Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Λογοτεχνία,


Λογοτεχνία, πλάθεις από την λάσπη έναν άνθρωπο, μια γυναίκα, μια Εύα αυτή με το μήλο,   της  δίνεις την πνοή σου και αναπνέει, αγαπιέστε και ζείτε ευτυχισμένοι, μέχρι που περνά ένας άνεμος, της υπόσχεται τα πλούτη την ντύνει με ένα πέπλο και σου φεύγει, τρέχεις από πίσω, τη θεωρείς δική σου. Δεν βαριέσαι, αυτή φεύγει, εσύ  ξαναπέφτεις στη λάσπη, από όπου γεννάει τριαντάφυλλα, αυτά που δίνουν δώρο στους ερωτευμένους, πας να κόψης  ένα, δυο, σου τρυπούν τα χέρια με τ’ αγκάθια τους, σταγόνες κόκκινο αίμα λέρωσαν τη λάσπη,  το αίμα και η λάσπη έπλασαν έναν άγιο, που σου  λέει:   γιατί τα έκοψες  αφού σου λείπει η γυναίκα; 
Κι εσύ κοιτάς σα χαμένος με τα τριαντάφυλλα στο χέρι ψάχνοντας για εκείνη, χωρίς να μπορείς να σκεφτείς αν άξιζε να χυθεί το αίμα σου στη λάσπη.
 Με τα τριαντάφυλλα στο χέρι  κάθεσαι  σε μια πέτρα, το κεφάλι σου στηρίζεται στο δεξί σου χέρι, που κι αυτό ακουμπά στο γόνατό σου, ακούς  τη γη που γυρίζει. Αφού βαρεθείς αλλάζεις στάση και  κοιτάς στης  νύχτας τη σιγαλιά τον ξάστερο ουρανό μετράς τ’ άστρα, περιμένεις να πέσει κανένα να του δώσεις μια ευχή, να την φέρει πίσω, κι αυτά τα άτιμα μένουν ακίνητα και σε κοιτούν ειρωνικά.    Κοιτάς  το γαλαξία, αισθάνεσαι να πέφτει μια  σταγόνα δροσιάς από το άπειρο, ίσως  γάλα απ’ τα στήθη της Ήρας, λάθος είναι από τα τριαντάφυλλα. Πέφτει στην ξερή λάσπη γίνεται μια κουκίδα,    τόσο δα μικρή, σαν να είναι ο τελικός προορισμός της ύπαρξής του ανθρώπου στη μητέρα γη.   

Γαβριήλ Παναγιωσούλης       

4 σχόλια:

Αστοριανή είπε...


κοιτάς στης νύχτας τη σιγαλιά τον ξάστερο ουρανό μετράς τ’ άστρα, περιμένεις να πέσει κανένα να του δώσεις μια ευχή, να την φέρει πίσω, ΓΠ

Γαβρίλη μου,,,...το είχες γράψει κάπου δέκα χρόνια πριν στα "σχόλια" της "αστοριανής"...
στης ανάρτηση της..."Καπέτας"...


...από τα καλά, ρομαντικά σου...
Ας είναι όμορφη ανάμνηση με την αρχή του Μήνα...

Φιλιά, Υιώτα

pylaros είπε...

Καλησπέρα αγαπητή μου Υιώτα,
Μα που τα θυμάσε;
¨ομως δεν είναι το ίδιο,ναι αρχίζει αλλά άλλαξα και πρόσθσα,
Είναι σα να λέμε ξαναζεσταμένη σούπα, που όμως αντπροσωπεύει κάτι τι το καινούργιο σήμερα

Χαιρετισμούς
Γβαριήλ

Μηθυμναίος είπε...

Venimos de un oscuroabismo; nos dirigimos a un abismo oscuro. Al espacio de luz entre esos dos abismos, llamamos Vida.
Al instante, con el nacimiento, comienza la muerte: a la vez la partida y el retorno. Morimos a cada instante.
He aquí por qué siempre fue dicho: el fin de la vida es la muerte.


Nikos Kazantzakis (Ascesis)

Mis saludos!

pylaros είπε...

La época de los sueños

Mis cuentos, y mis libros son recuerdos de una vida perdida entre los escombros del mundo, un mundo sin piedad, a veces los recuerdos me hacen protestar por los caminos que yo elegí cuando vagaba por los cuatro vientos, y poro los siete mares teniendo como consejero mis espontáneos gustos. Pero todo esto ya pasó quedan los recuerdos, en estos recuerdos les doy las gracias por lo que yo fui, por lo que creamos juntos, y por lo que soy hoy…

Saludos
Gabo