Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Πριν ξημερώσει:

Πριν ξημερώσει,

Ο Χαβιέρ κυκλοφορούσε με ένα κόκκινο τζιπ, ψηλός σχεδόν ξανθός, μου τον είχε συστήσει μια γνωστή μου γυναίκα η οποία συζούσε μαζί του, είχαν μάλιστα κι ένα κοριτσάκι. Πολλές φορές τα βράδια μαζευόμαστε στην αυλή του σπιτιού της, εκεί όπου έμενε σε ένα μικρό αγρόκτημα έξω απ την πόλη, χωρίς ηλεκτρικό, άναβαν μάλιστα κι ένα φυτίλι με πετρέλαιο που εξείχε από ένα τενεκεδένιο κουτί, το οποίο παρήγαγε μαύρο καπνό για να διώχνει τα κουνούπια. Έλεγαν μυθιστορίες ξαπλωμένοι σε αιώρες ή καθιστοί σε παγκάκια κάτω από το δένδρο Yaxché (Ceiba) το οποίο σύμφωνα με την μυθολογία των Μάγια ήταν το ιερό τους δένδρο. Ήταν το σύμβολο του παράδεισού τους όπου οι ψυχές μένουν σε ένα μεταφορικό στάδιο αιωνιότητας, εκεί όπου δεν υπάρχει τέλος, ούτε πόνος, ούτε λύπη, απολαμβάνοντας αφθονία φαγητών και πιοτών. Για όλα είχαν εξηγήσεις όπου σε έκαναν να πιστεύεις ότι κι ο εαυτός σου ήταν μέρος ενός σύμπαντος με μαγικά και υπερφυσικά φαινόμενα, π.χ. όταν ακούς ποδοβολητά αλόγων, είναι αυτά που παίρνουν τις ψυχές, ή την γυναίκα που κλαίει στο ποτάμι με τα αχτένιστα μακριά μαλλιά είναι δόλωμα του σατανά, ή την μαύρη πεταλούδα, όταν πετά μόνη της σημάδι θανάτου και χίλια δυο παραισθησιακά γεννήματα του νου.

