Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Μπλε Τριαντάφυλλο

                             (Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου Παραμύθι # 5) 
Ένα καθεαυτό  Ελληνικό Παραμύθι από τα πέτρινα χρόνια της                                            
                                       πατρίδας μας.

                                              ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Η μάνα του Μίκη μοδίστρα έραβε για όλο το χωριό, ήταν κι αυτό μια εργασία επιβίωσης όλης της οικογενείας στις μαύρες μέρες της κατοχής, αν και χρήματα δεν υπήρχαν εν τούτοις η πληρωμή ήταν πάντα σε είδος, όσπρια, ή λάδι, ή καλαμπόκι, ή τυρί, ή ανταλλαγή εργασίας, ή οτιδήποτε άλλο υπήρχε στο χωριό.
Η μάνα του πάσχιζε να τελειώσει ένα φόρεμα μιας κάποιας χωριανής που το ήθελε την Κυριακή να βγει περίπατο στο νυφοπάζαρο του χωριού. Τι κι αν ήταν ιταλική κατοχή; τι κι αν υπήρχε πείνα; αυτή είχε κάτι παραπάνω από τους άλλους. Ήταν Σάββατο είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η επιτακτική φωνή της μάνας ακούστηκε.
  «Έλα παιδί μου να πας το φόρεμα στην κυρία τάδε. Είναι έτοιμο.»
Ο Μίκης άπλωσε το δεξί του χέρι, εκεί επάνω κρέμασε η μάνα το φόρεμα, διπλωμένο για να μην αγγίζει το έδαφος.
«Πρόσεξε να μην σου πέσει, να της πεις με γεια σας.»
Το χέρι τεντώθηκε ακόμα πιο πολύ, η χαρά του ήταν μεγάλη, θα τους έλεγε με τις υγείες σας και θα τον φίλευαν κάτι. Μόνο που ο σκύλος τους ήταν το εμπόδιο, τον φοβόταν τόσο, από μια φορά που τον είχε δαγκώσει ένας στον πισινό δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει. Αλλά θα φώναζε από μακριά, έτσι να ξεσηκώσει όλη τι γειτονιά στο πόδι. Με το δεξί του χέρι πάντα τεντωμένο να ξεκουράζετε πάνω του το φόρεμα, ξεκίνησε για το διπλανό χωριό, έπρεπε να βιαστεί να γυρίσει πριν σκοτεινιάσει.
   

Στα αριστερά του, φάνηκε η μεγάλη πόρτα της αυλής, πήγε σιγά, σιγά κοντά για να βεβαιωθεί ότι ήταν κλειστή, κόλλησε πάνω της κι άρχισε να φωνάζει τ’ όνομα της γυναίκας. Γαυγίσματα σκύλου ακούστηκαν, ήρθε πίσω απ’ την πόρτα κι έκανε σαν τρελός αλυχτώντας, ο Μίκης κρατούσε το πόμολο σφιχτά και δεν το άφηνε. Απ’ το θόρυβο πήρε χαμπάρι η γυναίκα, μισάνοιξε την πόρτα.
«Τι θέλεις;»
«Σας έφερα το φόρεμα και με γεια σας.»
Έδιωξε το σκύλο, κι άνοιξε διάπλατα.
«Έλα μέσα,» είπε, ο Μίκης μπήκε στηv αυλή, αυτή πήρε το φόρεμα απ’ το χέρι του, το σήκωσε όρθιο, το έβαλε μπροστά της, περπάτησε μισό βήμα, γύρισε δεξιά αριστερά, κοίταξε στα μάτια τον Μίκη να δει αν του έκανε εντύπωση, τέλος του είπε να περιμένει και χάθηκε στο εσωτερικού του σπιτιού, μετά σα ν’ άλλαξε γνώμη βγήκε πάλι έξω και το ρώτησε:
«Πεινάς;»
Ο Μίκης δεν απάντησε, μόνο έγνεψε με το κεφάλι. Ναι.
Ξανά μπήκε μέσα, ο Μίκης αισθάνθηκε ότι θ’ άνοιγαν οι ουρανοί, ποιος ξέρει τι αμβροσία θα του έφερνε;
Ίσως να πραγματοποιείτο το όνειρό του, ένα όνειρο να μπορούσε χορτάσει κάποτε, να φάει όσο ήθελε, και το φαγητό που ονειρευόταν ήταν γάλα βραστό με αλάτι, να μουσκεύει ψωμί μέσα, να το τρώει και να γελάει, με κάθε μπουκιά ψωμιού που βουτούσε να ξεχειλίζει το κύπελλο, να χύνεται το γάλα γύρω του, να σχηματίζει ένα γαλαξία, σα να ήταν το αθάνατο γάλα, αυτό που έτρεχε απ’ τα στήθη της θεάς Ήρας, να γίνεται ποτάμι στη σκεπή του νυχτερινού ουρανού, κι αυτός να πλέει, τυλιγμένος μέσα σε πουπουλένιο γαλακτικό αφρό, συνεπαρμένος από ευτυχία, χορτάτος, κάνοντας συντροφιά με τ’ άστρα.
Η πόρτα άνοιξε, φάνηκε η γυναίκα να κρατά κάτι στα χέρια της.
«Να, πάρε», του λέει και του δίνει ένα κομμάτι ψωμί, η γλώσσα του άρχισε να υγραίνει, το σάλιο του έτρεχε απ’ τα άκρα των χειλιών του, η ανάσα του κόντευε να κοπή απ’ την αδημονία της δαγκωματιάς που θα έδινε στη σάρκα του ψωμιού. Έχωσε τα δόντια του, έκοψε μια τόσο μεγάλη μπουκιά, παρ’ ολίγο να πνιγεί, ένα μπλε-πράσινο χρώμα άνθισε μπρος τα μάτια του, στην αρχή του φάνηκε ότι ήταν ένα μπλε παντεσπάνι, μετά σα να ήταν ένα μπλε τριαντάφυλλο, αυτό που ζητούσε να βρει ο κλέφτης της Βαγδάτης.

