναχός Πέδρο Ντε Μπετανκούρ (1626-1667) εισήγαγε στην Γουατεμάλα τις θρησκευτικές αυτές τελετές. 
Εννέα  μέρες πριν τα Χριστούγεννα βγάζουν λιτανεία τα ομοιώματα  (imágenes) της Παναγίας και του Ιωσήφ και επισκέπτονται εννέα προκαθορισμένα σπίτια, σε κάθε σπίτι ζητούν φιλοξενία να περάσουν την νύχτα τα «ομοιώματα» (ποσάδα)  για να αναπαραστήσουν το ταξίδι του Ιωσήφ και της Μαρίας για απογραφή προς Βηθλεέμ. Οι  νοικοκυραίοι έχουν φτιάξει μια  φάτνη, τους υποδέχονται δε, με παραδοσιακά φαγητά και ποτά. Οι προσκυνητές και όλοι μαζί ψάλλουν έχοντες κεριά αναμμένα, κάνοντας μια μικρή φιέστα.  Αρχίζουν στις 16 Δεκ. και τελειώνουν 24 Δεκ. οι εννέα αυτές μέρες αντιπροσωπεύουν τους 9 μήνες εγκυμοσύνης της Παναγίας Οι  δρόμοι γεμάτοι από τέτοιες  λιτανείες με κεριά αναμμένα που ψάλλουν με όργανα,  με τον ρυθμικό χτύπο σε καύκαλο χελώνας και ζητούν «ποσάδα» φιλοξενία.  Στο  τελευταίο σπίτι την παραμονή 24 μαζί με την Μαρία και Ιωσήφ κρύβουν ένα κουκλάκι ομοίωμα του Χριστού, τότε δηλώνουν σε αυτό το σπίτι γεννήθηκε él niño Jesús  κλπ… εκεί αρχίζει μεγάλο φαγοπότι, τα παιδιά σπάνε τις «πινιάτες,» χάρτινες κούκλες ή άλλα σχήματα γεμάτες καραμέλες,   οι μεγάλοι πίνουν, ποτά πηγαίνουν επισκέψεις,  χορεύουν και γλεντούν, μερικοί θρησκόληπτοι τα μεσάνυχτα  πάνε στην εκκλησία να ακούσουν την λειτουργία του  πετεινού, Misa del gallo, λέγεται έτσι γιατί ο κόκορας ήταν ο πρώτος που κατάλαβε τη γέννηση του Ιησού. Τα γλέντια και οι επισκέψεις φίλων κρατούν όλη την νύχτα της 24ης   Το  πρωί της καθεαυτό μέρας των Χριστουγέννων τους βρίσκει κουρασμένους, έτσι  ανήμερα των Χριστουγέννων όσοι είναι ξύπνιοι  κάθονται και ησυχάζουν στα  σπίτια τους.                        
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   Σε μερικά μέρη υπάρχουν και παραλλαγές σε αυτές τις συνήθειες.
 Κάποιο ζιζάνιο είχε μπει μέσα μου, δεν ξέρω, ξαναήρθε μέσα μου η θάλασσα, η Κεφαλονιά,  έγινα αντάρτης σε αυτό το τόσο μακρινό μέρος, σχεδόν δίπλα από τον Ειρηνικό Ωκεανό, αισθάνθηκα διαφορετικός.
Όχι τους λέω δεν σας βοηθάω.
 Έτρεξα και μπήκα στο σπίτι μου κι έκλεισα την πόρτα. Λέω της γυναίκας τι συνάντησα στον δρόμο,  πλύθηκα και σκουπίστηκα με μια χνουδωτή πετσέτα. Αυτή με κοίταξε κάπως παράξενα  που είναι το δαχτυλίδι σου, κοίταξα το χέρι μου δεν υπήρχε. Η αμαρτία γιατί δεν βοήθησες την Παναγία μου είπε. Έψαχνα από δω κι από εκεί τίποτα.  Ε! λοιπόν το άτιμο είχε γλιστρήσει  μέσα στην πετσέτα και όπως την δίπλωσα κρύφτηκε.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων  στο σπίτι  είχαμε δικά μας νέα, μας τα έφερε το χτύπημα του  πελαργού στο τζάμι,  ο οποίος μας έστειλε στο materno infantil ειδικό νοσοκομείο για μητέρες.
Εκεί βγάλαμε τη βραδιά την άλλη μέρα των Χριστουγέννων 11:50 πριν τα μεσάνυχτα γεννήθηκε το πρώτο μας παιδί.

Ήταν ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο, το οποίο μέχρι σήμερα εορτάζουμε μια διπλή εορτή, την του Χριστού γέννηση μα και τα γενέθλια της κόρης μας


Κι όλα αυτά σε μια πόλη μακριά από τη θάλασσα, με ιδεώδη ανοιξιάτικο κλίμα με έναν πληθυσμό ιθαγενών σε μεγάλο  ποσοστό,  σε ένα υψόμετρο 1500 μέτρων με την ονομασία El País de la  eterna Primavera, το κράτος της αιωνίας άνοιξης.





                                                        Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα στο Χωριό

                                                      Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες


                                            Χριστούγεννα, στο Χωριό
Σε ένα χαρτόνι, ζωγραφισμένη μια φάτνη,  ήταν καρφωμένη  σ’ ένα σκουπόξυλο,  πνοές  ζώων ξέφευγαν απ την εικόνα και πετούσαν γύρω της σαν φωτοστέφανο,  παραμονή Χριστουγέννων,  παιδικές φωνές έψαλλαν τα κάλαντα, το «Χριστός γεννάτε σήμερον…»   γύριζαν από σπίτι σε σπίτι  με την ελπίδα ένα φιλοδώρημα, μια μπουκιά ψωμί.