Ο Χαβιέρ εργαζόταν στους σιδηροδρόμους αυτούς που κουβαλούσαν με τα βαγόνια τους την πραμάτεια στο μόλο του Puerto Barrios για να φορτωθεί στα βαπόρια για εξαγωγή, μπανάνες, είτε καφέ, ή ζάχαρη, η καουτσούκ, ή τσίκλα. Ακολούθως φόρτωναν στα βαγόνια γενικό εμπόριο για μεταφορά στο εσωτερικό ως επί το πλείστων στην πρωτεύουσα ciudad de Guatemala μια απόσταση 300 χιλιομέτρων χτισμένη σε οροπέδιο 1600 περίπου μέτρων κι από εκεί μέχρι την ακτή του Ειρηνικού Ωκεανού. Για να ανεβαίνουν σε αυτό το υψόμετρο στα μισά της απόστασης όταν άρχιζε η ανηφόρα έβαναν δυο ατμομηχανές, μια μπροστά και μια στη μέση. Γίναμε φίλοι, μου μάθαινε τα μυστικά της αστυνομίας στο λιμάνι, πώς να τους αποφεύγω όταν είχα κάποιο πρόβλημα με το ταξί μου. Κάπου, κάπου, μου έδινε το τζιπ να το οδηγώ. Όλοι στο λιμάνι ήξεραν ότι ήταν σπιούνος της αστυνομίας μα και του τελωνείου καταδίωξης λαθρεμπορίου.
Η δικτατορική στρατιωτική κυβέρνηση είχε δημιουργήσει την παραστρατιωτική οργάνωση «Το Λευκό Χέρι» με αυτή τρομοκρατούσε τους πάντες, εξαφάνιζαν ανθρώπους, αλλά κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει φανερά. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο, δεν ήξερες αν ο πελάτης που ζητούσε ταξί ήταν πράκτορας της οργάνωσης αυτής ο οποίος με το παραμικρό μπορούσε να σε οδηγήσει κάπου και να σε σκοτώσει, έτσι για κάποια υπόνοια, ή απλούστατα γιατί του άρεσε το αυτοκίνητό σου. Πολλά άτομα με λεφτά προπαντός αυτοί οι οποίοι δάνειζαν χρήματα με επιτόκιο στους φτωχούς εξαφανιζόταν, τελικά εύρισκαν τα πτώματά τους να επιπλέουν στο ποτάμι. Ο Χαβιέρ ήταν στο στοιχειό του, έλυνε κι έδενε.
Έτσι ένα βράδυ θα ήταν περίπου μεσάνυχτα χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα του σπιτιού μου. Ποιος να είναι τέτοια ώρα; Φοβάσαι να ανοίξεις.
Η φωνή ακούστηκε μαζί με κλάματα, φωνάζοντας το όνομά μου. Άνοιξα την πόρτα ήταν η γυναίκα του Χαβιέρ, έκλαιγε. Θέλω να με πας με το ταξί σου σε μια πόλη 200 χιλιόμετρα στο βάθος της ενδοχώρας, την είχαν ειδοποιήσει ότι σκότωσαν πισώπλατα τον άνδρα της και θα έπρεπε να πάει εκεί. Επικίνδυνο της είπα, πολύ επικίνδυνο, περίμενε τουλάχιστον να ξημερώσει; Όχι, όχι, δεν γίνεται πρέπει να είμαι εκεί κλπ…
Είχαμε έναν κοινό φίλο καλόν άνθρωπο ο οποίος εργαζόταν στα τραίνα, της είπα να περάσουμε τουλάχιστον να πάρουμε μαζί μας και τον φίλο αυτόν, ναι μου είπε, για συμπαράσταση ήρθε και η γυναίκα μου μαζί. Χτυπήσαμε την πόρτα του φίλου, όχι δεν έρχομαι τέτοια ώρα. Η γυναίκα με καθησύχασε, θα πηγαίνουμε σιγά και θα έχουμε το εσωτερικό φως του αυτοκινήτου αναμμένο. Ξεκινήσαμε στρατιώτες παρουσιαζόταν μπροστά μας και μας σταματούσαν με το χέρι στη σκανδάλη σε τακτικά διαστήματα. Πράγμα παράξενο όλοι είχαν μάθει για την δολοφονία του Χαβιέρ αυτή τους έλεγε πια ήταν και μας άφηναν να περάσουμε. Περνώντας μια μεγάλη γέφυρα στην είσοδο κι έξοδο μπουλούκια από στρατιώτες μας σταμάτησαν. Πάλι τα ίδια, φτάνοντας στην πολιτειούλα αυτή αστυνομικοί την πήραν συνοδεία να την πάνε στο μέρος όπου ήταν ακόμη το πτώμα.
Τώρα εμείς τι κάνουμε πως θα γυρίσουμε πίσω χωρίς να γνωρίζουμε κανέναν, ας πάμε στην αστυνομία να πάρουμε μια γνώμη. Για πρώτη μου φορά συνάντησα αστυνομικούς υπεύθυνους, όχι μας είπαν δεν σας εγγυόμαστε να φύγετε νύχτα, αλλά ούτε και να μείνετε εδώ έτσι άγνωστοι να περιμένετε, μας έβαλαν λοιπόν στην αυλή της αστυνομίας, έκλεισαν πίσω μας μια τεράστια πόρτα να περιμένουμε να ξημερώσει. Όταν βγήκε ο ήλιος μας άνοιξαν την πόρτα, μας έδωσαν κι ένα χαρτί στην περίπτωση που θα μας σταματούσαν στρατιώτες, όπως πραγματικά μας σταμάτησαν και μας ευχήθηκαν καλό ταξίδι. Γυρίσαμε στην πόλη του λιμανιού, ο ήλιος έλαμπε στο τροπικό αυτό μέρος, μόνο που οι άνθρωποι με τις πράξεις τους έβαφαν τις αχτίνες του με σκοτεινό χρώμα της νύχτας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


8 σχόλια:

Αστοριανή είπε...

...με ταξί ή ...σιδηρόδρομο, πάλι μας Ταξίδεψες, Φίλε Γαβρίλη.
Μικρά-μικρά τα ταξιδέματα (!) και στο τέλος θα ξέρουμε τόπο και ανθρώπους λες και ζήσαμε κι εμείς εκεί!
Θυμίζεις ιστορίες...μαζεμένοι γύρω από το καπνισμένο τζάκι...
να σπάζουμε καρύδια και να ψήνουμε κάστανα και φρέσκα μήλα...
απλά, γραφικά, καί πάντοτε φιλικά
Να είσαι καλά, φίλε μας,
Υιώτα

pylaros είπε...