Το κοίταξε καλλίτερα, ήταν μούχλα. Ο Μίκης το έφαγε επί τόπου, τι κι αν ήταν μουχλιασμένο; Του φάνηκε σα να είχε βρει την πηγή της νιότης, το αθάνατο νερό, το μπλε τριαντάφυλλο.
Ο σκύλος από κάπου είχε ξεφύγει, τον πλησίασε, τον κοίταζε και κουνούσε την ουρά του περιμένοντας να του πετάξει ένα κομμάτι απ’ το μουχλιασμένο ξεροκόμματο. Ο Μίκης κατάλαβε ότι είχαν γίνει φίλοι.
Στο γυρισμό τα παιδιά που έπαιζαν  σταμάτησαν το παίξιμο και τον κοίταζαν με ζήλια, καθώς αυτός αναγλυφόταν απ’ τα μπλε τρίματα του μουχλιασμένου  ψωμιού, αυτά που είχαν μείνει στις άκρες των χειλιών του.


                               To χαρτονόμισμα 1000 δραχμών της εποχής του Παραμυθιού

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





20 σχόλια:

Αστοριανή είπε...

...ζωντανή περιγραφή, σαν να ήσουν ο ίδιος,
Γαβρίλη μου!!!
Αν η ...πείνα έφερνε παρόμοιους οραματισμούς!!! Ε! αυτό το πανέμορφο, το
σπάνιο ρόδο, άξιζε την προμετωπίδα του κειμένου σου...

Όμως, ΠΟΥ το ανακάλυψες, βρε Θηρίο!!!!!!!

Θα σου το αντιγράψω, εφ΄όσον, βέβαια μου το επιτρέψεις....

Σε φιλώ,
Υιώτα

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα

Αχα! τα κατάφερα πήγα στις χίλιες και μια νύχτα στον κλέφτη της Βαγδάτης και έκοψα το μπλε τριαντάφυλο.

¨Αστειεύομαι"
Βεβαίως feel free to copy anything you want.


Thanks
Regards
Gabriel

Dennis Kontarinis είπε...

Ήταν τότε που παιδάκια όλοι εμείς φίλε μου ζήσαμε τέτοιες τραγικές στιγμές. Πως να ξεχαστούν;

Κλαυδία είπε...

Εξαιρετικό το αφήγημα , μακρινό γιά εμάς που δεν ζήσαμε, ακόμη, αυτή την πείνα....όμως τη βιώσανε οι γονείς και οι παούδες μας....

Ρένα Χριστοδούλου είπε...

