Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Μια Μέρα και μια Νύχτα


Μια μέρα και μια νύχτα στo χωριό  Ποταμιανάτα  έτος 1942
Τρία χωριά της Πυλάρου έπαιξαν κάποιο ρόλο στην ζωή μου, Τα  Μαρκάτα που γεννήθηκα, τα Μακρυώτικα που πήγα σχολείο, τα Ποταμιανάτα στο σπίτι της μάνας μου όπου περνούσα πολλές από μέρες της παιδικής ζωής μου. Και τα τρία χωριά είναι συνεχόμενα.

Η ΗΜΕΡΑ    
Το μαγεριό, του σπιτιού ή η κουζίνα ήταν όλο κι όλο ένα τεράστιο δωμάτιο χωρίς παράθυρα, Είχε δυο πόρτες η μια έβγανε στην αυλή όπου ξεκινούσε ένα ανηφορικό μονοπατάκι μέχρι το πορτόνι, που και αυτό έβλεπε σε ένα πάλι ανηφορικό μονοπάτι που περνούσε απ’ αυτή την γειτονιά των Ποταμιανάτων, δεξιά κι αριστερά γεμάτο σπίτια. Η πόρτα του μαγεριού ήταν από δυο φύλλα το ένα έκλεινε από μέσα με φουνταδόρο και το άλλο με καδινάτσο. Όταν κάποιος έβγαινε για να κλειδώσει την πόρτα χρησιμοποιούσε ένα μεγάλο κλειδί που έμοιαζε σαν κάνη μακρύκανου πιστολιού αυτά τα 22δυάρια S&W
Η πόρτα είχε στην κάτω άκρη της μια τρύπα θυρίδα για να μπαινοβγαίνουνε οι γάτες να τρώνε τα ποντίκια. Το πάτωμα ήταν από πέτρινες πλάκες, όχι δεν είχε ταβάνι αλλά κεραμίδια όπου στηριζόταν σε τάβλες ανάμεσα στα πατερά. Είχε και μια μικρή καπνοδόχο. Στο πέτρινο πάτωμα υπήρχαν μια γωνιά όπου άναβαν κούτσουρα για να μαγερέψουν μία τσερέπα (Γάστρα) δυο πυροστιές, ένα «φανάρι» κλουβί όπου φύλαγαν κάνα κομμάτι ξερή μπομπότα, ένα τραπέζι, με διάφορα πιατικά και ένα ‘σίκλο’  κουβά  με νερό σκεπασμένος με μια σανίδα, πρέπει να πω ότι δεν είχαν δική τους στέρνα και ζητούσαν νερό από τα γειτονικά σπίτια.
Επίσης  στον τοίχο ήταν κρεμασμένα διάφορα τηγάνια,  ταψιά,  ‘πινιάτες’  είδος μεγάλης χύτρας  μπακιρένιας, γανωμένες  από ηπειρώτες γυρολόγους που φώναζαν πινιάτες για γάνωμα.  
Μαζί κι ένα λυχνάρι κρεμασμένο κάπως ψηλά για  να μην το φτάνουν οι γάτες.  Ήταν το πατρογονικό σπίτι της μητέρας μου, τώρα εκεί ζούσε η θεια μου. Έτσι μια μέρα κατηφόρισα απ το χωριό να την επισκεφτώ, ήξερα ότι κάπου θάχε φυλαγμένο κάνα ξεροκόμματο μπομπότα όπου μου το τηγάνιζε για να μαλακώσει.
Η απογοήτευσή μου ήταν μεγάλη όταν είδα την πόρτα κλειδωμένη, σκέφτηκα τι να κάνω για να μπω, υπολόγισα να σηκώσω την πόρτα από την θυρίδα για τις γάτες προς τα επάνω ώστε να βγει από τις μεντεσέδες (μπετούγιες,) προσπαθούσα, προσπαθούσα τίποτα η πόρτα έγγιζε στο ανώφλι, έσπρωχνα τίποτα. Η γειτόνισσα η Βαγγέλενα άκουσε τον θόρυβο κι έτρεξε να ειδοποιήσει την θεια μου όπου βρισκόταν στο σπίτι της φίλης της, εκεί κοντά στην εκκλησία Της Παναγίας.
Τρεχάτε της είπε κλέφτες σπάνε την πόρτα σου,
Τρέξανε όλοι, η θεια μου κατέβηκε απ το πορτόνι, με είδε, σάστισε!  Τι  να μου πει η γυναίκα
Ήλιε μου τι πας να κάνεις μου λέει;
Άστα θεια της λέω, ονειρευόμουνα την μπομπότα που ξέρω ότι πάντα έχεις κρυμμένη.
Έβγαλε  το τεράστιο κλειδί που έμοιαζε σαν κάνη πιστολιού  άνοιξε την πόρτα, μου τηγάνισε ένα κομμάτι και ανοίξαμε την άλλη πλευρά της κουζίνας που έβλεπε στο άλλο δωμάτιο κι αυτό με πέτρινο πάτωμα, ήταν  μαζί τραπεζαρία, σαλόνι, κρεβατοκάμαρα αναλόγως των περιστάσεων. Επειδή το έδαφος  ήταν επικλινές υπήρχε ακόμη ένα δωμάτιο με πάτωμα από σανίδες, δεν το χρησιμοποιούσαν επειδή σε κάποιον σεισμό είχε ανοίξει ο τοίχος σαν καρπούζι και φοβόταν, αποκάτω είχε  κατώι με λινό και ποδόχι, απ’ το  ατσούπι φάνταζε σαν διώροφο, που όμως δεν ήταν.   Άνοιξα την πόρτα της κάτω αυλής όπου αντίκρισα τον δημόσιο κεντρικό χωματένιο  δρόμο.  