Αγαπητή Υιώτα, 'ιστορίες γύρω από ένα καπνισμένο τζάκι'
Αλλά τούτη τη φορά ήταν γύρω από ένα καπνισμένο φυτίλι που ανέδινε καπνό και στο σκοτάδι τα μακρινά αλυχτίματα διάφορων ζώων και πουλιών, τα φανταστικά γεγονότα κατασκευάσματα της πίστης και του νου, σου έφερναν ανατριχίλες στην πλάτη, έστω και με τη μικρότερη αμφιβολία σου, μήπως ήταν κάτι από αυτά αλήθεια;

Χαιρετισμούς,
ευχαριστώ
Γαβριήλ

Μηθυμναίος είπε...

Από τα γνωστά που συμβαίνουν σ' αυτές τις χώρες, φίλε Γαβριήλ, που συνεχώς ζεις με το φόβο και το θάνατο παρέα. Η φύση τους χάρισε τον παράδεισο κι οι άνθρωποι τον μετατρέπουν σε κόλαση...

Estas creencias y las leyendas que tienen estos pueblos son dignos de conocerlos porque contienen muchas verdades y son impresionantes!!!

Muy arriesgoso lo que hicistes pero al final ayudastes tu amiga...
Te felicito!!!

Μαριάνθη είπε...

Ζαβολιές!!ζαβολιές!!!τα δίγλωσσα σχόλια!!!:))))
Εξαιρετικά όπως πάντα τα ταξιδέματα κ. Γαβριήλ μέσα από τον αφηγηματικό σας λόγο που στο τέλος κάθε ανάγνωσης με κάνουν και λέω με το νου μου "τέλειο".
Αλλά δεν μπορώ...θα το κάνω πάλι το σχόλιο!!!
Ακόμα πιο καλά και στο ύψος των περιστάσεων τα μουσικά ακούσματα που μας προσφέρετε και κει να δείτε ταξιδέματα που κάνει ο νους μου ακούγοντάς τα.

pylaros είπε...

Μηθυμναίος!
Μερικές φορές βρίσκεσε μπλεγμένος χωρίς να το θέλεις για να ευχαριστήσεις φίλους, προπαντός στην Γουατεμάλα, αλλά τέλος καλό όλα καλά.


Πράγματι οι αυτόχθονες κάτοικοι της Γουατεμάλας οι Μάγια είχαν εφεύρει δικές τους ιδέες για την γέννηση του κόσμου κι ένα αριθμητικό σύστημα με βάση το 20 αρχίζοντας με το 0 τελείες και γραμμές.
Π.χ. .=1, ..=2, ...=3 ....4 _ =5, _. = 6, =το 10, kok

Αλλά ήταν αιμοχαρείς λαός κάνανε ανθρώπινες θυσίες, λένε μάλιστα ότι εξαφανίστηκε ο πολιτισμός τους διότι σκοτωνόταν αναμεταξύ τους.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Μαριάνθη,
Χάρηκα που σας αρέσουν τα μουσικά ακούσματα, Το κείμενό μου αντικατοπτρίζει μια κατάσταση που υπάρχει σε πολλά τα κράτη της Λατινικής Αμερικής, εκεί όπου η αξία ζωής του ανθρώπου είναι μη υπολογίσημη από τους κατέχοντες τα ηνία και άλλους...

ευχαριστώ
Γαβριήλ

Dennis Kontarinis είπε...

Φίλε Γαβρίλη
Γιά μιά ακόμη φορά μας δίνεις σε ανεπανάληπτες ζωγραφιές την ζωή στις παράξενες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Αυτή τη φορά οι ζωγραφιές σου με ανατριχιάζουν καθώς ξυπνούν μέσα μου εικόνες από τις Χούντες, που πάντοτε υπήρξαν ο μεγάλος εχθρός των λαών.
Νάσαι καλά
Ντένης

pylaros είπε...

Φίλε Ντένη,
Μετά από το ηλιοκάψιμο της 5ης Λεωφόρου στο Μανχάταν μ' έπιασε μια τεμπελιά, μια κούραση αλλα΄βρήκα ευακιρία με το ξημέρωμα της καινούριας μέρας να έρθω στον υπολογιστή.
Πράγματι ήταν και είναι οι ζωγραφιές της λατινικής Α. όπως τις περιγράφω...
Μήπως μας θυμίζει κάτι απ' τα δικά μας τον καιρό του 40-50+ μάλλον ΝΑΙ.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