Εύχομαι να μην γνωρίσουν τα παιδιά μας τέτοια φαινόμενα.
Αλλά δεν είναι λίγα αυτά που ήδη τα βιώνουν σε άλλες χώρες.
Φοβερή η διήγηση σου.
Καλό βράδυ.

Ρένα Χριστοδούλου είπε...

Εύχομαι να μην γνωρίσουν τα παιδιά μας τέτοια φαινόμενα.
Αλλά δεν είναι λίγα αυτά που ήδη τα βιώνουν σε άλλες χώρες.
Φοβερή η διήγηση σου.
Καλό βράδυ.

airis είπε...

Πωπω τι ιστορία! Τι αφήγηση!
Αγαπημένε μου Γαβρίλη πραγματικά έμεινα χωρίς λόγια γιατί ξέρω πως για σένα, για τους γονείς μου και αμέτρητους άλλους τούτο δεν είναι παραμύθι!
Μα είμαι σίγουρη αν το διηγείσαι σε νέα παιδιά πόσο μύθος θα φαντάζει!
Σε ευχαριστώ πολύ πολύ!
'Ηταν μια ακόμα καλογραμμένη ιστορία σου!

pylaros είπε...

Γεια σου φίλε Ντένη,
Είναι αυτα που πλέξανε την ζωή μας λες και είμασταν φτιαγμένει από γνέμα σαν αυτό που πλέκανε την φανέλα του στρατιώτη.
Τα τριαντάφυλλα της φτώχειας έπλεξαν την δική μας ζωή

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Κλαυδία

Εχαριστώ για την επίσκεψή σου,
Ειναι και αυτό το κείμενο βγαλμένο από την Ελληνική ζωή της υπαίθρου η οποία έπλασε τον χαρακτήρα μας, αυτόν που κρατά έως σήμερα.
ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Ρένα Χριστοδούλου,
Τότε ήταν μια κατάσταση ζωής ή θανάτου, αυτό ήταν και η αιτία που άδειασε όλη η ύπαιθρο, εύχομαι να μην ξανασυμβεί πουθενά στον κόσμο, (αν και το βλέπω αδύνατον όταν κοιτώ γύρω μου βλέπω έναν παγκόσμιο πόλεμο σε μικρογραφία)
Η Ανθρωπότητα δεν έβαλε μυαλό.
χίλια ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Αριστέα,
Κάθομαι και σκέπτομαι να γράψω ένα παραμύθο με δράκους και νεράϊδες, αλλά αν κοιτάξω προς το παρελθόν μας το ατόφιο Ελληνικό παρελθόν βλέπω καταστάσεις που τις έχω ζήσει όπου σήμερα φαντάζουν σαν παραμύθι.
Έτσι γεννήθηκε η ιστοριούλα αυτή που φαντάζει σαν Παραμύθι.
Αν παρατηρήσεις το χαρτονόμισμα των χιλίων δραχμών (το φυλάω σαν κειμήλιο της παιδικής μου ηλικίας) όπου γράφει στα Ιταλικά και δίπλα η λέξη ΔΡΑΧΜΑΙ στα Ελληνικά, είναι αυτές οι καταστάσεις όπου έπλασαν τον χαρακτήρα όσων ξενιτευτήκαμε... Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος...

Σε ευχαριστώ πολύ, δική σου ήταν η πρωτοβουλία προς όλους μας να ανοίξουμε την καρδιά μας με το δικό μας παραμύθι.

με αγάπη

Γαβριήλ

'Ελεν B είπε...

Καλώς σας βρήκα κι από δω!!!
Είναι όμορφη ετούτη η γωνιά!!!!!!!!

Maria Kanellaki είπε...

Είναι απ' τις φορές που νιώθω πως αυτή ακριβώς η ιστορία, θα έπρεπε να φιλοξενείται σ' ένα σχολικό βιβλίο. Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Εκεί που διαμορφώνεται το αξιακό σύστημα των μελλοντικών ενηλίκων. Να μάθουν για τη γεύση της φτώχειας και να ξεχωρίσουν τις έννοιες της "φιλανθρωπίας" απ' την αληθινή και άδολη αγάπη που προέρχεται μόνο απ' την ενσυναίσθηση.
Τιμή μας που εντρυφούμε στις εμπειρίες και στα κείμενά σου!
Τα σέβη μου Γαβρίλη!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου 'Ελεν B

Χαίρομαι κι ευχαριστώ που επισκέφθηκες το φτωχικό μου...

