Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Ελληνική ύπαιθρο

                                            Ιστορίες της νύχτας # 6

                                                  Ελληνική ύπαιθρο
 Είχε βραδιάσει όταν η κυρά Ρεγγίνα ξεκίνησε να πάει στο εκκλησάκι του Άη Λια, στο χέρι της κρατούσε ένα μπουκάλι λάδι για το καντήλι.
Άνοιξε την πόρτα στο ερημοκλήσι απόλυτο σκοτάδι κατάλαβε ότι το λάδι είχε σωθεί και το καντήλι είχε σβήσει. Τα βήματά της την οδήγησαν στην καθιερωμένη θέση που θα πρέπει να ήταν το καντήλι, στα τυφλά άναψε ένα σπίρτο.
 Δεν πρόλαβε και το σπίρτο της έσβησε στο χέρι. Ξαναδοκίμασε πάλι τα ίδια.
Θα έπρεπε να φέρω ένα κούτσουρο αναμμένο απ την φωτιά του σπιτιού μονολογούσε.
Της έμεινε το τελευταίο σπίρτο. Έπιασε την καντηλήθρα στα τυφλά και τράβηξε το φυτίλι, άναψε το τελευταίο σπίρτο, η φλόγα μεταδόθηκε στο καντήλι, το αεράκι χάιδευε την φλόγα που τρεμόσβηνε, γέμισε το καντήλι με λάδι, να κρατήσει έως αύριο σκέφτηκε.
Έσκυψε προσκύνησε την εικόνα. Ένα παράξενο αίσθημα της έσφιγγε την καρδιά, ο αέρας φαινόταν παγωμένος σα να ερχόταν από τον Άδη. Έκανε τον σταυρό της και βαδίζοντας προς τα πίσω έχοντας την εικόνα πάντα μπροστά της απομακρύνθηκε με βήμα αργό, ευλαβικό. Μεγάλη η χάρη του ψιθύρισε.
Τότε ήταν που το κεφάλι της άγγιξε κάτι στερεό που κουνήθηκε. Ο τρόμος την παρέλυσε, δεν τολμούσε να γυρίσει το κεφάλι της να δει.
Ίσως να είναι η ιδέα μου, ή το χέρι του Θεού, ή κάποιο θαύμα, ή κάτι τι το εξωτικό, πάντως κάτι είναι, ψιθύρισε και κοκάλωσε από τον φόβο.
          Σκέψεις πολλές θόλωσαν τον νου της, ίσως να ήταν η δακτυλοδεικτούμενη απ’ τον Θεό, ή να ήταν η εκλεγμένη της  Παναγίας να φέρει κάποιο μήνυμα, ποιος ξέρει ποιες δόξες την περίμεναν, σα να αναθάρρησε λιγάκι, ίσως να είναι κάποιο μήνυμα να χτίσουμε μια καινούργια εκκλησία σκέφθηκε και ένας ενθουσιασμός ξεπήδησε από μέσα της.
Το τρεμουλιαστό φως του καντηλιού έριχνε τη μικρή του ανταύγεια στον ναό. Πήρε την απόφαση και γύρισε σιγά, σιγά το κεφάλι της. Η φρίκη έσβησε απότομα τον ενθουσιασμό της. Οι κόρες των ματιών της  άνοιξαν διάπλατα.
Δυο ανθρώπινα πόδια κρεμόταν  αιωρούνταν εκεί μπροστά της.
Αυτά την είχαν αγγίξει.
Τα ακολούθησε με την ματιά της προς τα πάνω, απ’ το πατερό με σχοινί περασμένο απ τον λαιμό του κρεμόταν ένα σώμα.
Το καντήλι θέλησε να την βοηθήσει  δυνάμωσε την ασθενική φλογίτσα του, ξανακοίταξε καλύτερα το αιωρούμενο σώμα… Της φάνηκε γνωστός, γνώρισε τα παπούτσια του, τα ρούχα του.
Κύριε ελέησον ήμαρτον θεέ μου είναι  ο γιος μου, ω!  ήλιε μου…
Έβγαλε μια ανατριχιαστική φρικαλέα κραυγή, που τρύπησε το βουνό και ακούστηκε στα πέρα φαράγγια. Οι κουκουβάγιες τρόμαξαν έπαψαν να λαλούν, οι σκύλοι απ το χωριό άρχισαν να γαυγίζουν, ένα ουρλιαχτό μακρόσυρτο λυπητερό…
Έπιασε με απόγνωση τα πόδια να τα σηκώσει, παγωμένα βαριά ασήκωτα.
Έτρεξε στο σπίτι της στον άνδρα της, έβγαλε μια στριγκλή   φωνή, τρεχάτε χωριανοί, βοήθεια, ελάτε όλοι στο εκκλησάκι του Άη Λια, ίσως είναι ακόμη καιρός η χάρη του μου σκότωσε το γιο μου και ξέσπασε σε αναφιλητά…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


