Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Nανουρίσματα

                                          Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι #6 
                                            Νανουρίσματα

Ξαπλωμένος στο αχυρένιο στρώμα του, σκεπασμένος με χοντρές του αργαλειού υφαντές κουβέρτες, χώνοντας το κεφάλι του κάτω απ τα σκεπάσματα για να ζεστάνει το κορμί του με την ζεστή αναπνοή του προσπαθούσε να κοιμηθεί.
Όταν του έφευγε η τρεμούλα απ το κρύο, ξετρύπωνε το κεφάλι έξω απ τα σκεπάσματα, ακίνητος για να μην χάσει την θαλπωρή  της αχυρένιας φωλιάς που είχε φτιάξει το σώμα του.
Το φως του λύχνου έμοιαζε σαν ένα μακρινό αστέρι έτοιμο να σβήσει.
Τα μάτια του άρχισαν να περιπλανώνται στο ταβάνι, ένα άχαρο σανιδί χρώμα φτιαγμένο από χοντρές κυπαρισσένιες τάβλες γεμάτες ρόζους και γραμμές από τις φλέβες του δένδρου.

Το ταβάνι ξεκουραζόταν πάνω σε ολόκληρα κυπαρισσένια κορμιά που το υποβάσταζαν  ανάμεσα στους πέτρινους παγωμένους τοίχους, σα να ήταν ένας ξύλινος ουράνιος θόλος.
Επάνω του είχαν μαζευτεί οι φίλοι της βραδιάς  αυτοί που θα τον συντρόφευαν να περάσουν την νύχτα μαζί, αυτοί που θα τον νανούριζαν ώστε να τον πάρει ο ύπνος.
 Ήταν πουλιά με απλωμένα τα φτερά τους τον κοίταζαν χαρούμενα, από ένα παράθυρο περνούσαν νεράιδες με μακριά λυτά μαλλιά κρατώντας την μαγική ράβδο τους περιμένοντας να του χαρίσουν τις χάριτες της ζωής. Ήταν τσολιάδες πιασμένοι  σε χορό, ποτάμια και λίμνες, μια εκκλησιά με πανύψηλο καμπαναριό, και μια ολοστρόγγυλη εικόνα χαραγμένη στην σανίδα σα να ήταν η μορφή του Θεού.
Ένα τσίριγμα ακούστηκε, μια μυρωδιά καμένου λαδιού γέμισε τον αέρα.
Η φλόγα του λύχνου τρεμόσβηνε, κάνοντας με το τρεμούλιασμα της τις σκιές του ταβανιού να κινούνται. Τα ποτάμια να ρέουν, τα πουλιά να πετούν κελαηδώντας , τις νεράιδες να τον αγγίζουν με τη μαγική ράβδο τους, τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν, το πρόσωπο του Θεού να του χαμογελά. Ο αέρας σφύριζε περνώντας από τις χαραμάδες, η βροχή χτυπούσε τα κεραμίδια, αγκαλιασμένοι και οι δυο τους, αέρας και βροχή χόρευαν, στροβιλιζόταν κάνοντας ένα σιγανό ψιθυριστό θόρυβο σαν φτερουγίσματα αγγέλων που είχαν κατεβεί απ τον ουρανό.  Όλοι τους τον νανούριζαν.

Το φως του λύχνου έσβησε, σκοτάδι απόλυτο, αισθάνθηκε το χέρι του Θεού να τον σκεπάζει, έχωσε το κεφάλι του κάτω απ τα σκεπάσματα και κοιμήθηκε στον δικό του κόσμο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης






12 σχόλια:

Αστοριανή είπε...

...ο πολυθρύλητος λύχνος σου!!!!!!!
Α! τούτη την φορά, τον βραβευσες!
Έχε όμορφα όνειρα, Φίλε Γαβρίλη!

Να είσαι πάντα καλά,
Υιώτα

pylaros είπε...

Τούτη την φορά τούφερα συντρόφους, (του λύχνου)

Ευχαριστώ
Χαιρετισμούς

Γαβριήλ

katerina koko είπε...

Όμορφη, γλαφυρή κι επιδέξια η διαδρομή του κειμένου στην ιστορία σου Γαβριήλ, δείχνει να συμφιλιώνεται το φως με το σκοτάδι... Την απόλαυσα!
Να είσαι καλά και να έχεις ένα χαρούμενο απόγευμα!

Maria Kanellaki είπε...

Υπέροχη αφήγηση, σπάνιες λέξεις και κοσμητικά επίθετα, εικόνες που ζωντανεύουν και ένας λυτρωτικός επίλογος...
Θησαυρός ο λύχνος σου Γαβρίλη!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου katerina koko


Η διαδρομή του κειμένου διαβαίνει από τα μονοπάτια της παιδικής αθωότητας τότε που ο κόσμος μας ήταν τόσο μικρός όσο έκοβε το μάτι μας, τότε που τόσα λίγα παρήγαν τόση μεγάλη χαρά.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Μ. Κανελλάκη

Λέξεις και κοσμητικά επίθετα, από την πρωτόγονη ζωή του χωριού, τότε που τόσα λίγα έφερναν τόσα πολλά, την θαλπωρή την αγάπη την ευτυχία, κλεισμένα μέσα στον μικρόκοσμο της τοπικής κοινωνίας.
Πριν ακόμη εφευρεθούν ο ηλεκτρισμός τα πλαστικά το Νάϊλον (Τουλάχιστον για την απομονωμένη κοινωνία της τότε εποχής)

Ευχαριστώ πολύ

Γαβριήλ

Μαριάνθη είπε...

ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ!!!!! ΚΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ!!!!!!!!!!!!!!

pylaros είπε...

Ευχαριστώ για τις ευχές σου αγαπητή μου Μαριάνθη.

Καλη σου εβδομάδα,

με αγάπη

Γαβριήλ

airis είπε...

Αγαπημένε μου Γαβρίλη, άργησα να περάσω, αλλά δεν σε είχα ξεχάσει! Κλείνω μια κουραστική μέρα με το υπέροχο κείμενο σου και δεν σταματώ να θαυμάζω τη γραφή σου!
Σε ευχαριστώ πολύ για όλες σου τις συμμετοχές ως τώρα!
Να'σαι πάντα καλά και να γράφεις καλέ μου :)

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Αριστέα,

Ξέρω ότι τρέχεις, δουλεύεις, δεν προλαβαίνεις,
Σε ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσες ώστε να λάβω κι εγώ μέρος (Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι)

Πάντα με την αγάπη μου

Γαβριήλ

BUTTERFLY είπε...

Με πηγες χροοοονια πισω στο εξοχικο μου στο χωριο. Το ταβανι ξυλινο... εφτιαχνα σχηματα με τις σκιες...ακομα θυμαμαι ενα αρκουδακι που το κοιτουσα ωσπου να με παρει ο υπνος.. πανεμορφη ιστορια!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Πεταλούδα,

Τα σπίτια στο χωριό του καιρού εκείνου ήταν φτιαγμένα από σανίδες κυπαρισσιού, οι δε τοίχοι πέτρινοι χοντροί κλπ...
¨όμως δεν υπήρχε τότε καμιά ευκολία, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε νερό, γενικώς μια πρωτόγονη ζωή όπου τα όνειρα ήταν η μόνη πολυτέλειά μας...
Σε ευχαριστώ πολύ

Γαβριήλ