Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ Φωνές της Νύχτας

                                          Ιστορίες της νύχτας # 3


                                  Οι φωνές της νύχτας,

Η Μάρθα ξεκρέμασε  τον μικρό καθρέφτη απ’ τον τοίχο, βγήκε στην αυλή το φως του ήλιου την τύφλωνε,  έβαλε την καρέκλα στην σκιά κάτω από τα πλατιά φύλλα μπανανιάς, κάθισε,  έβαλε τον καθρέφτη ανάποδα στα γόνατά της πήρε μια κόλα χαρτί  κι έγραψε ένα γράμμα στην φίλη της Έμμα στην πρωτεύουσα. Της έγραφε αν μπορούσε να  της βρει δουλειά σε νοσοκομείο.   Έκλεισε το φάκελο, έγραψε την διεύθυνση τον σάλιωσε και με την παλάμη του χεριού της χτύπησε το φάκελο για να σφραγίσει καλά.
Ο καθρέφτης έγινε χίλια κομμάτια.
Με κοίταξε σα να φοβόταν το αύριο, το  μέλλον, μετά  μου είπε:
Σε Εφτά θα έχουμε κακιά τύχη.
Τι εφτά;
Δεν ξέρω ή μέρες ή μήνες ή χρόνια.
Και μετά τι θα γίνει;
Ούτε κι εγώ δεν ξέρω.
Ήμασταν   πρωτάρηδες και οι  δυο.
Μετά πήγαμε να ζήσουμε στην πρωτεύουσα .
Η Μάρθα είχε αρρωστήσει, δεν την δέχθηκε το κλίμα, ήταν κίτρινη, οι γιατροί του νοσοκομείου είπαν ότι είχε ελονοσία, αλλά κανείς δεν ήξερε σίγουρα. Δεν πονούσε πουθενά, μόνο είχε μια υπνηλία που σε τρόμαζε.
Αν πόναγε κάπου θα ξέραμε τι ήταν, αλλά αυτή η ατελείωτη υπνηλία με φόβιζε.
Βγήκα έξω να πάρω αέρα, αυτή ξύπνησε μουσκεμένη στον ιδρώτα, πέταξε από πάνω της τα σεντόνια κι ανέπνεε την νυχτερινή δροσιά, έγειρε το κεφάλι της και κοιμήθηκε γυμνή. Έτσι την βρήκε η Έμμα η φιλενάδα της που ήρθε να μας επισκεφθεί και να βοηθήσει. Σκούπισε το πάτωμα,  κι άναψε δίπλα της ένα κέρινο καντήλι.
Η Μάρθα παραμιλούσε, νόμιζε ότι κοιμόταν στα μπράτσα της πεθαμένης μάνας της.
Μια πνοή ανέμου έκανε την φλόγα του καντηλιού να τρεμοσβήνει, η Έμμα έκανε τον σταυρό της.
Ο ιδρώτας μούσκευε το μέτωπό της, ξύπνησε από τον θόρυβο που έκανε το παραθυρόφυλλο χτυπώντας στον τοίχο, έκανε να σηκωθεί    αλλά αισθάνθηκε τόσο αδύνατη που ξανάπεσε στο κρεβάτι.
Τα χείλη της υγρά ρώτησαν
Εσύ είσαι πατέρα;
Εγώ είμαι κόρη μου,
Μα γιατί ήρθες να με δεις;
Η Έμμα με κοίταξε, καταλάβαμε ότι η Μάρθα παραμιλούσε.
Δεν θα φύγω από κοντά σας είπε η Έμμα βλέπω ότι χρειάζεστε βοήθεια.