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Μ. Κανελλάκη,
Αισθάνομαι ότι με τιμά ιδιαιτέρως το σχόλιό σου, σε ευχαριστώ πολύ, δίνεις έμφαση και σημασία στο κείμενό μου, μια ανθρώπινη ιστορία της Ελληνικής υπαίθρου, όπου στα μάτια της σημερινής νεολαίας φαντάζει σαν παραμύθι μιας μακρινής τριτοκοσμικής άγνωστης χώρας που όμως ήταν η πατρίδα μας, ήταν η δική μας γενιά, των προπατόρων της σημερινής νεολαίας...
Κάτι που δεν πρέπει να ξεχνιέται για να μην επαναληφθεί.

Χίλια ευχαριστώ,

Γαβριήλ

me (maria) είπε...

Μια συγκλονιστική ιστορία που μοιάζει πολύ με όσες μου έχουν διηγηθεί οι δικοί μου για εκείνη την περίοδο...και δυστυχώς ανάλογες ιστορίες ζουν πολλοί και σήμερα...
Με συγκίνησες πολύ!

Να είσαι καλά!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου me (maria)
Μια παροιμία λέει "History repeats herself"
Η ιστορία επαναλαμβάνεται
Ευχαριστώ για την επίσκεψη σου στο φτωχικό μου...

Γαβριήλ

BUTTERFLY είπε...

Θυμωσα! Ειχε για φορεμα μα εδωσε μουχλιασμενο ψωμι του παιδιου! Παντα στην ιστορια της ανθρωπιτητας... ανθρωποι και ανθρωπακια...

BUTTERFLY είπε...

Θυμωσα! Ειχε για φορεμα μα εδωσε μουχλιασμενο ψωμι του παιδιου! Παντα στην ιστορια της ανθρωπιτητας... ανθρωποι και ανθρωπακια...

pylaros είπε...



Αγαπητή μου BUTTERFLY, (Πεταλούδα)

Η Ιστοριούλα με το Μπλε Τριαντάφυλλο, είναι από μια εποχή όπου οι τότε άνθρωποι πίστευαν (Θάνατός σου η ζωή μου) διότι τους υποχρέωνε η ανέχεια η πείνα οι δολοφονίες,
Είναι μια εποχή όπου την έζησα,
Παράδειγμα, Φάρμακα δεν υπήρχαν ούτε ασπιρίνη, για τον πονόδοντο έβραζαν ρίγανη απ' το βουνό μέχρι που γινόταν σαν αλοιφή κι έτριβαν τα ούλα τους,
στο σχολείο υπήρχε μια κολλητική αρρώστια Τριχοφάος, (Αλωπεκία) γέμιζε το κεφάλι σου από φαλακρές κηλίδες, Κοπανίζαμε σκόρδο με μπαρούτι μαύρη από τις σφαίρες και κάναμε αλοιφή.
Δεν υπήρχε σαπούνι, ανακατεύαμε στάχτη και λάδι και το βράζαμε, για σπίρτα βρίσκαμε στο βουνό μια πέτρα και με ένα σιδερικό παράγομε σπινθήρα (Πυριόβολος)
Από δε τις δε αρρώστιες, πέθαιναν κάθε μέρα παιδάκια, Ανεμοβλογιά, Ιλαρά, κοκίτη, Δυσεντερία, οι μεγάλοι εκτός από την φθίση δεν υπήρχε φάρμακο, από αβιταμίνωση, κιτρίνιζαν φούσκωναν και πέθαιναν.
Για κρυολογήματα βεντούζες, ακόμα και κοφτές σου χάραζαν την πλάτη με ένα ξυραφάκι και σου κολουσαν βεντούζες να βγει το κακό αίμα, ή καταπλάσματα στο στήθος. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, νερό παρά από την βροχή σε στέρνες και εκτός αυτού οι Κατακτητές Ιταλοί ερχόταν στα σπίτια για έρευνα κι ότι εύρισκαν φωαγώσιμο το κλέβανε.

Με συγχωρείς δεν έπρεπε να τα γράφω αυτά αλλά καθρεφτίζουν την Ελλάδα του τότε, από αυτήν που φύγαμε για να χορτάσουμε ψωμί μα και να βοηθήσουμε τους εναπομείναντες...
Σε ευχαριστώ

Γαβριήλ