   

12 σχόλια:

ΕΚΦΡΑΣΟΥ είπε...

:( :(
στεναχωρέθηκα πολύ με την έκβαση της ιστορίας αλλά συνηθίζω να λέω πως το μόνο που επιδιώκω να παίρνω απο ότι αφορά τις τέχνες είναι τα συναισθήματα. Θετικά, αρνητικά, αντικρουόμενα, συναισθήματα θέλω και όχι κενότητα και σε όλες σους μεχρι στιγμής τις ιστορίες έχω λάβει αμέτρητα συναισθήματα και έχω δει παρα πολλές εικόνες.
θλιβερή ιστορία μα ρεαλιστική.
οι περιγραφές κυρίως προς τη φύση και την ώρα εκείνη συγκλονιστικές.
συγχαρητήρια και για αυτή την αξιόλογη συμμετοχή

Ελένη Φλογερά είπε...

Ομολογώ πως το τέλος της ιστορίας με βρήκε απροετοίμαστη, με συγκλόνισε τόσο η έκβαση όσο και γλαφυρή γραφή.
Την καλημέρα μου!

airis είπε...

Τι να πω; Γνωρίζοντας πως και αυτή είναι αληθινή ιστορία;
Γαβρίλη μου .... μια ζεστή αγκαλιά!

Σε ευχαριστώωωωωωωωωωωωωωωωωωωω :)))

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Κ.Κ. (εκφράσου)

Η ζωή στην ελληνική ύπαιθρο στα παλιά χρόνια ήταν πολύ, πολύ δύσκολη.
Δυσκολότερη ακόμα εποχή πολέμων και καταστάσεων που κρατούσαν 10 ολόκληρα χρόνια.
Πολλοί άνθρωποι δεν το άντεχαν αυτό,
εξ άλλου στα χωριά οι προπολεμικές πλούσιες οικογένειες, η συνήθεια ήταν να χτίζει η κάθε μια, μια δικιά της εκκλησιά, ή ερημοκλήσι.
Με τον πόλεμο, με την πείνα η κοινωνία ήρθε πάνω κάτω.
Η ιστορία είναι από αυτή την εποχή.

Σε ευχαριστώ πολύ


Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Ε. Φλογερά.
Ήταν τότε μια εποχή γεμάτη ανασφάλεια πολέμους αλληλοσκοτωμούς, μια εποχή ανέχειας.

Πολλά μυαλά δεν το άντεχαν αυτό, ο κοινωνικός δεσμός είχε διαλυθεί να μου πεις γιατί τα θυμάμαι;
ναι μα ήταν η εποχή που μεγάλωνα θα ήμουν 10 χρονών τότε, οπότε έχουν γραφτεί στην μνήμη κλπ...

Σε ευχαριστώ πολύ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Αριστέα,

Σε ευχαριστώ για την προβολή μα και την επίσκεψή σου.

με αγάπη

Γαβριήλ

to e - periodiko mas official είπε...