Η ΝΥΧΤΑ  
Όταν  πέθανε η  μου η Γιαγιά μου η θεια μου έμεινε μόνη, μια γειτόνισσα  έστειλε την κόρη της  Πόπη  για παρέα και η μάνα μου έστειλε εμένα για παρέα.                 
Σαν νύχτωσε υπήρχε ένα κρεβάτι, στο άλλο που είχε πεθάνει η γιαγιά  ήταν στο άλλο και μοναδικό δωμάτιο κάτι σαν κρεβατοκάμαρα  όπου από του σεισμούς είχε ανοίξει ο τοίχος σαν καρπούζι και φοβόταν να κοιμηθούν μέσα.
Την νύχτα ακούστηκε βόμβος αεροπλάνων και μετά μια μεγάλη έκρηξη, εμείς είχαμε λουφάξει απ τον φόβο μην ξέροντας τι γίνεται, την άλλη μέρα είπαν ότι αεροπλάνο εγγλέζικο κατέτρεχε ιταλικό ή γερμανικό κι αυτό για να αλαφρύνει πέταξε τις βόμβες στη Φάλαρη.
Δεν μπορώ να επαληθέψω για το αεροπλάνο παρά μόνο για τον κρότο της βόμβας, θάταν μετά τα μεσάνυχτα, με το που ξημέρωσε τάμασα και πήγα σπίτι μου.
Στην εκκλησία του Αγίου Γιώργη εκεί μπροστά στην αυλή είναι  το μνήμα της θειας, της νόνας και θείου μου κλπ.  ότι απόμεινε  από την οικογένεια της μητέρας μου.
   
Όλα τα υπόλοιπα  γκρεμίστηκαν,  χάθηκαν για πάντα, δεν έμεινε τίποτα παρά  μόνο οι μνήμες που κι αυτές θα χαθούν αν δεν αποτυπωθούν  κάπου ώστε να αποδειχθεί ότι στα μέρη αυτά κάποτε ζούσαν άνθρωποι. 

                                       Γαβριήλ Παναγιωσούλης


4 σχόλια:

Maria Kanellaki είπε...

Οι μνήμες θα ζουν μέσα απ' τις καταγραφές σου Γαβρίλη. Πολύ συγκινητικό το οδοιπορικό σου στα πάτρια εδάφη. Μας έβαλες στο χωροχρόνο της ιστορίας σου και ήταν μια μοναδική εμπειρία.
Πολλούς χαιρετισμούς!

pylaros είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
pylaros είπε...


Αγαπητή μου κ. Μ. Κανελλάκη,

Σήμερα η ζωή προπαντός στους ηλικιωμένους είναι κάπως πιο ανάλατη δηλαδή δεν έχει το γούστο που είχε στην νεανική ηλικία.
Μετά έχει αλλαξει τόσο πολύ η νοοτροπία της σημερινής κοινωνίας ώστε σχεδόν δεν υπάρχει κοινός παρονομαστής.
Με αυτά που γράφω φιλοσοφώ κάπως και λέω πόα υλικά αγαθά έχουμε γύρω μας και πάλι γυρίζει ο νους στα περασμένα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως να είναι μια κραυγή εναντίον του πολέμου, της τότε αδικίας, ή ακόμα και μια κραυγή εναντίον του σημερινού καταναλωτισμου, αυτού που πετιέτε στ' άχρηστα στα σκουπίδια.
Μετά οι σημερινές απαραίτητες ανάγκες ενός ανθρώπου είναι τόσο διαφορετικές που νομίζει ότι δεν θα μπορεί να ζήσει χωρίς τα περιτά.

την καληνύχτα μου και σε ευχαριστώ
με εκτίμηση

Γαβριήλ

Αστοριανή είπε...

Καλώς σε ξανα συνανατώ!!!!!

Θα τα λέμε!

Υιώτα