Ακούω φωνές της νύχτας, είναι ψυχές που φτερουγίζουν, τις ακούς Έμμα;
Όχι δεν ακούω τίποτα.
Ακούς τον αέρα που σφυρίζει;
Όχι,
Πιστεύεις στον παράδεισο;
Δεν, δεν ξέρω.
Τα μάτια της γύριζαν προς όλες τις κατευθύνσεις, είχε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της σα να ήθελε να προστατευθεί από κάτι.
Μάρθα φώναξα, δεν μου απάντησε. Ξανά έπεσε σε λήθαργο. 
Η αυγή είχε σκαρίσει στον ορίζοντα.
Άνοιξα το παράθυρο μια ηλιαχτίδα μπήκε σαν κλέφτρα και χάιδεψε το κορμί της Μάρθας.
Είχε τα μάτια της κλειστά, σφιχτά σα να αισθανόταν πόνο, τα χείλη της υγρά γεμάτα γυαλιστερά λέπια, τα χέρια της έσφιγγαν το σεντόνι και το έκαναν κόμπους, το σώμα της σπαρταρούσε σαν το ψάρι μέχρι που έμεινε γυμνό. Η Έμμα πήγε να φωνάξει τον γιατρό, στον δρόμο της πέρασε από την εκκλησία να πει του παππά να ρθει να την μεταλάβει. 
Άνοιξε η πόρτα και φάνηκε ο παπάς, έτρεξα και σκέπασα το σώμα της με το σεντόνι.
Θάρρος κόρη μου, θα σου δώσω την θεία μετάληψη.
Την βοήθησα να σηκώσει το κεφάλι της, άνοιξε τον στόμα της και την κατάπιε. Με κόπο άνοιξε τα μάτια της, με είδε και είπε:
Ζήσαμε ευτυχισμένοι. Μετά χώθηκε κάτω απ τον τάφο των σεντονιών.
Ο γιατρός αργούσε να φανεί, είχε πολλούς πελάτες δικαιολογήθηκε.
Φορούσε πάντα  άσπρο παντελόνι και σκούρο σακάκι για να ξεχωρίζει από τους κοινούς θνητούς.
Ένας αναστεναγμός βγήκε απ τα στήθη της Μάρθας, έβαλα τ’ αυτί μου κοντά στο στόμα της, ζήσαμε…  δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Ο γιατρός απλά πιστοποίησε  τον θάνατό της.
Το  ημερολόγιο στον τοίχο  διαφήμιζε κάποιο Κινεζικό εστιατόριο.
Κοίταξα την ημερομηνία ήταν ακριβώς εφτά μήνες και εφτά μέρες απ’ την ημέρα που έσπασε τον καθρέφτη.
Πάει όλα τελείωσαν.
Πήρα τον δρόμο του γυρισμού για το λιμάνι, πέρασα απ την γωνία με το φοινικόδεντρο, αυτό που μας πρωτοείδε μαζί,  κατάλαβα πως ο παράδεισός μου είχε γκρεμιστεί. Όμως δεν μπορούσα να το χωνέψω ότι έχασα την Μάρθα.
Η πανσέληνος χάραξε στον ορίζοντα, κατάλαβα  ότι ήσουν εσύ Μάρθα, οι αχτίνες της περνούσαν από το πρόσωπο  σου, απ τα υγρά σου χείλη και με χάϊδευαν.  Θυμήθηκα την τελευταία σου λέξη, ζήσαμε ευτυχισμένοι, δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, τα σκούπισα με την ανάποδη του χεριού μου και μπήκα στο μπαρ.
Ήταν γεμάτο ναυτικούς και γυναίκες που γλεντούσαν σα να μην υπήρχε αύριο. Η Ζόιλα με πλησίασε, την έκανα πέρα, πήρα ένα ποτό και κάθισα στο σκαμπό, προσπαθούσα να ξεριζώσω από μέσα μου τον άνθρωπο, να ξεριζώσω την ψυχή μου. Στην πρωτεύουσα ένιωσα τον τάφο των ονείρων μου, το γκρέμισμα της συνείδησης   μου, συμπαρασύροντας την αγάπη μου στον άλλο κόσμο.  Το  χέρι της  Τσαγίτο ιδιοκτήτριας του μπαρ  ακούμπησε προστατευτικά στον ώμο μου.   
Άντε  να κοιμηθείς, και μην απελπίζεσαι νέος είσαι, αύριο περιμένουμε το βαπόρι που ήσουνα, θα δεις τους φίλους σου, άμα θες μπορείς να πας μαζί τους     και από γυναίκες έχεις καιρό να διαλέξεις… 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



18 σχόλια:

airis είπε...