Κ. Γαβριήλ, συγκλονιστική η ιστορία σας!!! Δεν περίμενα (κι εγώ) μια τέτοια έκβαση, αλλά ομολογώ πως πολλά γεγονότα στη ζωή μας συμβαίνουν παρόλο που δεν τα περιμένουμε.
Συγκινήθηκα βαθιά και θέλω να σας ευχαριστήσω που τη μοιραστήκατε μαζί μας.
Η γραφή σας άμεση λιτή μεταφέρει εύκολα τα συναισθήματα στον αναγνώστη και παρά τη θλιβερή της κατάληξη, είναι ένα όμορφο κείμενο.
Σας εύχομαι μια όμορφη εβδομάδα
Μαρίνα

To love life for what it is είπε...

Μου θύμισε Παπαδιαμάντη το κείμενό σου και με "έμπασε" από την αρχή στο κλίμα περασμένης εποχής, το ευχαριστήθηκα. Μόνο που μου έμειναν κάποιες απορίες: την πρώτη την έλυσες στις απαντήσεις που έδωσες παραπάνω (αφορούσε στους λόγους της αυτοκτονίας). Η δεύτερη: πώς και διάλεξε ο κρεμασμένος το εκκλησάκι στο οποίο πήγαινε η μητέρα του, ως τόπο απαγχονισμού; Μου έκανε εντύπωση το μέρος, θέλω να πω. Χαιρετώ! :-)

pylaros είπε...


Καλημέρα αγαπητή μου Μαρίνα

Να σε ευχαριστήσω για τα τόσο ενθαρρυντικά σου λόγια σχετικώς με την γραφή μου.
Στην ζωή μας συμβαίνουν πολλές φορές πράγματα "αναπάντεχα" που δεν τα περιμένουμε.
Η ζωή στα χωριά του τότε χωρίς καμία ευκολία εννοώ ηλεκτρικό ρεύμα, νερό ήταν πρωτόγονη, Οι θρησκευτικές εκδηλώσεις καθημερινές, "λιτανείες, προηγιασμένες"
Ο κόσμος είχε χάσει πάσα ελπίδα, δεν του έμενε τίποτα πια παρά μόνο η ελπίδα στον Θεό και η θρησκεία, οικογένειες με ανθρώπους των γραμμάτων ζητιάνευαν για ένα κομμάτι ψωμί. Αντιθέτως οι καλλιεργούντες την πέτρινη φτωχή γη, οι έχοντες ζωντανά είχαν το πάνω χέρι...

ευχαριστώ πολύ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

(Το (love life for what it is)

Τι ευχάριστη έκπληξη αυτή που μου γράφεις; μου ανέβασες το my Alter Ego, Σου θύμισα Παπαδιαμάντη, σε ευχαριστώ...

΄΄Όπως έχω ήδη γράψει κάθε οικογένεια πλουσίων τα παλιά προπολεμικά χρόνια έκτιζε και από μια εκκλησιά σε ένα δικό τους κτήμα, το οποίον όλη η οικογένεια θεωρούσαν περιουσία τους.
Εκεί περνούσαν και τις ελεύθερες ώρες τους, ή ας το πούμε αλλιώς εκεί εύρισκαν παρηγοριά, κρησφύγετο, ίσως meditation από τις κακουχίες του πολέμου, ή ακόμη ή ζητώντας ελπίδα, ή προσπαθώντας να εγκλιματισθούν στην ανέχεια του σήμερα, μετά από αυτά που έχασαν.
Εξ άλλου ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένας λαβύρινθος μερικοί δεν μπορούν να βρουν το νήμα της Αριάδνης...
σε ευχαριστώ πολύ
Γαβριήλ

Αστοριανή είπε...

Το κείμενο
μαζί
και οι επεξηγήσεις σου,
δίνουν έναν άλλο φόντο,
Γαβρίλη μου,

στις καλοειπωμένες ιστορίες σου.
Θαυμάζω την αξεπέραστη μνήμη σου
και χαίρομαι κάθε φορά που διαβάζω ότι γράφεις,
με τον μοναδικό σου τρόπο.
Να είσαι καλά,
Υιώτα

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα,
Η ιστορία είναι από τα μαύρα χρόνια της κατοχής, τι άλλο να πω!

είναι ένα κομμάτι των γεγονότων της δικής μου παιδικής ζωής

ευχαριστώ
χαιρετισμους
Γαβριήλ