Το  πρωί τα παιδιά θα πήγαιναν στην εκκλησία να μεταλάβουν, να κάνουν χρυσό δόντι, έτσι έλεγαν οι γριές στο χωριό, μετά θα γύριζαν σπίτι η μάνα τα περίμενε με ανοιχτή αγκαλιά.  Τους είχε υποσχεθεί ότι θα τους έκανε πρωινό «πουλέντα» καλαμποκίσιο κουρκούτι με γάλα που της έδωσε η γειτόνισσα η οποία είχε μια κατσίκα, έτσι για να το γιορτάσουν μια που ήταν Χριστούγεννα.
Η χαρά των παιδιών μεγάλη θα έτρωγαν και χριστουγεννιάτικο φαγητό, ο πατέρας είχε σφάξει ένα κουνέλι θα το έκαναν κοκκινιστό με πατάτες ή αν δεν είχαν με κυδώνια.
Μετά θα πήγαιναν στους δρόμους να παίξουν με τ’ άλλα παιδιά αμάδες, ή να τρέξουν στεφάνια.  
Σαν σκοτείνιαζε μαζευόταν στο σπίτι η μάνα άναβε το καντήλι μπροστά στα εικονίσματα, κάνανε την προσευχή τους, (Σαν πέσω να πλαγιάσω Θεέ μου σε παρακαλώ να δώσεις να περάσω τη νύχτα με καλό…)   πήγαιναν για ύπνο, με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Η φτωχική θαλπωρή του σπιτιού η αγκαλιά της μάνας ήταν ο κόσμος τους, η ξενοιασιά τους. Κοιμόταν  παρέα και τα τρία στο ίδιο κρεβάτι ένα μεγάλο πλατύ, με δυο χάλκινα πόμολα στο κεφαλάρι που έμοιαζαν σαν χλωμό φεγγάρι,  αυτά  που το φως του καντηλιού προσπαθούσε να  φωτίσει για να μην τρομάζουν τα παιδία στο βαθύ σκοτάδι.  
Αυτό το κρεβάτι με τα σιδερένια πόδια και σκελετό όπου πάνω του ξεκουραζόταν σανίδες κυπαρισσένιες γεμάτες ρόζους που μύριζαν ρετσίνι, με ένα στρώμα ακαθόριστου χρώματος με ρίγες μπλε και άσπρες στη μέση είχε μια σχισμή όπου το γέμιζαν με μαλλιά προβάτων το είχε αφήσει η νόνα τους πριν φύγει για τον άλλο κόσμο, αυτό είχε γίνει ο κόσμος τους, τα όνειρά τους, τα παραμύθια τους,  εκεί εύρισκαν τη  ζεστασιά μέσα στην παγωνιά του χειμώνα.  
 Έτσι έκαναν και απόψε νύχτα Χριστουγέννων, όπως και κάθε άλλη νύχτα, μόνο που σήμερα Χριστούγεννα η μάνα τους  έφτιαξε φαγητό να χορτάσουν. Απ’ έξω απ’ την εκκλησία κόχλαζαν τα πάθη, οι σκοτωμοί,  η πείνα, η δυστυχία, η  κοινωνία μας  μικρή, ο κόσμος μας, τόσο κλειστός όσο χώραγε το μάτι σου.
 Απ την απελπισία του ο λαός  ξέσπαγε σ’ ένα θρησκευτικό  παραλήρημα.
Ο παπάς ο άξονας της ύπαρξής μας, η ελπίδα του αύριο. Οι λιτανείες οι προηγιασμένες, σε καθημερινή διάταξη.  Οι  καμπάνες χτυπούσαν, λυπητερά κάποιον πάλι σκότωσαν, τα παιδιά χαρούμενα  έτρεχαν να μάθουν να τρέξουν πρώτα στην εκκλησία για να κρατήσουν τα εξαπτέρυγα αυτά που συνοδεύουν τις κηδείες, ώστε να τους δώσουν φιλοδώρημα.      
Και όμως ήταν Χριστούγεννα! Η γέννηση του Θεανθρώπου.
Τα τρία αδελφάκια χώθηκαν κάτω απ τα σκεπάσματα να ζεσταθούν, το  μαγκάλι με τα κάρβουνα είχε σβήσει, η φλόγα του καντηλιού τρεμόσβηνε λες και είχε ψυχή, τότε  άρχισαν να ονειρεύονται παλάτια από τα παραμύθια του χιονισμένου  βορρά, από αυτά που στόλιζαν με Χριστουγεννιάτικο δέντρο, μα και από  τα παραμύθια του  Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν, τους άρεσαν τόσο προπαντός  (Η μικρούλα με τα σπίρτα). Παραμύθια   που τους διάβαζε η θεια τους, όταν τις χειμωνιάτικες νύχτες καθόταν γύρω απ το μαγκάλι άπλωναν τις παλάμες τους να ζεσταθούν και η ζέστη απ’ το μαγκάλι ζωγράφιζε πάνω στα γυμνά πόδια τους βούλες κόκκινες στρογγυλές λες και ήταν  θεϊκή ευλογία, μια ευλογία αθωότητας.


                                                           Γαβριήλ Παναγιωσούλης