αχ Γαβρίλη μου!
Κι όσο ξέρω ότι όλες οι ιστορίες σου είναι πέρα για πέρα αληθινές!
Κόμπος το στομάχι μου , αλλά η διήγηση σου μου άφησε και όμορφα αισθήματα.

"Μετά χώθηκε κάτω απ τον τάφο των σεντονιών"
Γράφεις τόσο ωραία....

Ξέρεις για τη γρουσουζιά... Είχε σπάσει κι εμένα καθρέφτης. Και δεν θέλω να πιστεύω σε αυτές τις δοξασίες. Μου έλεγαν όλοι 7 χρόνια γρουσουζιά. Χώρισα στο διάστημα εκείνο. Αλλά δεν νομίζω ότι ήταν ο καθρέφτης :)))

Σε φιλώ γλυκά και σε ευχαριστώ πολύ πολύ που γράφεις για τις Ιστορίες της Νύχτας!

Καλή εβδομάδα!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Αριστέα,

Μερικά από τα γεγονότα είναι αλήθεια, μερικά είναι φανταστικά.

έτσι αυτό το λέω ένα διήγημα, σαν τις νουβέλες του παλιού καιρού.

Σε ευχαριστώ

με αγάπη

Γαβριήλ

Maria Kanellaki είπε...

Η Μάρθα και η τραγική της κατάληξη ξαναζωντάνεψε μέσα απ' τη διήγησή σου. Οι τίτλοι του τέλους, αφήνουν την πικρή γεύση της απώλειας. Το αέναο ταξίδι του ναυτικού σε μπουνάτσες και φουρτούνες, σε αγάπες και χωρισμούς. Δύσκολη και επώδυνη αυτή η διαρκής εναλλαγή, που για σας όμως ήταν τρόπος ζωής.
Αντέχει το σκαρί του ανθρώπου πολλά ε;
Την καλησπέρα μου Γαβριήλ...

Μηθυμναίος είπε...

Μόνος εξερευνητής, Γάβο, σε έθιμα άλλων, προσπαθείς να αναβιώσεις θύμησες στο άωρο της νύχτας και της νιότης και πάντα το παρελθόν σου ημιτελές αφήνεις για να ’χεις να διηγείσαι ξανά και ξανά ιστορίες της μέρας και της νύχτας. Ένας περιπλεκόμενος κι ανέμελος δεσμώτης του.

Αστοριανή είπε...

... έδωσες και σε τούτο την ζωή των αναμνήσεων!
Το βλέπω μονταρισμένο, πλεγμένο από και με κάποιο άλλο.
Καλό!
Καλή νύχτα.
Υιώτα

ΕΚΦΡΑΣΟΥ είπε...

Κι η ζωή συνεχίζεται
Κι οι καλοι φίλοι βοηθανε σε αυτο
Συγχαρητηρια για την ιστορια της νυχτας
Υπεροχη

pylaros είπε...

Αγαπητή μου κ. Κανελλάκη,

Πολλές ιστορίες ναυτικών, ή ας πούμε αυτών που γύριζαν τον κόσμο μέσα στις θάλασσες και στις στεριές, οι περιπέτειές των έχουν να κάνουν με διαφορετικές συνήθειες σε διαφορετικά μήκη και πλάτη της γης μας.

Σε ευχαριστώ πολύ,

πάντα με την εκτίμησή μου

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Καλημέρα φίλε μου Στράτο από μια βροχερή Νέα Υόρκη,

Ξέρεις πολλές φορές σήμερα από εδώ που βρίσκομαι αναρωτιέμαι, αν πράγματι ήμουν εγώ αυτός που έκανε ή έπαιρνε τόσο τρελές αποφάσεις, πολλές χωρίς λογική.
Αν δεν υπήρχαν οι φωτογραφίες μαζί με την μνήμη μου θα νόμιζα ότι ήταν ψέματα και όμως φίλε όσο απαράδεχτες και αν φαίνονται στην σημερινή κερδοσκοπική κοινωνία, τις έζησα.
Αν με πρόσεξες στην φωτογραφία, αδύνατος ξερακιανός, φορώ ένα παντελόνι μαύρο με πράσινες ρίγες κι ένα πουκάμισο πράσινο.

¨όμως ψάχνω μέσα μου το γιατί και το διότι του καιρού εκείνου, νομίζω ότι βρήκα από πήγαζε αυτή μου η ανυπακοή σε κάθε τι το νομικό του κατεστημένου κλπ...

ευχαριστώ

με την αγάπη μου

Γάβο

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα,
Από αυτό που γράφεις εννοεί ότι είχες διαβάσεις το Βιβλίο μου Στέλιος ο Έλληνας του 2000.
Ναι πράγματι η ιδέα του δημοσιεύματος είναι από ένα μικρό fragmento, από το βιβλίο μου, μαζί με αληθινά γεγονότα.


ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Ευχαριστώ για την επίσκεψή σου αγαπητή μου Κ. Κ (ΕΚΦΡΑΣΟΥ)

Πράγματι η ζωή συνεχίζεται...


΄Γαβριήλ

Giannis Pit είπε...

Αγαπητέ Γαβριήλ (χρόνια πολλά κιόλας). Μια ιστορία σου ακόμα που με συγκίνησε άμεσα. Μια ιστορία ανθρώπου που τα δρώμενα στη ζωή του μιας ημέρας είναι ίσως μήνες δικοί μας. Οι ιστορίες σου, τα συναισθήματα, οι χαρές, οι λύπες, μεγάλες.....! γεμάτες ένταση και πάθη.
Ειλικρινά ευχαριστούμε.

ANNA Flo είπε...

Καλησπέρα Γαβριήλ. Κόμπος στο λαιμό ενώ αχόρταγα ''ρούφαγα'' τις λέξεις του διηγήματός σου.
Ωραία γράφεις, παραστατικά, σαν να έβλεπα τη Μάρθα στις τελευταίες τις στιγμές.
Να σαι καλά

nikol είπε...

Αυτά τα τροπικά μέρη Γαβρίλη μου το ξέρουμε ότι έχουν άλλη μυρουδιά και ο θάνατος και μάλιστα πριν τόσα χρόνια ερχόταν σαν απλός επισκέπτης και έφευγε στερώντας ζωή , όνειρα !!!
Εξερευνητής και θαρραλέος υπήρξες και ναι θα μου πεις έτσι είναι τα νιάτα !!! Και θα σου απαντήσω όχι δεν είναι όλοι έτσι!!!
Την αγάπη μου και στους δυο σας!!!

pylaros είπε...

Ευχαριστώ για τις ευχές σου αγαπητέ μου Giannis Pit
Οι ιστορίες της ζωής είναι συνήθως αυτές που γράφονται την νύχτα,

Αν και μια παροιμία λέει (τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά)
Έτσι της νύχτας τα καμώματα είναι γεμάτα δράση εν τούτοις είναι αυτά που βάζουν βάση στην καθημερινή μας ζωή, αυτήν της ημέρας.

σε Ευχαριστώ πολύ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή ΑΝΝΑ Flo.

σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια όπως και για την επίσκεψή σου στο φτωχικό μου.

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Νικόλ,
Είναι πράγματι όπως το λες, τα τροπικά αυτά μέρη η ζωή και ο θάνατος είναι τόσο αλληλένδετα όπως η μέρα με τη νύχτα...
απίστευτα γεγονότα.
Πέρασαν τόσα χρόνια και όμως νομίζω ότι ήταν χθες.

σε ευχαριστώ πολύ
με αγάπη
Γαβριήλ

evonita είπε...

Απίθανη ιστορία, τόσο όμορφα δεμένη!

pylaros είπε...


Ευχαριστώ για την επίσκεψή σου,


Γαβριήλ